Διάγραμμα – Περίληψη Θέματος Δ' τοῦ Προγράμματος Μελέτης καί Ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς «Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία καί Παράδοση», περιόδου Γ', ἔτους 2025-2026.
(Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς ΚΔ΄ Ἐπιστολῶν)
Κείμενο: «Ἀδελφοί, Χριστός 2,14 ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τά ἀμφότερα ἕν καί τό μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας, 15 τήν ἔχθραν, ἐν τῇ σαρκί αὐτοῦ τόν νόμον τῶν ἐντολῶν ἐν δόγμασι καταργήσας, ἵνα τούς δύο κτίσῃ ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινόν ἄνθρωπον ποιῶν εἰρήνην, 16 καί ἀποκαταλλάξῃ τούς ἀμφοτέρους ἐν ἑνί σώματι τῷ Θεῷ διά τοῦ σταυροῦ, ἀποκτείνας τήν ἔχθραν ἐν αὐτῷ· 17 καί ἐλθών εὐηγγελίσατο εἰρήνην ὑμῖν τοῖς μακράν καί τοῖς ἐγγύς, 18 ὅτι δι’ αὐτοῦ ἔχομεν τήν προσαγωγήν οἱ ἀμφότεροι ἐν ἑνί πνεύματι πρός τόν Πατέρα. 19 Ἄρα οὖν οὐκέτι ἐστέ ξένοι καί πάροικοι, ἀλλά συμπολῖται τῶν ἁγίων καί οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ, 20 ἐποικοδομηθέντες ἐπί τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων καί προφητῶν, ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, 21 ἐν ᾧ πᾶσα ἡ οἰκοδομή συναρμολογουμένη αὔξει εἰς ναόν ἅγιον ἐν Κυρίῳ· 22 ἐν ᾧ καί ὑμεῖς συνοικοδομεῖσθε εἰς κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ ἐν Πνεύματι» (Ἐφεσ. 2, 14-22).
Ἀπόδοση: «Ἀδελφοί μου, 14 ὁ Χριστός εἶναι γιά μᾶς ἡ
εἰρήνη. Αὐτός συνένωσε τά δύο μέρη (Ἰουδαίους καί Ἑθνικούς) καί κατέρριψε τό
μεσότοιχο τοῦ φραγμοῦ, δηλαδή τήν μεταξύ τους ἔχθρα. 15 Κατάργησε στό Σῶμα Του
τόν Νόμο τῶν ἐντολῶν καί τῶν διατάξεων, γιά νά δημιουργήσει στόν Ἑαυτό Του, ἀπό
τά δύο ἐχθρικά μέρη, ἕνα νέον ἄνθρωπο, φέρνοντας τήν εἰρήνη. 16 Καί ἀφοῦ
θανάτωσε μέ τόν Σταυρό του τήν ἔχθρα, συμφιλίωσε μέ τόν Θεό καί τά δύο ἐχθρικά
μέρη (Ἰουδαίους καί Ἑθνικούς) σέ ἕνα Σῶμα. 17 Ἦλθε καί κήρυξε τό χαρμόσυνο
ἄγγελμα τῆς εἰρήνης στούς μακρυνούς (Ἐθνικούς) καί στούς πλησίον (Ἰουδαίους),
18 ἀφοῦ ἀπό Αὐτόν καί μέ ἕνα πνεῦμα ὁδηγούμεθα στόν Πατέρα. 19 Δέν εἶστε πλέον
ξένοι καί χωρίς δικαιώματα, ἀλλά συμπολίτες τῶν Ἁγίων καί οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ. 20
Κτιστήκατε κι ἐσεῖς πάνω στήν Οἰκοδομή, πού ἔχει θεμέλιο τούς Ἀποστόλους καί
τούς Προφῆτες καί ἀκρογωνιαῖο λίθο τόν ἴδιο τόν Ἰησοῦ Χριστό. 21 Πάνω σ’ Αὐτόν
συγκροτεῖται ὁλόκληρη ἡ Οἰκοδομή, αὐξάνει καί γίνεται Ναός ἅγιος γιά τόν Κύριο.
22 Σ’ Αὐτόν καί σεῖς ἔχετε οἰκοδομηθεῖ μαζί μέ τούς ἄλλους, ὥστε νά γίνετε
πνευματικά κατοικητήρια τοῦ Θεοῦ.
Τό πλαίσιο τοῦ κειμένου: Ἀπόσπασμα ἀπό τήν Πρός Ἐφεσίους ἐπιστολή
τοῦ ἀπ. Παύλου. Ἡ ἐπιστολή εἶναι «μεστή νοημάτων ὑψηλῶν καί δογμάτων». «Ἅ γάρ
μηδαμοῦ σχεδόν ἐφθέγξατο (ὁ Παῦλος), ταῦτα ἐνταῦθα δηλοῖ» (ἅγ. Χρυσόστομος).
«Δεῖ οὖν καί ἡμῖν πολλῆς προσοχῆς πρός κατανόησιν τῶν ἐν αὐτῇ μυστηρίων» (ἅγ.
Θεοφύλακτος). Ὄντως, ἡ ἐπιστολή ἀποκαλύπτει τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, «τό
ἀποκεκρυμμένον ἀπό τῶν αἰώνων ἐν τῷ Θεῷ» (3,9), δηλ. τό μυστήριο τῆς
Ἐνσαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ καί τῆς διά τοῦ Χριστοῦ καί τῆς
Ἐκκλησίας σωτηρίας τῶν ὅλων ἀνθρώπων, ὁποιασδήποτε προέλευσης, φυλῆς καί
γλώσσας. Ἐπίσης, ἀποκαλύπτει τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας: θεωρεῖται ἡ κατ’ ἐξοχήν
«ἐκκλησιολογική» ἐπιστολή τοῦ ἀπ. Παύλου. Ὁ Χριστός μέ τό ἔργο Του ἔφερε τήν
εἰρήνη καί κατέλυσε τήν ἔχθρα μεταξύ δύο πρώην ἐχθρικῶν καί ἀντιμαχομένων
κόσμων: τῶν Ἰουδαίων καί τῶν Ἐθνικῶν (εἰδωλολατρῶν). Τό ἀπόσπασμα ἀπευθύνεται
προφανῶς, σέ «ἐξ ἐθνῶν» Χριστιανούς, ἐπισημαίνοντας τήν ἰσότιμη συμμετοχή τους
στή δωρεά τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας καί στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας.
Θεολογικές προϋποθέσεις: Ὁ Χριστός ἐδῶ ἐμφανίζεται ὡς εἰρηνοποιός
καί ὡς προσωποποίηση τῆς εἰρήνης. Ὡστόσο, ἡ ἀποστολή Του αὐτή, ἐντάσσεται σέ
ἕνα εὐρύτατο θεολογικό πλαίσιο, πού ἔχει ἀφετηρία τή δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ
Θεός, ὄντας ὁ ἴδιος ἑνότητα καί εἰρήνη, δημιούργησε τόν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα»
Του, δηλ. ἑνιαῖο καί εἰρηνικό. Ἔτσι, οἱ πρῶτοι ἄνθρωποι ζοῦσαν σέ ἑνότητα καί
ἁρμονία, α) μέ τόν Θεό, ὡς οἰκεῖοι καί «φίλοι» τοῦ Θεοῦ, β) μεταξύ τους, ὡς
πρός τίς διαπροσωπικές σχέσεις τους, γ) ἐντός τους, ὡς ἑνότητα καί ἁρμονία ὅλων
τῶν ψυχικῶν καί σωματικῶν τους δυνάμεων, καί δ) μέ τόν φυσικό κόσμο. Αὐτή ἡ
ἑνότητα διασπάστηκε μέ τήν ἁμαρτία τῶν Πρωτοπλάστων. Ὁ μεταπτωτικός ἄνθρωπος
ἔγινε πλέον «ἐχθρός» τοῦ Θεοῦ καί οἰκεῖος τοῦ κατ’ ἐξοχήν «ἐχθροῦ» τοῦ Θεοῦ
(ἀλλά καί τοῦ ἀνθρώπου), τοῦ διαβόλου. Ἡ κατάσταση αὐτή προῆλθε μόνο ἀπό τήν
πλευρά τοῦ ἀνθρώπου: ἐμεῖς γίναμε «ἐχθροί» τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ «ὁ Θεός οὐδέποτε
ἐχθραίνει» (ἁγ. Χρυσόστομος), ὡστόσο ἦταν μιά κατάσταση πραγματική καί
ἀνυπέρβλητη γιά τόν ἄνθρωπο. Μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου ὑψώθηκε τό «μεσότοιχον
τοῦ φραγμοῦ», πού ἀπέκλειε κάθε οὐσιαστική κοινωνία μέ τόν Θεό. Τό ἴδιο ἀκριβῶς
συνέβη στήν ἴδια τήν ἀνθρώπινη φύση, ἀλλά καί σέ κάθε σχέση τοῦ ἀνθρώπου:
παντοῦ κυριάρχησε ἡ «ἔχθρα», ἡ διάσπαση, ἡ διαίρεση, ἡ διαμάχη, ἡ δυσαρμονία, ἡ
ταραχή! Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, ἡ ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, δηλ. ὁλόκληρο τό
μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας, ἔγινε γιά τήν κατάργηση τῆς «ἔχθρας», γιά τήν
«καταλλαγή» (συμφιλίωση) μέ τόν Θεό, γιά τήν ἕνωση τῶν «πρίν διεστώτων», γιά
τήν κατάλυση τοῦ «μεσοτοίχου τοῦ φραγμοῦ» καί γιά τήν ἐγκατάσταση τῆς
πραγματικῆς εἰρήνης.
Ἡ Ἐκκλησία ὡς Οἰκοδομή: Αὐτό τό ἔργο μόνο ὁ Χριστός μποροῦσε
νά τό ἐπιτύχει. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι ὅταν γεννήθηκε ἐδῶ στή γῆ οἱ Ἄγγελοι
ἔψαλαν, «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη»! Ἡ συμφιλίωση - εἰρήνευση μέ
τόν Θεό ἐπεκτείνεται σέ ὅλη τή ζωή καί τίς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων, ὅσων βέβαια
τόν ἀκολουθοῦν. Ἡ ἀπ. Παῦλος τονίζει, ὅτι τό ἔργο αὐτό (ἡ εἰρήνη καί ἡ
καταλλαγή) πραγματοποιήθηκε στό ἴδιο τό «σῶμα» ἤ τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ
(«ἐν τῇ σαρκί αὐτοῦ», 2,15, «ἐν ἑαυτῷ», 2,15, «ἐν αὐτῷ», 2,16) καί μέ τό ἔργο
Του («διά τοῦ σταυροῦ», 2, 16). Αὐτό σημαίνει, ὅτι ἡ «εἰρήνη» τοῦ Χριστοῦ
προέρχεται καί πηγάζει ἀπό τό μυστήριο τῆς ἕνωσης τῶν δύο φύσεων, τῆς θείας καί
τῆς ἀνθρώπινης, στό ἕνα πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Μέ τήν ἕνωση τῶν
δύο φύσεων ἐμφανίζεται στόν κόσμο, ὡς πραγματικότητα, ἡ Ἐκκλησία: ὁ Χριστός μέ
τήν Ἐνανθρώπησή του «Ἐκκλησίας σάρκα ἀνέλαβε» (ἅγ. Χρυσόστομος). Μέτοιχοι τῆς
εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ γίνονται ὅσοι μετέχουν στό Σῶμα Του, τήν Ἐκκλησία. Ἐκτός
τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει πραγματική εἰρήνη. Ὑπάρχουν
μόνο ψευδαισθήσεις καί ὑποκατάστατα εἰρήνης (γι’ αὐτό τά ἐκτός τοῦ Χριστοῦ
εἰρηνευτικά κινήματα εἶναι ἀναποτελεσματικά!). Ἡ Ἐκκλησία εἶναι προέκταση τοῦ
μυστηρίου τῆς Θείας Οἰκονομίας μέσα στόν κόσμο καί στήν ἱστορία. Ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία
εἶναι μυστήριο, εἶναι ὁ «παρατεινόμενος Χριστός» (ἅγ. Αὐγουστῖνος κ.ἄ.). Γιά
τήν κατανόηση τοῦ μυστηρίου αὐτοῦ ὁ ἀπ. Παῦλος χρησιμοποιεῖ εἰκόνες. Ἡ πιό
χαρακτηριστική ἀπό αὐτές εἶναι αὐτή τοῦ Σώματος (Ἐφ. 1,23 κ.ἄ.): Ἡ Ἐκκλησία
μοιάζει μέ ἀνθρώπινο Σῶμα, τοῦ ὁποίου Κεφαλή εἶναι ὁ Χριστός καί μέλη κάθε
βαπτισμένος στό ὄνομά Του. Ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τή ζωή τῶν μέλων εἶναι ἡ
ἔνταξη στό Σῶμα καί ἡ κοινωνία μέ τήν Κεφαλή. Ἐδῶ χρησιμοποιεῖ μιά παρόμοια
εἰκόνα: ἡ Ἐκκλησία μοιάζει μέ Οἰκοδομή (2, 20-22), τῆς ὁποίας κατ’ ἐξοχήν
Θεμέλιο («ἀκρογωνιαῖος Λίθος») εἶναι ὁ Χριστός, δευτερεύοντες θεμέλιοι οἱ
Ἀπόστολοι καί οἱ Προφῆτες καί «λίθοι» τῆς Οἰκοδομῆς οἱ βαπτισμένοι Χριστιανοί.
Στήν εἰκόνα προβάλλεται ἐπιπλέον ἡ ἰδιαίτερη θέση τῶν Ἀποστόλων (ἀποστολικότητα
τῆς Ἐκκλησίας), ἀλλά καί τῶν Προφητῶν (οἱ ρίζες ἤ οἱ προδρομικές φάσεις της).
Στήν Καινή Διαθήκη ὑπάρχουν καί ἄλλες εἰκόνες τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τῆς Ἀμπέλου,
τοῦ «Γεωργίου» (Ἀγροῦ), τῆς Ποίμνης, τῆς Πόλεως («συμπολῖται» 2,19), τῆς Νύμφης
κ.ἄ.
Ἡ ἐν Χριστῷ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας: Ὡστόσο, ἡ εἰρήνη στό ἀπόσπασμα αὐτό δέν εἶναι ἡ μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου καί τό «μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ» δέν εἶναι τό μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου, ἀλλά τό μεταξύ ἀνθρωπίνων προσώπων καί τό μεταξύ ἐθνικῶν καί κοινωνικῶν ὁμάδων. Πρόκειται γιά τή διαίρεση πού κυριαρχεῖ στόν κόσμο, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας (τῆς προπατορικῆς καί τῆς συνεχιζόμενης ἁμαρτίας). Ἀπό τή φύση του ὁ ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ τήν ὑπέρβαση τῆς διαίρεσης καί τήν κατάκτηση τῆς εἰρήνης, ἀλλά, ὅσο καί ἄν προσπαθεῖ, δέν μπορεῖ νά κατακτήσει τή γνήσια εἰρήνη, τήν ὁποία παρέχει μόνο ὁ Χριστός! Προφανῶς, ὁ ἀπ. Παῦλος γνωρίζει ὅτι καί ὁ κόσμος παρέχει κάποια «εἰρήνη», ὅμως αὐτή δέν ἔχει καμία σχέση μέ τήν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ, τήν «ὑπερέχουσαν πάντα νοῦν» (Φιλιπ. 4,7): «Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τήν ἐμήν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγώ δίδωμι ὑμῖν» (Ἰω. 14,27). Ἀφοῦ ὁ Χριστός εἶναι ἀνάμεσά μας διά τῆς Ἐκκλησίας, ἡ εἰρήνη μόνο ἐντός της εἶναι δυνατή. Πρώτη ἰδιότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἑνότητα: ἡ Ἐκκλησία εἶναι πρωτίστως μία («εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν») ἐσωτερικῶς καί ἐξωτερικῶς, καί εἶναι μία ἐπειδή ἕνας εἶναι ὁ Χριστός, «ἡ εἰρήνη ἡμῶν» (2,14)! Τόπος ἑνότητας εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί τόπος διαίρεσης εἶναι «ὁ κόσμος» καί τό «φρόνημα τοῦ κόσμου». Ὡστόσο, ἡ διατήρηση τῆς εἰρήνης, πού ἐγκατέστησε ὁ Χριστός, εἶναι ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «Ὅτε τοῦ πυρός τάς γλώσσας διένειμεν, εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσεν» (Κοντάκιο Πεντηκοστῆς)! Αὐτό σημαίνει, ὅτι ἡ ἑνότητα εἶναι κυρίως κλήση: διατηρεῖται ὅπου διατηρεῖται ἡ κοινωνία μέ τόν Χριστό!
(«Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία καί Παράδοση», Πρόγραμμα
Μελέτης καί Ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου
Τριπόλεως. Ὑπεύθυνος π. Σωτήριος Ὀ. Ἀθανασούλιας. Περίοδος Γ΄, ἔτος 2025-2026).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου