Ἀγαπητοί φίλοι,

Σᾶς καλωσορίζω στό προσωπικό μου blog καί σᾶς εὔχομαι καλή περιήγηση. Σ’ αὐτό θά βρεῖτε κείμενα θεολογικοῦ καί πνευματικοῦ περιεχομένου, ὅπως κείμενα ἀναφερόμενα στήν πίστη καί Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, δογματικά καί ἐπίσημα ἐκκλησιαστικά κείμενα, ἀντιαιρετικά κείμενα, κείμενα πνευματικῆς οἰκοδομῆς, κείμενα ἀναφερόμενα σέ προβληματισμούς καί ἀναζητήσεις τῆς ἐποχῆς μας καί, γενικά, διάφορα στοιχεῖα ἀπό τήν πίστη καί ζωή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας.

Εὔχομαι τά κείμενα αὐτά καί κάθε ἀνάρτηση σ’ αὐτό τό ἰστολόγιο νά φανοῦν χρήσιμα σέ ὅσους ἐνδιαφέρονται, νά προβληματίσουν θετικά, νά ἀφυπνίσουν καί νά οἰκοδομήσουν πνευματικά.

Ἡ εὐλογία καί ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου νά εἶναι πάντοτε μαζί σας.

Μετά τιμῆς καί ἀγάπης.

π. Σωτήριος Ἀθανασούλιας

Ἐφημέριος Μητροπολιτικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Προς την «Επιφάνειαν της Δόξης» του Θεού


Διάγραμμα – Περίληψη
Θέματος Ζ' το Θεολογικο Προγράμματος «ρθοδοξία καί Ζωή»
τς ερς Μητροπόλεως Μαντινείας καί Κυνουρίας,
περιόδου ΙΑ', τους 2016-2017.

Ὁ Χριστός ὡς ἐπίκεντρο τῶν ἐσχάτων: Ἡ πορεία τοῦ (παρόντος) κόσμου καί τῆς ἱστορίας, ὡς εὐθύγραμμη κίνηση, πού ὁδηγεῖ στά ἔσχατα. Ἡ Ἐκκλησία, ὡς πορεία μεταξύ δύο «Ἐπιφανειῶν» (ἐμφανίσεων τοῦ Χριστοῦ): Ἀπό τήν «Ἐπιφάνεια τῆς Χάριτος» (Ἐνσάρκωσις) στήν «Ἐπιφάνεια τῆς Δόξης» (Δευτέρα Παρουσία). Τότε (στά ἔσχατα) θά ἀποκαλυφθεῖ πλήρως, ὅτι Κύριος τοῦ κόσμου καί τῆς ἱστορίας εἶναι ὁ Χριστός: Αὐτός εἶναι ἡ Ἀρχή (Δημιουργία), τό Μέσον (Ἐνσάρκωσις) καί τό Τέλος (Κρίσις) τοῦ κόσμου, Αὐτός εἶναι «τό Α καί τό Ω, ὁ Πρῶτος καί ὁ Ἔσχατος, Ἀρχή καί Τέλος» (Ἀποκ. 22,13), ἤ «τά πάντα καί ἐν πᾶσιν Χριστός» (Κολ. 3,11). Κατά συνέπειαν, κέντρο τῶν ἐσχάτων εἶναι ὁ Χριστός καί ἡ Παρουσία Του καί ὄχι ὅσα θά προηγηθοῦν: «ἀποστασία», ἐσχατολογικά δεινά (φυσικές καταστροφές, «συνοχή ἐθνῶν», «σημεῖα» καί «τέρατα»), ἐμφάνιση τοῦ Ἀντιχρίστου κ.λπ. Ὅταν ἡ Δόξα τοῦ Χριστοῦ ἀποκαλυφθεῖ «ἐπί πᾶσαν σάρκα» καί ὅταν οἱ πάντες «ὀψόμεθα αὐτόν (τόν Χριστόν) καθώς ἐστι» (Α' Ἰω. 3,2), τότε «πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καί ἐπιγείων καί καταχθονίων, καί πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός» (Φιλ. 2, 10-11). Ὡστόσο, ἡ Δευτέρα Παρουσία καί ἡ Ἐσχάτη Κρίσις εἶναι μόνο ἡ ἀρχή τῶν ἐσχάτων. Ἔσχατα, κατ’ ἀκρίβειαν, εἶναι ἡ νέα κατάσταση τοῦ κόσμου καί τῆς ἱστορίας, πού ἀρχίζει μετά τή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ (δηλ. ὁ «μέλλων αἰών»), τῆς ὁποίας κέντρο εἶναι, ἐπίσης, ὁ Χριστός: «Πατήρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» (Ἡσ. 8,6). Δυστυχῶς, ἡ Ἐσχατολογία τῆς Ἐκκλησίας, ἄν καί ἔντονα Χριστοκεντρική (Χριστολογία), σέ πολλές περιπτώσεις μετατρέπεται σέ καταστροφολογία ἤ Ἀντιχριστολογία.

Ὁ ἐσχατολογικός προσανατολισμός τῆς πρώτης Ἐκκλησίας: Ἡ Ἐκκλησία τῆς ἀποστολικῆς καί μεταποστολικῆς ἐποχῆς, ἔχοντας πρόσφατη τήν ἐμπειρία τῆς «Ἐπιφάνειας τῆς Χάριτος» τοῦ Χριστοῦ, ἦταν ἔντονα προσανατολισμένη στήν «Ἐπιφάνεια τῆς Δόξης» Του. Στή συνείδησή της ἡ κατ’ ἐξοχήν «Ἡμέρα Κυρίου», ἡ «Ἡμέρα Κυρίου ἡ μεγάλη καί ἐπιφανής» (Ἰωήλ 3,4), δέν εἶναι οὔτε ἡ Γέννηση, οὔτε ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ἡ ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας Του, ἡ ἐπανεμφάνισή Του ἐν Δόξῃ. Οἱ πρῶτοι Χριστιανοί πίστευαν ὅτι ἡ Δευτέρα Παρουσία θά πραγματοποιηθεῖ πολύ σύντομα, τήν ἀνέμεναν καθημερινῶς. Ἡ προσοχή τους ἦταν στραμμένη σαφῶς πρός τό μέλλον καί ὄχι πρός τό παρελθόν, ὅπως προκύπτει ἀπό πολλά χωρία τοῦ βιβλίου τῆς Ἀποκαλύψεως (ὁ συγγραφέας της καί οἱ λοιποί ἅγιοι Ἀπόστολοι γνώριζαν τά ἔσχατα γεγονότα, ἀλλά ὄχι καί τόν ἀκριβή χρόνο, στόν ὁποῖο θά συμβοῦν τά γεγονότα αὐτά), ἀπό τή στάση τῶν Χριστιανῶν τῆς Θεσσαλονίκης (Β' Θεσ. 2, 1-12), ἀλλά καί ἀπό τήν ἀντίληψη πού ἐμφανίστηκε στή μεταποστολική ἐποχή ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει ἐξουσία νά συγχωρεῖ τούς «πεπτωκότας» ἤ τούς βαρέως ἁμαρτάνοντας, γιατί αὐτοί θά κριθοῦν ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο στήν ἐπικείμενη ἐμφάνισή Του. Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὁ ἐσχατολογικός προσανατολισμός (ἡ στροφή πρός τό μέλλον) διατηρεῖται μέχρι σήμερα, ἄν καί λιγότερο ἔντονος, ὅπως προκύπτει: α) Ἀπό τήν «κατ’ ἀνατολάς» προσευχή τῶν Χριστιανῶν. β) Ἀπό τή θέση τοῦ θρόνου τοῦ Ἐπισκόπου καί τῶν συνθρόνου τῶν Πρεσβυτέρων ἐντός τοῦ Βήματος. γ) Ἀπό τήν ἀμφίεση τῶν Λειτουργῶν τῆς Θ. Εὐχαριστίας, ἰδιαίτερα τοῦ Ἐπισκόπου, πού περιλαμβάνει μεταξύ ἄλλων αὐτοκρατορικά ἄμφια. δ) Ἀπό τίς συνεχεῖς ἀναφορές στή «Βασιλεία τοῦ Θεοῦ», ἰδιαίτερα κατά τή Θ. Λειτουργία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ «ἀνάμνησιν» μεταξύ ἄλλων «τῆς Δευτέρας καί ἐνδόξου Αὐτοῦ (τοῦ Χριστοῦ) Παρουσίας» (εὐχή ἁγίας Ἀναφορᾶς).  
Ἐσχατολογία καί Προφητεία: Ἡ θεοπτική ἐμπειρία, ὡς θεμέλιο ἤ κλείδα κατανοήσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐσχατολογίας, ὅπως καί τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας στό σύνολό της. Στήν κατάσταση αὐτή ὁ θεόπτης δέν καθίσταται μόνο μέτοχος ἀποκρύφων γνώσεων καί ὑπεροχικῶν ἀποκαλύψεων, ἀλλά καθίσταται καί κάτοχος συγκεκριμένων πνευματικῶν χαρισμάτων - δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μεταξύ τῶν ὁποίων κορυφαία θέση κατέχει τό χάρισμα τῆς προφητείας. Τά πνευματικά αὐτά χαρίσματα διακρίνονται σαφῶς τῶν φυσικῶν χαρισμάτων («ταλάντων» ἤ ταλέντων). Προφητεία εἶναι ἡ θέαση διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τῶν μελλόντων. Προφῆτες δέν ὑπῆρχαν μόνο στήν Παλαιά Διαθήκη (ὅσοι εἶδαν τή Σάρκωση, τό Πάθος καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ), ἀλλά καί στήν Καινή. Ὁ ἀπ. Παῦλος διακρίνει μεταξύ «κρειττόνων» καί «ἐλασσόνων» (Α' Κορ. 12,31 κ.ἄ.) χαρισμάτων καί κατατάσσει τήν προφητεία μεταξύ τῶν «κρειττόνων» καί ἀμέσως μετά τό ἀποστολικό χάρισμα (Α' Κορ. 12,28). Κορυφαῖοι «προφῆται» τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐμφανίζονται ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, οἱ ὁποῖοι γνώριζαν διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τά ἔσχατα γεγονότα. Εἶναι, ὡστόσο, χαρακτηριστικό ὅτι τά γεγονότα αὐτά εἶχαν ἀποκαλυφθεῖ ἀκόμη καί σέ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (Δανιήλ, Ἰεζεκιήλ κ.ἄ.). Κατά συνέπειαν, οἱ πληροφορίες μας γιά τά ἔσχατα, δέν προέρχονται μόνο ἀπό τίς ἀναφορές τοῦ ἴδιου τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλά καί ἀπ’ ὅσα ἔχουν ἀποκαλυφθεῖ «διά προφητείας» σέ Ἀποστόλους καί Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας.
Οἱ Βιβλικές πηγές τῆς Ἐσχατολογίας: Ὡστόσο, κατ’ ἐξοχήν πηγή καί θεμέλιο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐσχατολογίας εἶναι οἱ Βιβλικές ἀναφορές γι’ αὐτήν, ἰδιαίτερα ὅσες προέρχονται ἀπό τόν ἴδιο τόν Ἰησοῦ Χριστό. Οἱ κυριώτερες ἐξ αὐτῶν εἶναι: ἡ διήγηση τοῦ Ἰησοῦ γιά τή Μέλλουσα Κρίση (Ματθ. 25,31-46), μιά χαρακτηριστική ἀποκαλυπτική ὁμιλία τοῦ Κυρίου (Ματθ. 24,3-44, Μάρκ. 13,1-37, Λουκ. 21,5-36), οἱ ἀναφορές τοῦ ἀπ. Παύλου στό πρόσωπο τοῦ Ἀντιχρίστου (Β' Θεσ. 2,3-12) καί στούς ἀνθρώπους τῶν ἐσχάτων ἡμερῶν (Β' Τιμ. 3,1-9), οἱ ἀναφορές τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου στόν Ἀντίχριστο καί στά ἔσχατα γεγονότα (Α' Ἰω. 2,18, 4,1 1,7) κ.ἄ. Ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη χαρακτηριστικές εἶναι: ἡ ἐσχατολογία τοῦ προφήτου Δανιήλ (κεφ. 7-12), ἡ προφητεία τοῦ Ἰεζεκιήλ γιά τά «ξηρά ὀστά» (37,1-14) κ.ἄ. Ἰδιαίτερη θέση μεταξύ τῶν πηγῶν τῆς Ἐσχατολογίας ἔχει τό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως. Τό βιβλίο αὐτό εἶναι στό σύνολό του μιά «προφητεία» (Ἀποκ. 22,19) γιά τά ἔσχατα, μέ κέντρο τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐν δόξῃ Παρουσία Του. Ἡ Ἀποκάλυψις παρουσιάζει μεγάλες ἑρμηνευτικές δυσκολίες, λόγῳ τοῦ προφητικοῦ χαρακτῆρα της, γι’ αὐτό δέν χρησιμοποιεῖται στή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας (δέν ὑπάρχουν Βιβλικά Ἀναγνώσματα ἀπό αὐτήν), ἄν καί προοριζόταν ἀρχικά γιά λειτουργική χρήση. Ὅπως γιά κάθε Βιβλικό κείμενο, δεσμευτικός εἶναι καί γιά τήν Ἀποκάλυψη ὁ τρόπος ἑρμηνείας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας (κανών 19, ΣΤ' Οἰκουμ. Συνόδου).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου