Ἀγαπητοί φίλοι,

Σᾶς καλωσορίζω στό προσωπικό μου blog καί σᾶς εὔχομαι καλή περιήγηση. Σ’ αὐτό θά βρεῖτε κείμενα θεολογικοῦ καί πνευματικοῦ περιεχομένου, ὅπως κείμενα ἀναφερόμενα στήν πίστη καί Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, δογματικά καί ἐπίσημα ἐκκλησιαστικά κείμενα, ἀντιαιρετικά κείμενα, κείμενα πνευματικῆς οἰκοδομῆς, κείμενα ἀναφερόμενα σέ προβληματισμούς καί ἀναζητήσεις τῆς ἐποχῆς μας καί, γενικά, διάφορα στοιχεῖα ἀπό τήν πίστη καί ζωή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας.

Εὔχομαι τά κείμενα αὐτά καί κάθε ἀνάρτηση σ’ αὐτό τό ἰστολόγιο νά φανοῦν χρήσιμα σέ ὅσους ἐνδιαφέρονται, νά προβληματίσουν θετικά, νά ἀφυπνίσουν καί νά οἰκοδομήσουν πνευματικά.

Ἡ εὐλογία καί ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου νά εἶναι πάντοτε μαζί σας.

Μετά τιμῆς καί ἀγάπης.

π. Σωτήριος Ἀθανασούλιας

Ἐφημέριος Μητροπολιτικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Το Μυστήριο της Σαρκώσεως του Λόγου



Διάγραμμα – Περίληψη
Θέματος Θ' το Θεολογικο Προγράμματος «ρθοδοξία καί Ζωή»
τς ερς Μητροπόλεως Μαντινείας καί Κυνουρίας,
περιόδου ΙΒ', τους 2017-2018.

Ἡ ἀνθρώπινη πτώση καί τό «κεκρυμμένον Μυστήριον»: Μέ τήν πτώση, μιά ἀνθρώπινη πράξη φαίνεται νά ἀκυρώνει παντελῶς τόν σκοπό τῆς (ὁρατῆς τουλάχιστον) δημιουργίας ἤ ἀκόμη νά καταστρέφει τή δημιουργία τοῦ Θεοῦ. Ὄντως, ὁ ἄνθρωπος μέ τίς δικές του δυνάμεις ἦταν ἀδύνατο νά ὑπερβεῖ τήν κατάσταση τῆς πτώσεως. Ὡστόσο, ἡ κατάσταση αὐτή ἀπό κάθε ἄποψη δέν ἔπρεπε νά διαιωνισθεῖ. Ἔτσι, κατά πρόγνωσιν Θεοῦ, ὑπῆρχε ἕνα «κεκρυμμένον Μυστήριον», δηλ. ἕνα προαιώνιο σχέδιο γιά τήν ὑπέρβαση τῆς πτώσεως, ἕνα σχέδιο «σωτηρίας» καί «λυτρώσεως» τοῦ ἀνθρώπινου γένους, συμβατό τόσο μέ τή φιλανθρωπία, ὅσο καί μέ τή δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο ἀνέλαβε νά ἐφαρμόσει «ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου» (Γαλ. 4,4), δηλ. «ἐν χρόνῳ», τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιά τό Μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως ἤ τῆς Σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ὁ Υἱός εἶναι ὁ «αὐτουργός» αὐτοῦ τοῦ σχεδίου, τό ὁποῖο ἀποκαλεῖται «Θεία Οἰκονομία» καί ἀποτελεῖ ἐκπλήρωση τῆς «εὐδοκίας» τοῦ Πατρός μέ τή «συνεργία» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (δηλ. στή «Θεία Οἰκονομία» ὁ Πατήρ «εὐδοκεῖ», ὁ Υἱός «αὐτουργεῖ» καί τό Ἅγιο Πνεῦμα «συνεργεῖ»). Ἡ «Θεία Οἰκονομία» (ἡ Σάρκωση τοῦ Λόγου) εἶναι τό κέντρο τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Εἶναι «τῆς σωτηρίας ἡμῶν τό κεφάλαιον» ἤ τό «μέγα τῆς εὐσεβείας Μυστήριον» (Α' Τιμ. 3,16), διά τοῦ ὁποίου δίδεται καί πάλι ἡ δυνατότητα στόν ἄνθρωπο νά ἐπιτύχει τόν προορισμό του.

Τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ: Τό περί τοῦ Χριστοῦ ἐρώτημα καί ἡ κεντρική θέση του στό ζήτημα τῆς σωτηρίας, ἀλλά καί τῆς ταυτότητος τοῦ ἀνθρώπου: τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό ἑρμηνευτικό «κλειδί» γιά τήν κατανόηση τοῦ ἀνθρώπου - ὅποιος γνωρίζει τόν Χριστό, γνωρίζει πραγματικά τόν ἄνθρωπο. Τά διάφορα ἐπίπεδα γνώσεως τοῦ Χριστοῦ: α) Ὁ Χριστός ὡς ἁπλό ἱστορικό πρόσωπο, β) ὡς σοφός καί διδάσκαλος, γ) ὡς προφήτης, ἅγιος, πεφωτισμένος, ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ, δ) ἡ ἁπλή πίστη - ἔμμεση γνώση τοῦ Χριστοῦ, ὡς «Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. 16,16), γ) ἡ «ἐν ἐσόπτρῳ καί ἐν αἰνίγματι» γνώση τοῦ Χριστοῦ διά τοῦ προσευχομένου ἐν τῇ καρδίᾳ, Ἁγίου Πνεύματος,  δ) ἡ «πρόσωπον πρός πρόσωπον» ἄμεση γνώση ἤ θέα τοῦ Χριστοῦ, ὡς «Κυρίου τῆς Δόξης» (ἡ ἐμπειρία τῆς Μεταμορφώσεως ἤ τῆς Πεντηκοστῆς, ἤ τῆς θεοπτίας τῶν Ἁγίων). Ἡ σημασία τῆς περί τοῦ Χριστοῦ ἀληθείας: ἡ ἀλήθεια αὐτή εἶναι κριτήριο σωτηρίας καί θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας (Ματθ. 16,18). Ὁ Χριστός εἶναι μέν ὁ ἔσχατος Κριτής, ἀλλά καί ἤδη κρίνει τόν κόσμο, κείμενος «εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν» (Λουκ. 2, 34).  
Ἡ διατύπωση τοῦ Χριστολογικοῦ δόγματος: Γιά τήν Ἐκκλησία, ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἐμφανιζόμενος στήν Παλαιά Διαθήκη «Κύριος τῆς Δόξης», ἤ «ὁ Θεός τῶν Πατέρων ἡμῶν», ὁ Ὁποῖος ἔγινε «τέλειος ἄνθρωπος», χωρίς ὡστόσο νά πάψει νά εἶναι καί «τέλειος Θεός», καί ὁ Ὁποῖος μετά τήν Ἀνάληψή Του ἐπανέρχεται, ἐμφανιζόμενος καί πάλι στούς Ἁγίους, ὡς «Κύριος τῆς Δόξης», ἀλλά μετά τοῦ Σώματός Του. Προορισμός μας εἶναι ἀκριβῶς ἡ θέα τοῦ Χριστοῦ «ἐν Δόξῃ», ἀλλά καί ἡ μετοχή στή Δόξα Του (ὁ ἐν Χριστῷ δοξασμός). Πρός τόν σκοπό αὐτό, ὑπάρχουν ὁρισμένες λέξεις (κτιστά ρήματα καί νοήματα), διατυπωμένες ἀπό τούς ἔχοντας πραγματική ἐμπειρία τοῦ ἐν Χριστῷ δοξασμοῦ, οἱ ὁποῖες ὁδηγοῦν στήν ἴδια ἐμπειρία. Αὐτές εἶναι τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Πατέρες ἐσήμαναν τό μυστήριο τῆς Σαρκώσεως μέ τούς ὅρους «οὐσία», «φύσις», «ὑπόστασις» καί «πρόσωπον», δανεισμένους κυρίως ἀπό τήν ἑλληνική φιλοσοφία. Αὐτοί εἶναι πρῶτα ἀνθρωπολογικοί (ἰσχύουν γιά τόν ἄνθρωπο) καί ἔπειτα θεολογικοί ὅροι (χρησιμοποιήθηκαν ἀρχικά γιά τή διατύπωση τῆς ἀλήθειας γιά τήν Ἁγία Τριάδα). Οἱ τρεῖς πρῶτοι ὅροι στήν ἀρχή ἐταυτίζοντο, σημαίνοντες τό ὄν, τό πραγματικό, αὐτό πού ὄντως ὑπάρχει (σέ ἀντίθεση μέ τό «συμβεβηκός»). Ἔπειτα, ὅμως, διακρίθηκε ἡ «ὑπόστασις», ὥστε ἡ «οὐσία» καί ἡ «φύσις» νά σημαίνουν τό «κοινόν» μεταξύ ὁμοειδῶν ὄντων (π.χ. μεταξύ τῶν ἀνθρώπων), ἡ δέ «ὑπόστασις» νά σημαίνει τό «ἴδιον», τό ἐπιμέρους ὄν τῆς ἴδιας «φύσεως» ἤ «οὐσίας» (π.χ. τόν συγκεκριμένο ἄνθρωπο, τόν Πέτρο ἤ τόν Παῦλο). Ἐπίσης, ὁ ὅρος «πρόσωπον» (προερχόμενος ἀπό τό ἀρχαῖο ἑλληνικό θέατρο), ταυτίστηκε μέ τόν ὅρο «ὑπόστασις». Ἡ σημασία τῆς διακρίσεως μεταξύ «φύσεως» καί «ὑποστάσεως» ἤ μεταξύ «οὐσίας» καί «προσώπου»: «τοῦτό ἐστι τό ποιοῦν τοῖς αἱρετικοῖς τήν πλάνην, τό ταὐτόν λέγειν τήν φύσιν καί τήν ὑπόστασιν» (Ἰω. Δαμασκηνός). Μέ αὐτές τίς προϋποθέσεις διατυπώθηκε πρῶτα ἡ ἀλήθεια γιά τήν Ἁγία Τριάδα, με τή μορφή: «μία φύσις ἤ οὐσία, τρία πρόσωπα ἤ ὑποστάσεις». Ὡστόσο, ἡ διατύπωση αὐτή δέν καταργεῖ τόν μυστηριώδη καί «ὑπέρ λόγον» χαρακτῆρα τῆς ἀλήθειας: ἡ ἀλήθεια γιά τήν Ἁγία Τριάδα παραμένει μυστήριο καί «ὑπέρ λόγον» κατάσταση ἀκόμη καί μετά τή διατύπωσή της. Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἰσχύει καί γιά τήν ἀλήθεια περί τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἔλαβε τή μορφή: «δύο (τέλειες) φύσεις ἤ οὐσίες, ἡ θεία καί ἡ ἀνθρώπινη, ἕνα πρόσωπον ἤ ὑπόστασις, τό πρόσωπον ἤ ἡ «ὑπόστασις τοῦ Θεοῦ Λόγου». Ὅμως, ἡ μεταφορά τῶν ὅρων αὐτῶν στή διατύπωση τῆς περί τοῦ Χριστοῦ ἀληθείας καταργεῖ δύο τουλάχιστον βασικές λογικές ἀρχές, οἱ ὁποῖες, βέβαια, δέν ἰσχύουν γιά τό μυστήριο τῆς «Θείας Οἰκονομίας». Αὐτές εἶναι: α) «δύο τέλεια ἕν γενέσθαι οὐ δύναται» καί β) «οὐκ ἔστι φύσιν ἀπρόσωπον ἤ ἀνυπόστατον εἰπεῖν». Σέ ἀντίθεση μέ αὐτές, οἱ Πατέρες ὑποστήριξαν ὅτι: α) Ὁ Χριστός προσέλαβε τελεία ἀνθρώπινη φύση, χωρίς ὅμως τήν ἁμαρτία, γιατί ἡ ἁμαρτία δέν εἶναι στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἀλλά «παρυπόστασις» ἤ «ἐπεισελθόν» (προσθήκη) ἤ «συμβεβηκός» ἤ «παράσιτος δύναμις». Δέν προσέλαβε μέρος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, διότι «τό ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον» (ἅγ. Γρηγόριος Θεολόγος). Σέ ἀντίθεση μέ τούς ἰσχυρισμούς τοῦ αἱρετικοῦ Ἀπολλιναρίου (310-390), προσέλαβε καί τό «πταῖσαν καί πρωτοπαθῆσαν» μέρος τοῦ ἀνθρώπου, δηλ. τόν «νοῦ», γιά νά τόν θεραπεύσει. Τέλος, ἀπό τά ἀποτελέσματα τῆς ἁμαρτίας προσέλαβε μόνο τά λεγόμενα «φυσικά καί ἀδιάβλητα πάθη» (πεῖνα, δίψα, κόπος, θάνατος), μέ σκοπό ὅμως νά τά θεραπεύσει καί νά τά καταργήσει. β) Ἡ ἀνθρώπινη φύση δέν εἶχε δική της ὑπόσταση, ἀλλά ἐξ ἀρχῆς («ἐξ ἄκρας συλλήψεως») ὑπόστασή της ἦταν ἡ ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου («ἐνυπόστατον»), γι’ αὐτό οἱ Πατέρες ὁμιλοῦν περί «προσλήψεως» τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἀπό τόν Θεό Λόγο. Στούς νεότερους χρόνους τέθηκε ἔντονα τό ζήτημα τῆς προτεραιότητος τῆς φύσεως ἤ τοῦ προσώπου (περί Οὐσιοκρατικῶν ἤ Προσωποκρατικῶν θεωρήσεων τῆς περί Θεοῦ καί περί ἀνθρώπου ἀλήθειας). Θεωρήθηκε ὅτι ἡ Δύση (Παπική καί Προτεσταντική) ὑπερτονίζει τή φύση ἤ τήν οὐσία καί ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολή ὑπερτονίζει τήν ὑπόσταση ἤ τό πρόσωπο. Κατά τούς Πατέρες, δέν τίθεται θέμα προτεραιότητος, ὡστόσο τονίζεται ὅτι ἡ ὑπόστασις καί τό πρόσωπον θεωροῦνται «πράγματι», ἡ δέ φύσις καί ἡ οὐσία θεωροῦνται «λόγῳ» καί «ἐπινοία», δηλ. ὅτι ἡ φύση ἤ ἡ οὐσία θεωρεῖται πάντα στίς συγκεκριμένες ὑποστάσεις της. Ἀπό τήν προσπάθεια νά κατανοηθεῖ ὁ τρόπος τῆς ἑνώσεως τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων προῆλθαν οἱ δύο μεγάλες Χριστολογικές αἱρέσεις: ὁ Νεστοριανισμός (πίστευε στήν ἐπιφανειακή καί ἐξωτερική ἕνωση τῶν δύο φύσεων) καί ὁ Μονοφυσιτισμός (πίστευε στή σύγχυση τῶν δύο φύσεων, ὥστε τελικά προῆλθε μία «σύνθετος φύσις», ἡ θεία). Ἡ Ἐκκλησία ἀπάντησε διά τῆς Δ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451) ὅτι, ἄν καί ὁ τρόπος τῆς ἑνώσεως εἶναι ἀκατάληπτος, ὡστόσο σημαίνεται ἀπό τά ἐπιρρήματα «ἀτρέπτως», «ἀσυγχύτως» (κατά Μονοφυσιτῶν), «ἀχωρίστως» καί «ἀδιαιρέτως» (κατά Νεστοριανῶν) ἤ ἀπό τήν ἔκφραση «τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος ὁ αὐτός». Τέλος, ἀπό τίς ἀπόπειρες συμβιβασμοῦ μέ τήν αἵρεση τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ προῆλθαν οἱ αἱρέσεις τοῦ Μονοθελητισμοῦ καί τοῦ Μονοενεργητισμοῦ, κατά τίς ὁποῖες ὁ Χριστός εἶχε μέν δύο φύσεις ἤ οὐσίες, ἀλλά μία («θεανδρική») θέληση καί ἐνέργεια. Οἱ Πατέρες τῆς ΣΤ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου (680-681) διευκρίνισαν ὅτι, α) πηγή τῶν ἐνεργειῶν (καί τῆς θελήσεως) εἶναι ἡ φύσις καί ὄχι τό πρόσωπον, ὡστόσο ὁ τρόπος χρήσεως τῶν ἐνεργειῶν (καί τῆς θελήσεως) εἶναι προσωπικός, κατά συνέπειαν, β) στόν Χριστό ὑπάρχουν δύο «φυσικές ἐνέργειες» καί δύο «φυσικά θελήματα» (θεῖο καί ἀνθρώπινο), ὡστόσο ὑπάρχει ἕνα μόνο «γνωμικόν θέλημα» (δηλ. τό ἀνθρώπινο θέλημα τοῦ Κυρίου δέν θέλει κάτι διαφορετικό ἀπ’ ὅ,τι θέλει τό θεῖο καί πανσθενές θέλημα).
Τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ: Τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ συνίσταται στή διδασκαλία, στά θαύματα, στό Πάθος καί στήν Ἀνάσταση. Ὡστόσο, τό κατ’ ἐξοχήν ἔργο εἶναι τό Πάθος καί ἡ Ἀνάσταση. Μέ ἄλλα λόγια, ὁ Χριστός δέν σώζει οὔτε μέ τή διδασκαλία Του, οὔτε μέ τά θαύματά Του, ἀλλά μέ τό Πάθος καί μέ τήν Ἀνάστασή Του. Ἡ διδασκαλία ἦταν ἤδη γνωστή, μέσῳ τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Αὐτή καταγράφει, ἐπίσης, θαύματα Προφητῶν καί Δικαίων πιό ἐντυπωσιακά καί ἀπ’ αὐτά τοῦ Κυρίου. Οὐδείς, ὅμως, τῶν Πρηφητῶν ἔπαθε ὑπέρ τοῦ κόσμου ἤ ἀνέστη ἐκ νεκρῶν! Ἀπό τά θαύματα τοῦ Κυρίου ἀξίζει νά μνημονευθοῦν τά ἀναφερόμενα στήν κατάλυση τῶν ἔργων καί τῆς ἰσχύος τοῦ διαβόλου (ὅπως οἱ θεραπεῖες δαιμονιζομένων). Πράγματι, ὁ Κύριος ἦλθε στόν κόσμο «ἵνα λύσῃ τά ἔργα τοῦ διαβόλου» (Α' Ἰω. 3,8) καί «ἵνα διά τοῦ θανάτου καταργήσῃ τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ’ ἔστι τόν διάβολον» (Ἑβρ. 2,14). Κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο, ἀπό τήν Ἀνάσταση εἰδικότερα ἀποκτοῦν νόημα ἡ διδασκαλία, τά θαύματα, ἀκόμη καί τό Πάθος τοῦ Κυρίου. Ὁ Κύριος ἔπρεπε καί ὡς ἄνθρωπος νά νικήσει τόν θάνατο καί νά συντρίψει τό κράτος τοῦ διαβόλου καί αὐτό συνέβη διά τῆς Ἀναστάσεως Του. Σύμπασα ἡ ἐκκλησιαστική Παράδοση μαρτυρεῖ σαφῶς ὅτι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου δέν ἀφοροῦσε μόνο στό πρόσωπό Του, ἀλλά ἦταν γεγονός μέ συνέπειες γιά τή σωτηρία ὁλόκληρου τοῦ ἀνθρώπινου γένους: ὁ Κύριος ἀναστήθηκε ὡς «ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων» (Α' Κορ. 15,20).
Ἀνθρωπολογικές συνέπειες τοῦ Χριστολογικοῦ δόγματος: Τό γεγονός ὅτι ὁ Χριστός εἶναι καί «τέλειος ἄνθρωπος», ἔχει, κατά τούς Πατέρες, ὀντολογική καί ὄχι ἠθική σημασία: ἡ ἔκφραση «τέλειος ἄνθρωπος» σημαίνει πλήρης, ὁλόκληρος ἄνθρωπος. Γιά τήν ἠθική τελειότητα τοῦ Κυρίου χρησιμοποιήθηκαν ἄλλοι ὅροι («ἐκτός ἁμαρτίας», «ἀναμάρτητος» κ.ἄ.), πού ἀποκλείουν μεταξύ ἄλλων τό ἐνδεχόμενο νά νοηθεῖ ἡ (ἡθική) τελειότητα τοῦ Κυρίου, ὡς ἀποτέλεσμα προκοπῆς. Ἡ «τελεία» ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό ἀρχέτυπο, βάσει τοῦ ὁποίου δημιουργήθηκε ἐξ ἀρχῆς ὁ ἄνθρωπος: ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιουργημένος «κατ’ εἰκόνα» τοῦ Χριστοῦ. Ἄν ὁ Χριστός εἶναι «τέλειος ἄνθρωπος», τότε ὅσο ὁμοιάζει κανείς στόν Χριστό, τόσο αὐθεντικότερος ἄνθρωπος εἶναι. Ἡ πνευματική ζωή καί ἡ σωτηρία μας εἶναι «ὁμοίωσις Χριστοῦ» ἤ «μίμησις Χριστοῦ». Ὅ,τι προσέλαβε ὁ Χριστός, ἀνήκει στήν αὐθεντική φύση μας, καί ὅτι δέν προσέλαβε, δέν ἀνήκει σ’ αὐτήν. Ἄν ὁ Χριστός προσέλαβε σῶμα, σημαίνει ὅτι τό σῶμα ἀνήκει στήν αὐθεντική φύση μας καί εἶναι «καλόν λίαν», σέ ἀντίθεση μέ δυτικές πουριτανικές ἤ ἄλλες ἀκραῖες ἀσκητικές τάσεις, πού στρέφονται ὄχι ἐναντίον τοῦ «σωματικοῦ φρονήματος» (δηλ. τοῦ φρονήματος τῆς ἁμαρτίας), ἀλλά ἐναντίον «αὐτοῦ τούτου τοῦ σώματος». Ἄν ὁ Χριστός προσέλαβε «νοῦν» καί «λόγον», σημαίνει ὅτι αὐτά εἶναι φυσικά καί καλά, ἀρκεῖ ὅλα νά χρησιμοποιοῦνται «κατά Χριστόν», δηλ. ὅπως τά χησιμοποιοῦσε ὁ Χριστός. Ἄν ὁ Χριστός εἶχε θέληση καί ἐνέργειες ὡς ἄνθρωπος, σημαίνει ὅτι αὐτά εἶναι φυσικά, ἀρκεῖ νά χρησιμοποιοῦνται ὅπως τά χησιμοποιοῦσε ὁ Χριστός. Ἄν ὁ Χριστός δέν προσέλαβε τήν ἁμαρτία, σημαίνει ὅτι αὐτή δέν ἀνήκει στήν αὐθεντική φύση μας, ἀλλά εἶναι «ἐπεισελθόν», «παρυπόστασις», «συμβεβηκός», «παράσιτον». Κατά συνέπειαν, ἡ προσπάθεια γιά τήν ὁμοίωση στόν Χριστό εἶναι ταυτόχρονα ἀγώνας ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τά ἀνθρώπινα πάθη, μέ τήν ἑξῆς μόνο διαφορά: αὐτά διακρίνονται σέ α) «διαβλητά» (ἁμαρτωλά») καί β) «ἀδιάβλητα» (ἀναμάρτητα). Τά λεγόμενα «ἀδιάβλητα πάθη» (πεῖνα, δίψα, κόπος, πόνος, δειλία, ἀδημονία, ἀγωνία κ.λπ., «καί ἐπί πᾶσιν ὁ θάνατος») εἶναι μέν «οὐκ ἐφ’ ἡμῖν» (ἀνεξάρτητα ἀπό τή θέλησή μας) καί ἀναμάρτητα (ἀφοῦ «οὔτε ἀρετή, οὔτε κακία» λογίζονται), ἀλλά εἶναι ἀποτελέσματα τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας. Ὁ Κύριος προσέλαβε μόνο αὐτά τά «ἀδιάβλητα πάθη», μέ σκοπό, ὅμως, νά τά καταργήσει καί νά τά ἐξαλείψει. Ἔτσι, ὁ Ἴδιος μετά τήν Ἀνάστασή Του ἦταν ἀπαλλαγμένος καί ἀπό τά λεγόμενα «ἀδιάβλητα πάθη», ὅπως ἀπαλλαγμένοι θά εἴμαστε καί μεῖς ἀπό αὐτά στόν «μέλλοντα αἰῶνα» μετά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Τότε θά πραγματοποιηθεῖ σέ πληρέστερη μορφή ἡ ὁμοιότητά μας μέ τόν Χριστό: «Ἀγαπητοί, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμεν, καί οὔπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα· οἴδαμεν δέ ὅτι ἐάν (ὁ Χριστός) φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτόν καθώς ἐστι» (Α' Ἰω. 3,2).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου