Ἀγαπητοί φίλοι,

Σᾶς καλωσορίζω στό προσωπικό μου blog καί σᾶς εὔχομαι καλή περιήγηση. Σ’ αὐτό θά βρεῖτε κείμενα θεολογικοῦ καί πνευματικοῦ περιεχομένου, ὅπως κείμενα ἀναφερόμενα στήν πίστη καί Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, δογματικά καί ἐπίσημα ἐκκλησιαστικά κείμενα, ἀντιαιρετικά κείμενα, κείμενα πνευματικῆς οἰκοδομῆς, κείμενα ἀναφερόμενα σέ προβληματισμούς καί ἀναζητήσεις τῆς ἐποχῆς μας καί, γενικά, διάφορα στοιχεῖα ἀπό τήν πίστη καί ζωή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας.

Εὔχομαι τά κείμενα αὐτά καί κάθε ἀνάρτηση σ’ αὐτό τό ἰστολόγιο νά φανοῦν χρήσιμα σέ ὅσους ἐνδιαφέρονται, νά προβληματίσουν θετικά, νά ἀφυπνίσουν καί νά οἰκοδομήσουν πνευματικά.

Ἡ εὐλογία καί ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου νά εἶναι πάντοτε μαζί σας.

Μετά τιμῆς καί ἀγάπης.

π. Σωτήριος Ἀθανασούλιας

Ἐφημέριος Μητροπολιτικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Δήλωσις της Ορθοδόξου Αντιπροσωπείας εἰς τό Συνέδριον του New Delhi (1961)


ΔΗΛΩΣΙΣ
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ Γ' ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
ΤΟΥ «ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ»
NEW DELHI 1961

Οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τὸ τμῆμα ἑνότης χαιρετίζουσι τὴν ἐν Ἁγίῳ Ἀνδρέα τῆς Σκωτίας κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1960 γενομένην ἀποδέκτην ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστεως καὶ Τάξεως» ὡς σημαντικὸν καὶ ἐνθαρρυντικὸν οἰκουμενικὸν ἐπίσημον κείμενον. Ἡ Οἰκουμενικὴ Κίνησις. ὅπως ἐκφράζεται αὕτη νῦν ἐν τῷ Παγκοσμίῳ Συμβουλίῳ τῶν Ἐκκλησιῶν, ἔσχε μὲν τὴν προέλευσίν της διὰ προτεσταντικῆς πρωτοβουλίας, δὲν ἐθεωρήθη ὅμως ἀπ’ ἀρχῆς ὡς προτεσταντικὸν ἐγχείρημα, οὔτε ἄλλως τε ἔπρεπε νὰ θεωρῆται ὡς τοιοῦτον. Τοῦτο δέον νὰ τονισθῇ ἰδιαιτέρως νῦν, ὅτε πᾶσαι σχεδὸν αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι κατέστησαν μέλη τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου. Ἐνώπιον τῆς κα­ταστάσεως ταύτης αἰσθάνονται οἱ Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπογραμμίσωσι τὴν θεμελιώδη διαφοράν, ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ τῆς ἰδί­ας αὐτῶν θέσεως ἀπέναντι τοῦ οἰκουμενικοῦ προβλήματος καὶ ἐκείνης, ἥτις ἔχει περιληφθῇ εἰς τὸ ἐπίσημον κείμενον τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου.

Τὸ οἰκουμενι­κὸν πρόβλημα, κατὰ τὴν συνήθη αὐτοκατανόησιν τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, εἶναι πρωτίστως πρόβλημα τοῦ προτεσταντικοῦ κόσμου. Τὸ κύριον πρόβλημα ἐν τῇ συναρτήσει ταύτῃ εἶναι τὸ τῆς «κατατετμημένης ὁμολογιακῆς μορφῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ» («Denominationalismus»). Συνεπείᾳ τούτου τὸ πρόβλημα τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος ἢ τῆς χριστιανικῆς ἐπανενώσεως ἐξετάζεται συνήθως ὡς ζήτημα πανομολογιακῆς τινος συμφωνίας ἢ ἀποκαταστάσεως. Ἐν τῷ προτεσταντικῷ κόσμῳ τῆς ἀδεσμεύτου ἀνταλλαγῆς τῶν γνωμῶν μία τοιαύτη τοποθέτησις εἶναι τελείως φυσική. Διὰ τοὺς Ὀρθοδόξους ὅμως τὸ θεμελιῶδες οἰκουμενικὸν πρόβλημα εἶναι τὸ τοῦ Σχίσματος. Οἱ Ὀρθόδοξοι δὲν δύνανται νὰ δεχθῶσι τὴν ἰδέαν μιᾶς «ὁμοτιμίας (ἐξισώσεως) τῶν χριστιανικῶν ὁμολογιακῶν ὁμάδων (Denominationen)», οὔτε ἐπίσης νὰ φαντασθῶσι τὴν χριστιανικὴν ἐπανένωσιν ὡς, οὔτε ὀλίγον οὔτε πολύ, πανομολογιακὴν συγκόλλησιν (παράθεσιν). Ἡ ἑνότης ἔχει διασπασθῇ καὶ δέον ὅπως κερδηθῇ ἐκ νέου. Διότι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δεν εἶναι μία Ὁμολογία, μία ἐκ τῶν πολλῶν, μία μεταξὺ τῶν πολλῶν. Διὰ τοὺς Ὀρθοδόξους ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι «ἡ» (καθαυτό) Ἐκκλησία. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει τὴν ἀντίληψιν καὶ συνείδησιν, ὅτι ἡ ἐσωτερική της δομὴ καὶ ἡ διδασκαλία της συμπίπτουσι πρὸς τὸ ἀποστολικὸν κήρυγμα καὶ τὴν παράδοσιν τῆς ἀρχαίας ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εὑρίσκεται εἰς ἀδιάσπαστον καὶ συνεχῆ διαδοχὴν τῆς μυστηριακῆς ἱερωσύνης (sakramental ministry), τῆς μυστηριακῆς ζωῆς καὶ τῆς πίστεως. Ἡ ἀποστολικὴ διαδοχὴ τοῦ ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος καὶ τῆς μυστηριακῆς ἱερωσύνης εἶναι πράγματι διὰ τοὺς Ὀρθοδόξους οὐσιῶδες καὶ συστα­τικὸν καὶ διὰ τοῦτο ὑποχρεωτικὸν στοιχεῖον τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας καθόλου. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καταλαμβάνει συμφώνως πρὸς τὴν ἐσωτερικήν της πεποίθησιν καὶ ἐν γνώσει τῆς καταστάσεως. ἰδιαιτέραν τινὰ καὶ ἔκτακτον θέσιν ἐντὸς τῆς διηρημένης Χριστιανοσύνης, ὡς φορεὺς δηλαδὴ καὶ μάρτυς τῆς παραδόσεως τῆς ἀρχαίας ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας, ἐκ τῆς ὁποίας προέρχονται διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς ἐλαττώσεως (ὑποβιβάσεως, Reduktion) καὶ τοῦ ἀποχωρισμοῦ (Separation) ὅλαι αἱ ὑφιστάμεναι χριστιανικαὶ ὁμολογίαι. Ἐξ ὀρθοδόξου ἐπόψεως δύναται ἡ παροῦσα οἰκουμενικὴ προσπάθεια νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς «οἰκουμενικότης ἐν χώρῳ», ἡ ὁποία ἀποσκοπεῖ εἰς συμφωνίαν μεταξὺ τῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, ὅπως αὗται ὑφίστανται ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἡ προσπάθεια αὕτη εἶναι ἐξ ὀρθοδόξου ἐπόψεως πλήρως ἀνεπαρ­κὴς καὶ ἀτελής. Τὸ κοινὸν βάθρον, τὸ κοινὸν μᾶλλον ὑπόβαθρον, τῶν ὑφισταμέ­νων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν δύναται νὰ εὑρεθῇ καὶ πρέπει νὰ ἀναζητηθῇ ἐν τῷ παρελθόντι, ἐν τῇ κοινῇ αὐτῶν ἱστορίᾳ, ἐν ἐκείνῃ τῇ κοινῇ ἀρχαίᾳ καὶ ἀποστολικῇ παραδόσει, ἐκ τῆς ὁποίας προέρχονται ὅλαι αἱ χριστιανικαὶ ὁμολογίαι. Τοῦτο τὸ εἶδος τῶν οἰκουμενικῶν προσπαθειῶν δύναται ἀληθῶς νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς «οἰκουμενικότης ἐν χρόνῳ». Αὐτὴ αὕτη ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστεως καὶ τάξεως» ἀναφέρει «συμφωνίαν (ἐν τῇ πίστει) μὲ ὅλας τὰς ἐποχὰς» καὶ μάλι­στα ὡς κανονιστικὴν προϋπόθεσιν διὰ τὴν ἑνότητα. Οἱ ὀρθόδοξοι θεολόγοι προτείνουσι τὴν νέαν ταύτην μέθοδον οἰκουμενικῆς ἐρεύνης καὶ τὸ νέον τοῦτο κριτήριον οἰκουμενικῆς ἀξιολογήσεως ὡς τὸν βασιλικὸν λίθον, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ὑπὸ τῶν κεχωρισμένων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν θὰ ἀνακαλυφθῇ ἐκ νέου ἡ ἑνότης διὰ τῆς ἐπανόδου των εἰς τὸ κοινὸν αὐτῶν παρελθόν. Ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ταύτης δύνανται αἱ κεχωρισμένων ἐπιδιώξεων χριστιανικαὶ ὁμολογίαι νὰ συναντηθῶσιν ἐν τῇ ἑνότητι τῆς μιᾶς κοινῆς παραδόσεως. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι πρόθυμος νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν κοινὴν ταύτην ἐργασίαν ὡς εἷς μάρτυς, ὅστις ἀδιασπάστως ἔχει διαφυλάξει τὸν θησαυρὸν τῆς ἀποστολικῆς πίστεως καὶ παραδόσεως. Οὐδεμία στατικὴ ἀνασύστασις ἀρχαίων τύπων ἀναμένεται, ἀλλὰ μᾶλλον δυναμικὴ ἐκ νέου ἀνακάλυψις τοῦ ἀειθαλοῦς ἤθους, τὸ ὁποῖον ἐγγυᾶται ἀποκλειστικῶς τὴν συμφωνίαν «ὅλων τῶν ἐποχῶν». Οὐδεμία ἐπίσης ἄκαρπος ὁμοιομορφία θὰ ὤφειλε νὰ ὑπάρχει, ἀφοῦ ἡ αὐτὴ πίστις, μυστηριώδης εἰς ἐσωτάτην οὐσίαν καὶ ἀδιερεύνητος καὶ προσηκόντως δι’ ἀνθρωπίνων ἐννοιῶν ἄφατος, δύναται παρὰ ταῦτα νὰ ἐκφρασθῇ ἀκριβῶς κατὰ διαφόρους τρόπους. Τὸ ἄμεσον ἀντικείμενον τῆς οἰκουμενικῆς ἐρεύνης εἶναι, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ἀνασύστασις μιᾶς χριστιανικῆς συνειδήσεως, ἡ ἐκ νέου ἀνακάλυψις τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως, τὸ πλήρωμα χριστιανικῆς κατανοήσεως καὶ πεποιθήσεως ἐν συμφωνίᾳ μὲ ὅλας τὰς ἐποχάς.

ΠΗΓΗ:
Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας,
τ. ΙΙ, ἔκδ. β΄, Graz Austria 1968, σ. 977-979.

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ:
Στή θέση αὐτή («Οἰκουμενική Κίνησις») ἀναρτῶνται πρός ἐνημέρωσιν τῶν ἐνδιαφερομένων ἐπίσημα κείμενα, ἀναφερόμενα στόν Διάλογο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ διάφορες Χριστιανικές Ὁμολογίες, ἀκόμη καί ἄν δέν ἐκφράζουν ἀκριβῶς ἤ ὀρθῶς τό φρόνημα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου