γαπητοί φίλοι,

Σς καλωσορίζω στό προσωπικό μου ἱστολόγιο καί σς εχομαι καλή περιήγηση. Σ’ ατό θά βρετε κείμενα θεολογικο καί πνευματικο περιεχομένου, πως κείμενα ναφερόμενα στήν πίστη καί Παράδοση τς κκλησίας, ντιαιρετικά κείμενα, κείμενα πνευματικς οκοδομς, κείμενα ναφερόμενα σέ προβληματισμούς καί ναζητήσεις τς ποχς μας καί, γενικά, διάφορα στοιχεα πό τήν πίστη καί ζωή τς ρθόδοξης κκλησίας.

Εχομαι τά κείμενα ατά καί κάθε νάρτηση σ’ ατό τό ἱστολόγιο νά φανον χρήσιμα σέ σους νδιαφέρονται, νά προβληματίσουν θετικά, νά φυπνίσουν καί νά οκοδομήσουν πνευματικά.

ελογία καί Χάρις το Κυρίου νά εναι πάντοτε μαζί σας.

Μετά τιμς καί γάπης.

π. Σωτήριος θανασούλιας

φημέριος Μητροπολιτικο ερο Ναο γίου Βασιλείου Τριπόλεως.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

«Αγ. Γραφή, Εκκλησία, Παράδοση» 2025-6: Το ανθρώπινο σώμα στην Ορθόδοξη Παράδοση

 


Διάγραμμα – Περίληψη Θέματος ΙΒ' τοῦ Προγράμματος Μελέτης καί Ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς «Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία καί Παράδοση», περιόδου Γ', ἔτους 2025-2026. 

(Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα 8ης/2/2026) 

Κείμενο: «Ἀδελφοί, 6,12 πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐκ ἐγώ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος. 13 Τά βρώματα τῇ κοιλίᾳ καί ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δέ Θεός καί ταύτην καί ταῦτα καταργήσει. Τό δέ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλά τῷ Κυρίῳ, καί ὁ Κύριος τῷ σώματι· 14 ὁ δέ Θεός καί τόν Κύριον ἤγειρε καί ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διά τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. 15 Οὐκ οἴδατε ὅτι τά σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; Ἄρα οὖν τά μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; Μή γένοιτο. 16 Ἤ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἕν σῶμά ἐστιν; Ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν· 17 ὁ δέ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἕν πνεῦμά ἐστι. 18 Φεύγετε τήν πορνείαν. Πᾶν ἁμάρτημα ὅ ἐάν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτός τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δέ πορνεύων εἰς τό ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει. 19 Ἤ οὐκ οἴδατε ὅτι τό σῶμα ὑμῶν ναός τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπό Θεοῦ, καί οὐκ ἐστέ ἑαυτῶν; 20 Ἠγοράσθητε γάρ τιμῆς· δοξάσατε δή τόν Θεόν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καί ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ» (Α' Κορ. 6, 12-20).

Ἀπόδοση: «Ἀδελφοί μου, 6,12 ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται, ἀλλά δέν συμφέρουν ὅλα. Ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται, ἀλλά ἐγώ δέν θά ἀφήσω τόν ἑαυτό μου νά ἐξουσιασθεῖ ἀπό τίποτε. 13 Τά φαγητά εἶναι γιά τήν κοιλιά, καί ἡ κοιλιά γιά τά φαγητά· ὁ Θεός θά καταργήσει καί αὐτήν καί ἐκεῖνα. Τό σῶμα μας δέν εἶναι γιά τήν πορνεία, ἀλλά γιά τόν Κύριο, καί ὁ Κύριος γιά τό σῶμα. 14 Ὁ Θεός καί τόν Κύριο ἀνέστησε, καί ἐμᾶς θά ἀναστήσει μέ τή δύναμή Του. 15 Δέν γνωρίζετε, ὅτι τά σώματά σας εἶναι μέλη τοῦ Χριστοῦ; Θά μετατρέψω, λοιπόν, τά μέλη τοῦ Χριστοῦ σέ μέλη πόρνης; Σέ καμία περίπτωση! 16 Δέν γνωρίζετε, ὅτι ἐκεῖνος πού προσκολλᾶται στήν πόρνη, εἶναι ἕνα σῶμα μέ αὐτήν; Θά γίνουν, λέγει ἡ Γραφή, οἱ δύο μία σάρκα. 17 Καί ἐκεῖνος πού προσκολλᾶται στόν Κύριο, εἶναι ἕνα πνεῦμα μέ Αὐτόν. 18 Ἀποφεύγετε, λοιπόν, τήν πορνεία. Κάθε ἄλλο ἁμάρτημα, πού κάνει ὁ ἄνθρωπος, εἶναι ἔξω ἀπό τό σῶμα, ἐκεῖνος, ὅμως, πού πορνεύει, ἁμαρτάνει στό ἴδιο του τό σῶμα. 19 Ἤ δέν γνωρίζετε, ὅτι τό σῶμα σας εἶναι ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού κατοικεῖ μέσα σας, τό Ὁποῖο τό ἔχετε ἀπό τόν Θεό καί δέν ἀνήκετε πλέον στούς ἑαυτούς σας; 20 Ἔχετε ἀγορασθεῖ μέ κάποιο τίμημα. Δοξᾶστε, λοιπόν, τόν Θεό καί μέ τό σῶμα σας καί μέ τό πνεῦμα σας, τά ὁποῖα ἀνήκουν στόν Θεό».

Εἰσαγωγικά: Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀσώτου, β' Κυριακῆς τοῦ Τριωδίου. Προέρχεται ἀπό τήν Α' Πρός Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ ἀπ. Παύλου. Ἡ Κόρινθος ἦταν μεγάλη πόλη τῆς ἀποστολικῆς ἐποχῆς, στήν ὁποία ἤκμαζε μεταξύ ἄλλων τό φαινόμενο τῆς πορνείας. Προφανῶς, τό φαινόμενο αὐτό τοῦ τότε περιβάλλοντος ἐπηρέαζε καί τούς πιστούς τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, στό ἀμέσως προηγούμενο τμῆμα τῆς ἐπιστολῆς ὁ Ἀπόστολος «κανονίζει» περίπτωση βαρύτατης πορνείας (αἱμομιξίας), πορνείας τέτοιας, «ἥτις οὐδέ ἐν τοῖς ἔθνεσιν ὀνομάζεται» (5,1) καί ἐπαναλαμβάνει προηγούμενη προτροπή του: «μή συναναμιγνύεσθαι πόρνοις ... μηδέ συνεσθίειν» (5, 9-11). Οἰ ἀναλογίες μέ τό περιβάλλον τῆς ἐποχῆς μας εἶναι πολύ χαρακτηριστικές. Στήν ἀρχή τοῦ Ἀναγνώσματος ὁ ἀπ. Παῦλος κάνει σύντομη ἀναφορά στήν «μητέρα» τῆς πορνείας, τήν γαστριμαργία ἤ τήν πολυφαγία. Στή συνέχεια καί μέ ἀφορμή τήν πορνεία, ἐκθέτει τήν ἐκκλησιαστική ἀντίληψη γιά τό ἀνθρώπινο σῶμα, ἡ ὁποία διαφέρει ἀπό τήν ἀντίστοιχη ἑλληνική. Παραδόξως, στό περιβάλλον τῆς ἐποχῆς τό φαινόμενο τῆς πορνείας συνυπῆρχε μέ μιά ὑποτιμητική ἀντίληψη γιά τό σῶμα, προερχόμενη ἀπό μιά ἐσφαλμένη, ἀπό Ὀρθόδοξη ἄποψη, ἀνθρωπολογία, ἡ δέ ἐσφαλμένη ἀνθρωπολογία ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο ἐκτός τοῦ προορισμοῦ του, δηλ. ἐκτός τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας.

Ἑλληνική καί Χριστιανική ἀνθρωπολογία: Σήμερα θεωροῦμε δεδομένο, ἀπό θεολογική ἄποψη, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα καί ὅτι ἡ ψυχή εἶναι ἀθάνατη. Αὐτό βέβαια, ἰσχύει, ἀλλά στήν ἐποχή τοῦ ἀπ. Παύλου δέν ἦταν ἀπόλυτα σαφές. Ἡ ἀντίληψη περί ἀθανασίας τῆς  ψυχῆς (ὅπως καί ἡ διάκριση μεταξύ ψυχῆς καί σώματος) ἦταν βασική θέση καί τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς παράδοσης, ἰδιαίτερα τῆς πλατωνικῆς καί τῆς νεοπλατωνικῆς. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τήν ἀποδέχθηκαν μέ ἐπιφυλάξεις καί μέ προϋποθέσεις, ὅπως: α) Ἡ ψυχή δέν εἶναι ἀθάνατη «φύσει», ἀλλά «χάριτι». «Κατά φύσιν» εἶναι θνητή, ἀφοῦ «πᾶν τό ἀρξάμενον τελευτᾶ κατά φύσιν» (ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνός). Ἀθάνατη ἡ ψυχή εἶναι μόνο «κατά χάριν», ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει καί μέ τούς ἁγίους Ἀγγέλους. β) Κατά συνέπειαν, ἡ ψυχή ἔχει χρονική ἀρχή, ἡ ὁποία συμπίπτει μέ τήν ἀρχή τοῦ σώματος. Δέν προϋπάρχει τοῦ σώματος καί δέν εἰσέρχεται σέ ἄλλο σῶμα μετά τόν θάνατο (μετενσάρκωση). γ) Θεμέλιο τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς δέν εἶναι τόσο ἡ δημιουργία της, ὅσο τό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ἀντιλήψεις αὐτές διαφέρουν ἀπό τήν ἐπικρατοῦσα τότε πλατωνική ἀντίληψη, κατά τήν ὁποία, α) Ἡ ψυχή εἶναι «φύσει» ἀθάνατη. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν ἔχει τέλος, ἀλλά δέν ἔχει καί ἀρχή (κατά τή θεολογική ἔκφραση, δέν εἶναι «κτιστή», ἀλλά «ἄκτιστη»). β) Κατά συνέπειαν, ἡ ψυχή προϋπάρχει τοῦ σώματος. Ποῦ προϋπάρχει; Σέ ἕναν ἄϋλο, ἀόρατο καί αἰώνιο κόσμο, στόν ὁποῖο ἀπολάμβανε τήν μακαριότητα καί κατεῖχε τήν τέλεια γνώση. γ) Ὁ ἐγκλεισμός της σέ ἀνθρώπινο σῶμα, σημαίνει ἔκπτωση ἀπό τήν κατάσταση τῆς μακαριότητος, ἀλλά καί τῆς γνώσεως (γι’ αὐτό, «γνῶσις», κατά τόν Πλάτωνα, σημαίνει «ἀνάμνησις»). Αὐτό σημαίνει, ὅτι τό σῶμα εἶναι τό κατώτερο μέρος τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι γιά τήν ψυχή «σῆμα» (τάφος) ἤ «δεσμωτήριον» (φυλακή). δ) Ἡ λύτρωση συνίσταται στήν ἀπαλλαγή - ἀπελευθέρωση ἀπό τό σῶμα καί στήν ἐπιστροφή τῆς ψυχῆς στόν αἰώνιο κόσμο τῆς προέλευσής της. Ἄνθρωπος εἶναι κυρίως ἡ ψυχή ἤ μόνο ἡ ψυχή. Ὁ Πλάτων κληροδότησε στήν ἱστορία τοῦ πολιτισμοῦ ἕναν διχασμό μεταξύ ψυχῆς καί σώματος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἔκδηλος ὅπου ὑπάρχει προτίμηση στίς ἀφηρημένες ἔννοιες καί στίς ἄϋλες πραγματικότητες, δηλ. ὅπου ἐπικρατοῦν οἱ ἀρχές τῆς φιλοσοφίας (ἀλλά καί κάποιων ἐπιστημῶν, ὅπως τά μαθηματικά). Ὡς γλώσσα, ἐπηρέασε τήν ἀσκητική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό ἐκεῖ τήν ὑμνολογική της Παράδοση. Ὁ διχασμός αὐτός ἔφτασε στό ἀποκορύφωμά του στήν αἵρεση τῶν Μανιχαίων, τήν ὁποία ἀντιμετώπισαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ἠ ὁποία πρέσβευε ὅτι ὑπάρχει ἀντίθεση μεταξύ ὕλης καί πνεύματος, σώματος καί ψυχῆς, καί ὅτι ἡ ψυχή εἶναι τό «καλό» μέρος, τό δέ σῶμα εἶναι τό «κακό» μέρος τοῦ ἀνθρώπου. Τό σῶμα θεωρήθηκε ἕδρα τῆς ἁμαρτίας.

Στοιχεῖα Ὀρθόδοξης ἀνθρωπολογίας: Σέ ἀντίθεση μέ τά παραπάνω, ἡ Ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία ὁμιλεῖ γιά «ἁρμονίαν», γιά «φυσικώτατον δεσμόν» καί γιά ἀλληλεπίδραση μεταξύ ψυχῆς καί σώματος (κάτι, πού ἡ ἐπιστήμη ἀνακάλυψε μετά ἀπό πολλούς αἰῶνες). Βασικά σημεῖα της εἶναι: α) Τό σῶμα εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καί, ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ εἶναι «καλόν λίαν» (Γεν. 1,31). Ὁ Θεός δημιουργεῖ τό σῶμα, ὄχι μέ τόν «λόγο» Του, ἀλλά μέ τά «χέρια» Του, δηλ. μέ ἰδιαίτερη δημιουργική Ἐνέργεια. Δέν ὑπάρχει, λοιπόν, καλό καί κακό μέρος, ἀλλά μόνο καλά μέρη τοῦ ἀνθρώπου. β) Ἄνθρωπος δέν εἶναι μόνο ἡ ψυχή, οὔτε μόνο τό σῶμα, ἀλλά τό «συναμφότερον», ἡ ἕνωση ψυχῆς καί σώματος. Μέ αὐτή τήν προϋπόθεση, οἱ Πατέρες τονίζουν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πρωτίστως «ζῶον», δηλ. σῶμα: «Ζῶον γάρ ἐστιν ὁ ἄνθρωπος». «Ἄνθρωπός ἐστι ζῶον λογικόν, θνητόν. Ταῦτα ὅλα οὐσιώδη εἰσίν». «Ἐρωτώμενοι, τί ἐστιν ἄνθρωπος, φαμέν ζῶον. Εἶτα ἐρωτώμενοι, ὁποῖον ζῶον, λέγομεν λογικόν, θνητόν» (ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνός). Βέβαια, εἶναι «ζῶον λογικόν», ἀλλά καί «ζῶον θεούμενον» (ἅγ. Γρηγόριος Θεολόγος). Ὁ θάνατος, ὡς μέγιστο κακό, διέτεμε τήν «ἁρμονίαν» ψυχῆς καί σώματος, ἀλλά ὁ Χριστός ἦλθε γιά νά καταργήσει τόν θάνατο καί νά ἀποκαταστήσει τόν ἄνθρωπο στήν ὁλότητά του. Γι’ αὐτό «προσδοκῶμεν ἀνάστασιν νεκρῶν», πού σημαίνει ἀνάσταση σωμάτων. γ) Εἶναι γεγονός ὅτι, τό σῶμα στήν παροῦσα (μεταπτωτική) κατάστασή μας βρίσκεται ὑπό τό κράτος τοῦ θανάτου καί τῆς ἁμαρτίας. Ὅμως, τό ἴδιο ἀκριβῶς ἰσχύει καί γιά τήν ψυχή. Γιά τόν ἀπ. Παῦλο, ὁ «σαρκικός ἄνθρωπος» δέν διαφέρει ἀπό τόν «ψυχικό ἄνθρωπο»· μόνο ὁ «πνευματικός ἄνθρωπος» διαφέρει ἀπό τούς δύο προηγούμενους. Ἡ ἁμαρτία, τόσο ἡ πτωτική, ὅσο καί ἡ μεταπτωτική, δέν προέρχεται ἀπό τό σῶμα, ἀλλά ἀπό τήν ψυχή. Ἔτσι, στήν πτώση τό «πταῖσαν καί πρωτοπαθῆσαν» μέρος τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ὁ «νοῦς», τό «καθαρώτατον» μέρος τῆς ψυχῆς. Ἀλλά καί τώρα, «τό σῶμα νεκρόν κείμενον, οὐχ ἁμαρτάνει. Οὐκοῦν οὐκ ἐκ τοῦ σώματος ἡ ἁμαρτία, ἀλλ’ ἐκ τῆς ψυχῆς» (Ἰω. Δαμασκηνός). δ) Ὁ Κύριος κατά τήν ἐνανθρώπισή Του προσέλαβε ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο σῶμα, ἀποτελούμενο ἀπό ἀνόργανη ὕλη καί ζωή (ἐκτός ἀπό τό στοιχεῖο τῆς ἁμαρτίας), τό ὁποῖο ἁγίασε, ἀφθαρτοποίησε καί θέωσε. Τώρα τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἵσταται «δεδοξασμένον» καί «ἐν πλήρῃ Δόξῃ» «ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός». Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλύτερη τιμή, πού μπορεῖ νά ὑπάρξει γιά τό ἀνθρώπινο σῶμα. ε) Κάθε πιστός τοῦ Χριστοῦ, ἀπό τή στιγμή πού βαπτίζεται καί ἀπό τή στιγμή πού μετέχει στή Θεία Εὐχαριστία, γίνεται «μέλος Χριστοῦ», μετέχει στό δεδοξασμένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί γίνεται «ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Αὐτό εἶναι ἰδιαίτερα ἔκδηλο στά Λείψανα τῶν Ἁγίων. Λείψανα εἶναι τά δεδοξασμένα σώματα τῶν Ἁγίων, στά ὁποῖα παραμένει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ μετά τόν σωματικό τους θάνατο, ἐνεργεῖ καί μεταδίδεται σέ ὅσους τά προσκυνοῦν. στ) Ἄν τό σῶμα εἶναι «ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» καί «ναός τοῦ Θεοῦ», ὁ πιστός τοῦ Χριστοῦ ὀφείλει νά τό προστατεύει (ἀπό καταχρήσεις, ναρκωτικά, φθοροποιές συνήθειες κ.λπ.): «Οὐκ οἴδατε ὅτι ναός Θεοῦ ἐστε καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν; Εἴ τις τόν ναόν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός» (Α' Κορ. 3, 16-17). Ἡ νηστεία καί κάθε ἄλλη σωματική ἄσκηση δέν στρέφεται ἐναντίον τοῦ ἴδιου τοῦ σώματος, ἀλλά ἐναντιον τῶν παθῶν καί τῆς ἐνοικούσης στό σῶμα ἁμαρτίας: «Ἡμεῖς οὐκ ἐδιδάχθημεν σωματοκτόνοι, ἀλλά παθοκτόνοι» (Ἀββᾶς Ποιμήν, Γεροντικό). ζ) Τό ὅτι τό σῶμα εἶναι «λίαν καλόν», δέν σημαίνει ὅτι εἶναι ἴδιας ἀξίας μέ τήν ψυχή. Ὑπάρχει ἱεραρχία τῶν μερῶν τοῦ ἀνθρώπου, κατά τήν ὁποία τό ἀνώτερο «ἡγεμονεύει» στό κατώτερο. Ὁ ἄνθρωπος λειτουργεῖ σωστά, ὅταν ἡ ψυχή ἡγεμονεύει τοῦ σώματος, ὅταν τό «λογικόν» τῆς ψυχῆς (ὀ «λόγος»), ἡγεμονεύει τοῦ «ἀλόγου» (τῆς βούλησης καί τοῦ συναισθήματος), ὅταν τό «νοερόν» τῆς ψυχῆς (ὀ «νοῦς») ἠγεμονεύει τοῦ «λογικοῦ» (τοῦ «λόγου») καί ὅταν ὁ Θεός ἡγεμονεύει καί κατευθύνει τό ἀνθρώπινο «νοερόν» καί, μέσῳ αὐτοῦ, τόν ὅλο ἄνθρωπο. Ὅπου ἀνατρέπεται αὐτή ἡ ἱεραρχία, ὁ ἄνθρωπος λειτουργεῖ ἀρρωστημένα, ἀσθενεῖ. η) Ἡ Ἐκκλησία, τιμῶντας τό νεκρό ἀνθρώπινο σῶμα, δέν τό κατακαίει, ὡς «ἀναλώσιμο ὑλικό», ἀλλά τό κηδεύει καί τό θάπτει. «Κήδευση» καί «κηδεία» εἶναι οἱ τιμητικές ἐκδηλώσεις πρός τό νεκρό σῶμα πρό τῆς ταφῆς του: στολισμός, τοποθέτηση στό κέντρο τοῦ Ναοῦ, κοινή προσευχή (Νεκρώσιμη Ἀκολουθία), θυμίαση, τιμητική προσκύνηση («τελευταῖος ἀσπασμός»). Ὁ τόπος τῆς ταφῆς ἀποκαλεῖται «Κοιμητήριο» καί ὄχι «Νεκροταφεῖο», ὑπενθυμίζοντας τήν προσδοκόμενη ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, τῆς ὁποίας «ἀπαρχή» εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ (Α' Κορ. 15,20). «Μάρτυρες» τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν εἶναι τά ἄφθαρτα Λείψανα τῶν Ἁγίων, τά ὁποῖα διατηροῦνται σέ μιά κατάσταση «μεταξύ φθορᾶς καί ἀφθαρσίας» μέχρι τήν «κοινήν ἀνάστασιν», τήν ἕνωσή τους μέ τήν ψυχή καί τήν ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπου στήν ὁλοκληρία του. 

(«Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία καί Παράδοση», Πρόγραμμα Μελέτης καί Ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως. Ὑπεύθυνος π. Σωτήριος Ὀ. Ἀθανασούλιας. Περίοδος Γ΄, ἔτος 2025-2026).

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου