Ἀγαπητοί φίλοι,

Σᾶς καλωσορίζω στό προσωπικό μου blog καί σᾶς εὔχομαι καλή περιήγηση. Σ’ αὐτό θά βρεῖτε κείμενα θεολογικοῦ καί πνευματικοῦ περιεχομένου, ὅπως κείμενα ἀναφερόμενα στήν πίστη καί Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, δογματικά καί ἐπίσημα ἐκκλησιαστικά κείμενα, ἀντιαιρετικά κείμενα, κείμενα πνευματικῆς οἰκοδομῆς, κείμενα ἀναφερόμενα σέ προβληματισμούς καί ἀναζητήσεις τῆς ἐποχῆς μας καί, γενικά, διάφορα στοιχεῖα ἀπό τήν πίστη καί ζωή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας.

Εὔχομαι τά κείμενα αὐτά καί κάθε ἀνάρτηση σ’ αὐτό τό ἰστολόγιο νά φανοῦν χρήσιμα σέ ὅσους ἐνδιαφέρονται, νά προβληματίσουν θετικά, νά ἀφυπνίσουν καί νά οἰκοδομήσουν πνευματικά.

Ἡ εὐλογία καί ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου νά εἶναι πάντοτε μαζί σας.

Μετά τιμῆς καί ἀγάπης.

π. Σωτήριος Ἀθανασούλιας

Ἐφημέριος Μητροπολιτικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

Η περί ανθρώπου διδασκαλία των «Μαρτύρων του Ιεχωβά»


Η ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ «ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ»

ΠΡΩΤ.
ΣΩΤΗΡΙΟΥ Ο. ΑΘΑΝΑΣΟΥΛΙΑ

Εἰσήγηση
στό Σεμινάριο Ἀπολογητικῆς τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Κηφισίας, Ἀμαρουσίου καί Ὠρωποῦ,
Ἱ. Ναός Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, Δήμου Μεταμορφώσεως Ἀττικῆς, 
Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018[1].

Σεβαστοί πατέρες καί ἀγαπητοί ἀδελφοί,

Πρίν εἰσέλθω στό θέμα τῆς σημερινῆς μας συναντήσεως, θεωρῶ ἐπιβεβλημένο, νά εὐχαριστήσω καθηκόντως καί ἐκ βάθους ψυχῆς τόν Σεβασμιώτατο Ποιμενάρχη τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Μητροπόλεως, Μητροπολίτη Κηφισίας, Ἀμαρουσίου καί Ὠρωποῦ κ.κ. Κύριλλο, καί τούς συνεργάτες του στό ἀντιαιρετικό ἔργο τῆς Μητροπόλεως, γιά τήν πρόσκληση καί τή μεγάλη τιμή νά εἶμαι σήμερα ἀνάμεσά σας, γιά νά σᾶς μεταφέρω ἐλάχιστες ἐμπειρίες ἀπό τή διακονία μου στό ἀντιαιρετικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας μας. Εἶναι, ὄντως, πολύ σημαντικό τό νά συμμετέχει κάποιος σέ μιά τέτοια εὐλογημένη χορεία, μέ σκοπό τήν ἀνταλλαγή ἀπόψεων γιά προβλήματα τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας καί μέ τελικό στόχο τήν οἰκοδομή τῶν πιστῶν μας καί τή σωτηρία ψυχῶν «ὑπέρ ὧν Χριστός ἀπέθανεν»[2].

Τό σημερινό μας θέμα εἶναι οἱ περί ἀνθρώπου ἀντιλήψεις ἤ, καλύτερα, οἱ περί ἀνθρώπου πλάνες τῶν «Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ». Τό θέμα εἶναι, νομίζω, ἐνδιαφέρον, ἰδιαίτερα γιά μᾶς τούς Κληρικούς, ἀφ’ ἑνός μέν ἐπειδή ἡ ἑταιρία «Σκοπιά» τῶν «Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ» εἶναι ἡ πιό γνωστή αἵρεση στήν Ἑλλάδα, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἐπειδή ὅσο περνάει ὁ καιρός τά ἀνθρωπολογικά ζητήματα, δηλαδή τά σχετικά μέ τόν ἄνθρωπο ἐρωτήματα, ἔρχονται ὅλο καί περισσότερο στό ἐπίκεντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος ὅλων. Γιά τή Θεολογία μας, εἰδικότερα, ἔχει ἐφραστεῖ ἡ ἄποψη ἀπό μεγάλους Ὀρθοδόξους θεολόγους, ὅτι ὁ αἰῶνας, πού ἤδη διανύουμε, θά εἶναι ὁ αἰῶνας τῆς ἀνθρωπολογίας[3]. Ἔτσι, κάθε θρησκευτική ὁμάδα, κάθε φιλοσοφικό σύστημα, κάθε ἰδεολογική κατεύθυνση ἐμφανίζεται μέ μιά συγκεκριμένη ἀνθρωπολογία, προσπαθώντας νά ἀπαντήσει στά ἐρωτήματα τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ποιά ἡ προέλευσή του, ποιός ὁ προορισμός του, ποιός ὁ σκοπός τῆς ζωῆς του κ.λπ. Εἶναι φυσικό, λοιπόν, κάτι τέτοιο νά συμβαίνει καί στήν αἵρεση τῶν «Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ».
Ἐπιγραμματικά ἀναφέρουμε ὅτι, ἡ ἑταιρία «Σκοπιά» τῶν «Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ» εἶναι μιά αἵρεση, ἤ ἀκριβέστερα μιά παραχριστιανική ὀργάνωση, πού ἱδρύθηκε στίς Ἡνωμένες Πολιτείες Ἀμερικῆς στά τέλη τοῦ 19ου αἰ.. Ἐμφανίσθηκε ὡς ἰδιωτική ἐπιχείρηση τοῦ ἱδρυτῆ της, ἔγινε κατόπιν μετοχική ἑταιρία διακίνησης θρησκευτικῶν ἐντύπων καί ἰδεῶν καί, τέλος, ἐξελίχθηκε σέ θεοκρατική ὀργάνωση, μέ παγκόσμια ἐξάπλωση καί μέ ἀξιώσεις ὅτι εἶναι ἡ «μόνη νόμιμη κυβέρνηση σ’ ὅλη τή γῆ»[4].
Βέβαια, στήν ὀργάνωση δέν ὑπάρχει μιά συγκροτημένη ἀνθρωπολογία, ὅπως αὐτές πού ὑπάρχουν σέ ἐγχειρίδια δογματικῆς τῆς Ἐκκλησίας μας. Συναντοῦμε μόνο διάσπαρτες πληροφορίες περί ἀνθρώπου σέ διάφορα κείμενά της, πολλές φορές ἀντιφατικές μεταξύ τους, ὅπως ἄλλωστε συμβαίνει καί σέ ἄλλα σημεῖα τῆς διδασκαλίας της. Ὡστόσο, κάποιες ὄψεις τοῦ θέματος τονίζονται ἰδιαίτερα ἀπό τήν ὀργάνωση καί ἐκεῖ ἀκριβῶς ἐντοπίζονται οἱ πεπλανημένες περί ἀνθρώπου ἀντιλήψεις της. Ἄς δοῦμε, ὅμως, τά πράγματα ἀναλυτικότερα.

*     *     *

Προφανῶς, ἡ ἑταιρία «Σκοπιά» ἀποδέχεται τή βιβλική ἀλήθεια ὅτι ὁ κόσμος καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ[5]. Ὁ Ἰεχωβᾶ Θεός, ἀφοῦ δημιούργησε πρῶτα τόν Υἱό καί Λόγο Του, γιά νά τόν ἔχει ὡς «πρωτεργάτη» ἤ «ἀριστοτέχνη» στό ἔργο τῆς ὑπόλοιπης δημιουργίας[6], δημιούργησε στή συνέχεια τόν κόσμο, ἐντός τοῦ ὁποίου τοποθέτησε τόν ἄνθρωπο. Ὁ κόσμος, διδάσκει ἡ ἑταιρία, δημιουργήθηκε γιά τόν ἄνθρωπο. Ἡ γῆ, εἰδικότερα, εἶναι τό «πλανητικό σπίτι»[7], πού ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιά κατοικία τοῦ ἀνθρώπου, ἤ, σύμφωνα μέ ἄλλο παράδειγμα, ἡ γῆ εἶναι ἕνα «διαστημόπλοιο», μέ τό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ταξιδεύει στό σύμπαν[8]. Αὐτό τό τέλειο «πλανητικό σπίτι» ἔχει σχεδιαστεῖ νά ὑπάρχει γιά πάντα[9].
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι «γιός τοῦ Θεοῦ»[10], ὅπως ἀκριβῶς ὁ «πρωτότοκος» Υἱός καί Λόγος Του, ὅπως ἐπίσης καί οἱ Ἄγγελοι. Ἡ διαφορά ἀπό τόν «πρωτότοκο» δέν εἶναι ὀντολογικῆς, οὔτε κἄν ἠθικῆς φύσεως, οὔτε διαφορά βαθμοῦ τελειότητος, ἀλλά μόνο διαφορά προτεραιότητος: Ἀμφότεροι ἀνήκουν στά κτίσματα, ἀλλά Ἐκεῖνος δημιουργήθηκε πρῶτος καί ἄμεσα ἀπό τόν Θεό, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀργότερα καί μέσω αὐτοῦ τοῦ πρώτου κτίσματος. Ἄλλωστε, ὁ Ἀδάμ πλάστηκε τέλειος, ὅπως ὁ «πρωτότοκος» καί ὅπως ὁ ὑπόλοιπος κόσμος[11].
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι σῶμα καί ψυχή. Ὡστόσο, τά δύο αὐτά στοιχεῖα δέν διακρίνονται σαφῶς στή διδασκαλία τῆς αἵρεσης. Ἀπό τό σῶμα τονίζεται ἰδιαίτερα ἡ «ἱερότητα τοῦ αἵματος»[12], γι’ αὐτό ἡ ἑταιρία «Σκοπιά» μετά τό 1961 ἀπαγορεύει αὐστηρά τή μετάγγισή του, παραβλέποντας κάθε τραγική συνέπεια γιά τή ζωή ἤ τήν ὑγεία τῶν μελῶν της. «Ἡ μετάγγιση αἵματος ἀπαγορεύεται γιά ἀφιερωμένους στό Θεό, ἄν γίνει ὅμως, θά γίνει μέ κόστος τήν αἰώνια ζωή», διακηρύσσει[13]. Ἀντίθετα, πρίν τό 1961 ἰσχυριζόταν ὅτι ἡ μετάγγιση αἵματος ὄχι μόνο δέν ἀπαγορεύεται, ἀλλά καί ἐπιβάλλεται ἀπό τήν Ἁγία Γραφή σέ περιπτώσεις ἀνάγκης[14]!
Ἡ ψυχή δέν ἀποτελεῖ ἰδιαίτερο συστατικό τοῦ ἀνθρώπου. «Ἡ λέξις ψυχή σημαίνει ὕπαρξιν, ζῶν καί ἀναπνέων δημιούργημα ἤ κτίσμα»[15]. «Ἡ ἀνθρώπινη ψυχή εἶναι τό ἴδιο τό ἄτομο τό ὁρατό»[16] καί «αἱ λέξεις ψυχή, κτῖσμα καί ἄνθρωπος εἶναι ταυτόσημοι»[17], διαβάζουμε σέ κείμενα τῆς ἑταιρίας. Ἀναγκαῖο ἀποτέλεσμα αὐτῶν τῶν ἀντιλήψεων εἶναι ἡ πλάνη, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ψυχή εἶναι θνητή, ὅτι ἀποθνήσκει μαζί μέ τό σῶμα. Ἡ ἑταιρία «Σκοπιά» δέν πιστεύει στή μετά θάνατον ζωή. Διδάσκει ὅτι ὁ ἄνθρωπος πεθαίνει ψυχῇ τε καί σώματι, μέ τήν ἐλπίδα ὅτι κάποτε θά ἀναστηθεῖ. Στό μεσοδιάστημα μέχρι τήν ἀνάσταση τελεῖ σέ πλήρη ἀνυπαρξία καί διατηρεῖται πιθανόν μόνο στή μνήμη τοῦ Θεοῦ. Στήν προσπάθεια νά ἐμφανίσει τίς ἀντιλήψεις αὐτές ὡς διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἡ ἑταιρία παρερμηνεύει μέ πρωτοφανῆ τρόπο τή βιβλική ἔκφραση «ἐν τοῖς μνημείοις»[18], ὡς ἀναφερόμενη στή «μνήμη» τοῦ Θεοῦ! Διαβάζουμε σέ κείμενό της: «Ἡ ἔκφραση "ἐν τοῖς μνημείοις" δείχνει ὅτι οἱ νεκροί ... διατηροῦνται στή "μνήμη" τοῦ Θεοῦ»[19].
Κατά συνέπειαν, ὁ ἄνθρωπος, τουλάχιστον ὡς πρός αὐτό τό σημεῖο, δέν διαφέρει ἀπό τά ζῶα. «Τό "πνεῦμα" πού κάνει τά ζῶα νά ζοῦν εἶναι τό ἴδιο πού κάνει τούς ἀνθρώπους νά ζοῦν. Ὅταν αὐτό τό "πνεῦμα" ... βγαίνει, τόσο ὁ ἄνθρωπος ὅσο καί τό κτῆνος ἐπιστρέφουν στό χῶμα ἀπό τό ὁποῖο ἔγιναν»[20], ἰσχυρίζεται ἡ αἵρεση. «Τό ὅτι τάχα ἡ ψυχή ζεῖ μετά τόν θάνατο εἶναι ἕνα ψέμα πού τό εἶπε ὁ Διάβολος»[21], ἀφοῦ «δέν ὑπάρχει τίποτα πού νά ἐπιζῆ μετά τόν θάνατο τοῦ ἀνθρώπου»[22]. Ὅμως, «πῶς ἀναπτύχθηκε ἡ δοξασία γιά τήν ἔμφυτη ἀθανασία τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν; Ἀπό ποῖον προῆλθε; ... Ἄν ἐξετάσουμε τίς σελίδες τῆς Ἱστορίας διαπιστώνουμε ὅτι τό δόγμα τῆς ἀθανασίας τοῦ ἀνθρώπου ... ἀποτελεῖ πρωτεῦον χαρακτηριστικό ὅλων τῶν εἰδωλολατρικῶν θρησκειῶν. Ὁ ψευδοδιδάσκαλος ἦταν ὁ Σατανᾶς"»[23]. «Σέ ἀντίθεση μέ τήν Ἑλληνική Φιλοσοφία, οἱ Γραφές δείχνουν καθαρά ὅτι ἡ ψυχή δέν εἶναι αὐτό πού ἔχει τό ἄτομο, ἀλλά αὐτό πού εἶναι»[24].
Οἱ παραπάνω ἰσχυρισμοί ἐπαναλαμβάνονται συνεχῶς σέ διάφορα κείμενα τῶν «Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ». Προφανῶς, ἡ ὀργάνωση ἔχει δίκαιο ὅταν ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ ἀντίληψη γιά τήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς συναντᾶται σέ εἰδωλολατρικές θρησκεῖες καί στήν ἑλληνική φιλοσοφία. Ὅμως, αὐτό δέν καθιστᾶ μιά ἀντίληψη αὐτομάτως πεπλανημένη. Μεταξύ τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως καί τῶν ἀντιλήψεων διαφόρων θρησκειῶν, φιλοσοφικῶν συστημάτων καί ἰδεολογιῶν ρευμάτων ὑπάρχουν ὁμοιότητες καί κοινές ἀλήθειες, ὅπως ὑπάρχουν καί διαφορές. Οἱ μεγάλοι ἐκκλησιαστικοί Πατέρες τοῦ δ' καί ε' αἰῶνα χρησιμοποίησαν ἄνετα τήν εὐρύτατα διαδεδομένη στήν ἐποχή τους ἀντίληψη τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας γιά τήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, ἐπισημαίνοντας, ὅμως, κάποιες ριζικές διαφορές της ἀπό τήν ἀντίστοιχη βιβλική καί ἐκκλησιαστική πίστη, ὅπως: α) Ἡ ψυχή δέν εἶναι ἄκτιστη, ἀλλά κτιστή. β) Κατά συνέπειαν, ἔχει συγκεκριμένη χρονική ἀρχή· δέν προϋπάρχει τοῦ σώματος, ἀλλά κτίζεται μαζί μέ αὐτό. γ) Δέν εἶναι ἀθάνατη «φύσει», ἀλλά «χάριτι», δηλαδή λαμβάνει τήν ἀθανασία ὡς πρόσθετο χάρισμα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ψυχή εἶναι «φύσει» θνητή καί «χάριτι» ἀθάνατη. «Φύσει» ἀθάνατος εἶναι μόνο ὁ Θεός. δ) Ἡ ψυχή δέν συνδέεται μέ πολλά σώματα, ἀλλά μόνο μέ ἕνα, δηλαδή δέν εἰσέρχεται σέ ἄλλο σῶμα μετά τόν φυσικό θάνατο, κάτι πού ἀποκλείει παντελῶς τή γνωστή ἰδέα τῆς μετενσάρκωσης τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν. ε) Ἡ ψυχή δέν ταυτίζεται μέ τόν ἄνθρωπο, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ», γιατί ἄνθρωπος εἶναι ἡ ἕνωση ψυχῆς καί σώματος. Ἄν κάπου ἡ Ἁγία Γραφή ἀποκαλεῖ «ψυχή» τόν ὅλο ἄνθρωπο, αὐτό συμβαίνει γιατί χρησιμοποιεῖ, κατά τό γνωστό σχῆμα λόγου, τό μέρος ἀντί τοῦ ὅλου[25]. στ) «Ἡ ἀθανασία τοῦ ἀνθρώπου δέν στηρίζεται στήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, ἀλλά στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί στήν μελλοντική ἀνάσταση τῶν σωμάτων»[26]. Μέ αὐτές ἀκριβῶς τίς προϋποθέσεις, ἡ Ὀρθόδοξη διδασκαλία γιά τήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς παραμένει βαθύτατα βιβλική, ἀποφεύγοντας κάθε ἐξωβιβλική παρεκτροπή καί στηριζόμενη σέ σαφεῖς βιβλικές μαρτυρίες, ὅπως ἡ παραβολή τοῦ πλουσίου καί τοῦ Λαζάρου[27], ἡ ὅραση τῶν ψυχῶν τῶν Μαρτύρων κάτω ἀπό τό οὐράνιο Θυσιαστήριο ἀπό τόν εὐαγγελιστή Ἰωάννη στήν Ἀποκάλυψη[28] καί πολλές ἄλλες.
Ἄς ἐπιστρέψουμε, ὅμως, στή διδασκαλία τῆς ἑταιρίας γιά τή σύσταση τοῦ ἀνθρώπου. Κάθε μελετητής τῆς Ἁγίας Γραφῆς συναντᾶ ἀναπόφευκτα τίς ἀναφερόμενες στόν ἄνθρωπο ἐκφράσεις «κατ’ εἰκόνα» καί «καθ’ ὁμοίωσιν»[29]. Κατά τήν ἑταιρία «Σκοπιά», οἱ ἐκφράσεις αὐτές σημαίνουν ὅτι ὁ Ἀδάμ στήν ἀρχική του κατάσταση «εἶχε ἠθικές ἰδιότητες καί ἱκανότητα γιά πνευματικά πράγματα»[30]. Εἴδαμε ἤδη, ὅτι ὁ Ἀδάμ ἦταν τέλειος. Ὁ ἄνθρωπος, ἰσχυρίζεται ἡ ἑταιρία, εἶναι πλασμένος «λίγο μόνο κατώτερος ἀπό τούς ἀγγέλους». Οἱ Ἄγγελοι εἶναι «πνευματικά πλάσματα μέ μεγαλύτερη δύναμι καί ἱκανότητα ἀπό τούς ἀνθρώπους»[31], «ἀλλά πουθενά ἡ Βίβλος δέν λέγει ὅτι οἱ ἄγγελοι ἔχουν μεγαλύτερη ἠθική ἱκανότητα. Ὅταν ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἦταν στή γῆ ... ἡ ἠθική του ἀκεραιότης ἦταν ἴση μέ ἐκείνη ὁποιουδήποτε μέλους τῆς παγκόσμιας οἰκογένειας τοῦ Θεοῦ στόν οὐρανό καί στή γῆ»[32], δηλαδή ἄνθρωποι καί Ἄγγελοι εἶναι στό ἴδιο ἠθικό ἐπίπεδο μέ τόν Χριστό, κατά τούς ἰσχυρισμούς τῆς ἑταιρίας «Σκοπιά»!
Θεωρητικά τουλάχιστον καί σέ ἀντίθεση μέ ὅ,τι συμβαίνει ἐντός της, ἡ ἑταιρία δέχεται ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς βουλήσεως ἀποτελεῖ στοιχεῖο τοῦ «κατ’ εἰκόνα». «Ὁ Θεός ἔπλασε τούς ἀνθρώπους μέ δική τους ἐλευθέρα βούλησι καί ἐπιθυμία νά ἀσκοῦν αὐτή τήν ἐλευθερία»[33]. «Ὡστόσο, γιά νά μπορεῖ κάθε ἄνθρωπος ν’ ἀκολουθεῖ σωστή πορεία στήν ἄσκησι τῆς ἐλευθέρας βουλήσεώς του, ὁ Θεός ἔδωσε καθοδήγησι μέ τή μορφή τῆς συνειδήσεως»[34]
Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε γιά νά ζεῖ αἰώνια στή γῆ, ἀπολαμβάνοντας τά ἀγαθά της καί ζῶντας σέ ἁρμονία μέ τό φυσικό περιβάλλον. Γι’ αὐτό, ὁ Παράδεισος τῶν Πρωτοπλάστων ἦταν ἀποκλειστικά ἐπίγειος τόπος, ἦταν ἕνας ὡραῖος κῆπος τῆς γῆς. «Μπορεῖτε νά ζεῖτε γιά πάντα στόν Παράδεισο στή γῆ», εἶναι ὁ χαρακτηριστικός τίτλος γνωστοῦ βιβλίου τῆς αἵρεσης[35]. Σκοπός τοῦ Θεοῦ ἦταν, μέ τόν πολλαπλασιασμό τῶν ἀνθρώπων, ὁλόκληρη ἡ γῆ νά μεταβληθεῖ σταδιακά σέ «ἔνδοξο παράδεισο». Ἡ τρυφή τοῦ Παραδείσου δέν ἦταν ἄλλη ἀπό τήν ἀπόλαυση, πού παρεῖχαν τά προϊόντα τῆς γῆς. Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ καί ἡ κοινωνία Του μέ τούς Πρωτοπλάστους δέν φαίνεται νά προσέθεταν κάτι σ’ αὐτή τήν ἀπόλαυση. «Ἡ ἀνέκφραστος εὐφροσύνη τῶν ἀγαπώντων» τόν Θεό καί «ἡ ἀπέραντος ἡδονή τῶν καθορώντων τοῦ προσώπου Του τό κάλλος τό ἄρρητον»[36], εἶναι καταστάσεις παντελῶς ἄγνωστες στούς ὁπαδούς τῆς «Σκοπιᾶς».

*     *     *

Ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε, τήν τρυφή τοῦ Παραδείσου διέκοψε ἕνα τραγικό γεγονός, ἡ ἀνθρώπινη πτώση. Εἶναι, ἐπίσης, γνωστό, ὅτι ἀπό τήν ὀρθή κατανόηση καί ἑρμηνεία αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ἐξαρτᾶται ἡ ὀρθή τοποθέτηση ἔναντι ὅλων σχεδόν τῶν θεμάτων πού ἀναφέρονται στήν ἀνθρωπολογία, τή Χριστολογία, τή σωτηριολογία, τήν Ἐκκλησιολογία κ.λπ. Ἡ ἑταιρία «Σκοπιά διερωτᾶται: «Πῶς ὁ τέλειος Ἀδάμ ἔγινε ἐλατωματικός, ἀτελής, ἁμαρτωλός»;[37] Βέβαια, ὁ Ἀδάμ ἐξέπεσε ἐπειδή ἁμάρτησε, παραβαίνοντας τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ καί τρώγωντας τόν καρπό τοῦ «δένδρου τῆς γνώσεως». Ὑποκινητής ἦταν ὁ Διάβολος, ὡστόσο ὁ Ἀδάμ, ὡς τέλειο δημιούργημα, εἶχε ὅλες τίς δυνάμεις νά ἀντισταθεῖ καί νά ἀντιμετωπίσει τή δαιμονική πρόκληση. Αὐτό, ὅμως, δέν συνέβη, πού σημαίνει ὅτι ὁ Ἀδάμ «ἔσφαλε ἑκουσίως, χωρίς δικαιολογία ... ἡ ἁμαρτία του ἦταν ἐντελῶς ἑκουσία καί ἐσκεμμένη»[38].
Σέ τί συνίστατο, ὅμως, ἡ ἁμαρτία, καί τί ἦταν τό «δένδρο τῆς γνώσεως» μέ τόν ἀπαγορευμένο καρπό; Ἡ ἑταιρία γνωρίζει, ὅτι «πολλές εἰκασίες ἔχουν γίνει γι’ αὐτό τό δένδρο» καί ἀπαντᾶ ὅτι «τό δένδρο ἦταν πραγματικό»[39], ὡστόσο ἀντιπροσώπευε κάποια γνώση. Πρόκειται γιά τή γνώση τῶν ὁρίων τῆς κυριαρχίας τοῦ ἀνθρώπου στόν κόσμο. Τό «δένδρο τῆς γνώσεως» ἦταν σύμβολο αὐτῶν ἀκριβῶς τῶν ὁρίων[40]. Μέ ἄλλα λόγια, στόν ἄνθρωπο δόθηκε ἐξουσία κυριαρχίας ἐπί τοῦ κόσμου, ἀλλά κυριαρχίας μόνο σχετικῆς, ὄχι ἀπόλυτης. Τοῦ δόθηκε, γιά παράδειγμα, τό προνόμιο νά ἐξουσιάζει τά ζῶα, ἀλλά ὄχι καί τούς συνανθρώπους του. Ἐκεῖνος, ὅμως, ἐπέκτεινε αὐθαίρετα αὐτή τήν ἐξουσία καί ἐπί τῶν ἄλλων ἀνθρώπων[41]. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἐξουσία στόν κόσμο, ὅπως αὐτή πού ἔχει ὁ φιλοξενούμενος σ’ ἕνα σπίτι. Τήν ἐξουσία τοῦ ἰδιοκτήτη τήν ἔχει ὁ ἴδιος ὁ Ἰεχωβᾶ. Ἡ οὐσία δηλαδή τῆς πτώσεως ἦταν ἡ ἀμφισβήτηση τῆς πραγματικῆς κυριαρχίας τοῦ Θεοῦ ἐπί τοῦ κόσμου.
Εἶναι φανερό, ὅτι ἡ περί πτώσεως διδασκαλία τῶν «Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ», παρά τό γεγονός ὅτι διατηρεῖ κάποια βιβλικά στοιχεῖα, δηλαδή κάποια στοιχεῖα ἀληθείας, στήν πραγματικότητα συνδέεται μέ τό λεγόμενο «ἐπίμαχο ζήτημα», μιά διδασκαλία ἄγνωστη στήν Ἁγία Γραφή καί πεπλανημένη, ἡ ὁποία, ὡστόσο, ἀποτελεῖ βασικό δόγμα τῆς ἑταιρίας «Σκοπιά». Κατά τή διδασκαλία αὐτή, ὁ Σατανᾶς προκάλεσε τόν Ἰεχωβᾶ μέ τόν ἰσχυρισμό ὅτι μπορεῖ νά τοῦ ἀποσπάσει τήν κυριαρχία ἐπί τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου καί ὅτι οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νά αὐτοκυβερνηθοῦν, ἀλλά καί νά κυβερνήσουν καλύτερα τόν κόσμο. Ὁ Θεός, βέβαια, μποροῦσε νά τιμωρήσει τόν Σατανᾶ ἤ νά ἀγνοήσει τήν πρόκληση, ὅμως, ἐκτέθηκε ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων. Ἔτσι, ἔδωσε στόν Σατανᾶ διορία 6.000 χρόνων γιά νά ἀποδείξει τόν ἰσχυρισμό του[42].
Ἔκτοτε, ὁ Σατανᾶς ἀναζητοῦσε τήν εὐκαιρία νά ἐπιβεβαιώσει τήν πρόκληση καί νά ἀνατρέψει τήν τάξη τοῦ σύμπαντος[43]. Ἔτσι, χρησιμοποίησε τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα ὡς ὄργανα. Παραβαίνοντας τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, οἱ Πρωτόπλαστοι ἀμφισβήτσαν τήν δικαιωματική κυριαρχία τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο. Θέλησαν νά ἰδιοποιηθοῦν τό «πλανητικό σπίτι», πού τούς προσφέρθηκε ἁπλόχειρα γιά φιλοξενία. Συμπεριφέρθηκαν σάν κακοί φιλοξενούμενοι καί ἄρχισαν νά καταστρέφουν τόν τόπο φιλοξενίας τους, τό φυσικό περιβάλλον, κάτι πού ἀρχισε νά πολλαπλασιάζεται ραγδαῖα μετά τήν πτώση. Στήν περίπτωση αὐτή, τό πρῶτο πού κάνει, συνήθως, ὁ ἰδιοκτήτης εἶναι ἡ ἐκδίωξη τῶν κακῶν φιλοξενούμενων καί ἡ ἀποκατάσταση τοῦ οἴκου[44]. Ὁ Θεός μποροῦσε νά θανατώσει τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα ἀμέσως, ὥστε νά μήν προέλθουν ἀπ’ αὐτούς κακοί ἀπόγονοι. Ὅμως, δέν ἔκανε κάτι τέτοιο, ὄχι τόσο ἀπό ἐνδιαφέρον γιά τόν ἄνθρωπο, ὅσο ἐπειδή θά παρέμενε σέ ἐκρεμότητα τό λεγόμενο «ἐπίμαχο ζήτημα». Ἔτσι, «ἐπέτρεψε νά συνεχισθῆ ἡ πονηρία γιά ἕνα περιωρισμένο διάστημα»[45]. «Ὁ Θεός λοιπόν ἐπέτρεψε τήν πονηρία καί τά παθήματα γιά τήν τακτοποίησι τοῦ ζητήματος τῆς παγκοσμίου κυριαρχίας του»[46]. Ἕνα «ἀνώτατο δικαστήριο τοῦ οὐρανοῦ» θά λύσει ὁριστικά αὐτό τό «παγκόσμιο ζήτημα» καί τότε «θά ὠφεληθῆ ὅλη ἡ δημιουργία»[47]. Ὅπως μιά σπουδαία δίκη ἀπαιτεῖ μεγάλο χρονικό διάστημα προετοιμασίας, ἔτσι καί τό ζήτημα αὐτό δέν ἔπρεπε νά λυθεῖ ἀμέσως. Ἄλλωστε, ἡ συνεχῶς ἀναδεικνυόμενη ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου νά κυβερνήσει τόν ἑαυτό του καί τόν κόσμο, προκαλώντας πολέμους, αἱματοχυσίες, κοινωνικές ἀναταραχές, ἀδικίες, φυσικές καταστροφές κ.τ.λ, προσφέρει τά ἀκλόνητα στοιχεῖα γιά νά ἀποδειχθεῖ στό οὐράνιο δικαστήριο πόσο ὀλέθρια ἦταν ἡ ἀμφισβήτηση τῆς κυριαρχίας τοῦ Θεοῦ.

*     *     *

Εἶναι εὐνόητο, ὅτι μετά τήν πτώση ἀκολούθησε ἡ τιμωρία, δηλαδή ἡ ἀπώλεια τοῦ Παραδείσου, ἡ διακοπή τῆς κοινωνίας μέ τόν Ἰεχωβᾶ[48] καί ὁ θάνατος[49]. Ἡ πτώση, λοιπόν, ἄφησε ἐκρεμότητες, πού ἔπρεπε νά ἐπιλυθοῦν. Μία ἀπ’ αὐτές ἦταν τό ζήτημα τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἑταιρία δέν ἀμφισβητεῖ τό γεγονός ὅτι ὁ Θεός εἶναι φιλάνθρωπος καί ἐνδιαφέρεται γιά τή σωτηρία μας. Μποροῦσε, βέβαια, νά συγχωρήσει τό ἀνθρώπινο γένος ἤ ἔστω ἕνα μέρος του, ἐκεῖνο τῶν δικαίων ἤ τῶν μετανοούντων ἤ τῶν ἀναζητούντων τή σωτηρία τους. Ὅμως, αὐτό θά δημιουργοῦσε ἕνα τεράστιο νομικό ζήτημα σχετικά μέ τή δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀνάγκη τιμωρίας τῶν ἁμαρτωλῶν. Στήν περίπτωση αὐτή ἡ τάξη τοῦ σύμπαντος θά εἶχε ἀνατραπεῖ. Ἐπίσης, θά ἐπιβεβαιωνόταν ὁ πυρήνας τοῦ λεγομένου «ἐπιμάχου ζητήματος», ὅτι ὁ Θεός δέν κυβερνᾶ τόν κόσμο μέ δικαιοσύνη, καί τό ἴδιο τό ζήτημα θά παρέμενε ἄλυτο. Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ ἀπαιτοῦσε νά θυσιαστεῖ ἕνας τέλειος ἄνθρωπος, ὅπως ἦταν ὁ Ἀδάμ πρίν ἐκπέσει. Ὅμως, κανένας ἀπό τό βυθισμένο στήν ἁμαρτία ἀνθρώπινο γένος δέν κατεῖχε τήν τελειότητα, ὥστε νά προσφέρει μιά τέτοια θύσια[50]. Ἀναγκαστικά, τό πρόβλημα ἔπρεπε νά λυθεῖ μέ ἐξωτερική παρέμβαση. Ἔτσι, ὁ «πρωτότοκος» Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἦταν ἕνας τέλειος ἄνθρωπος, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Ἀδάμ, «τίποτε περισσότερο καί τίποτε λιγώτερο»[51]. Δέν ἦταν παράλληλα καί τέλειος Θεός, ὅπως δέχεται ἡ Ἐκκλησία. Ἄλλωστε, τέλειος Θεός δέν ἦταν οὔτε πρίν γίνει ἄνθρωπος, κατά τή διδασκαλία τῆς ἑταιρίας «Σκοπιά».
Κατά τήν ἑταιρία, «ἡ σωτηρία μας δέν εἶναι ὁ πιό σημαντικός λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁ Ἰησοῦς ἔζησε καί πέθανε στή γῆ»[52]. «Ὁ κυριότερος λόγος καί σκοπός τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἰησοῦ εἰς τήν γῆ ἦτο νά φέρῃ μαρτυρίαν ὑπέρ τῆς ἀληθείας περί τοῦ Ἰεχωβᾶ. Παρεπιπτόντως ἦτο νά λυτρώσῃ τόν ἄνθρωπον»[53]. «Γιατί ἦλθε ὁ Ἰησοῦς στή γῆ; Ὁ κυριώτερος λόγος δίδεται ὑπό τῶν Γραφῶν, ἦτο διά νά διεκδικήσει τό ὄνομα τοῦ Ἰεχωβᾶ. Ὁ δέ δευτερεύων νά λυτρώσῃ τό ἀνθρώπινο γένος»[54]. Ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ «ἐξελέγη νά εἶναι ἐκεῖνος πού θά ὑπηρετοῦσε γιά τήν ὁριστική τακτοποίησι τοῦ ἐπιμάχου ζητήματος σχετικά μέ τή δικαιωματική, δίκαιη καί ἄξια ἄσκησι τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἰεχωβᾶ»[55]. Ἀλλοῦ ἐκφράζεται ἡ ἀκραία ἄποψη ὅτι ἡ ἐνανθρώπηση δέν εἶχε καμία σχέση μέ τή σωτηρία τοῦ κόσμου[56]. Ἔτσι, τό ἔργο τοῦ Ἰησοῦ κατανοεῖται κατ’ ἐξοχήν στό πλαίσιο τῶν ἀντιλήψεων τῆς αἵρεσης γιά τή «δικαίωση τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ» καί γιά τήν ἐπίλυση τοῦ λεγομένου «ἐπιμάχου ζητήματος», καί ὄχι ὡς ἐκδήλωση τῆς ἄπειρης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρός τόν πεσόντα καί καταδυναστευόμενο ἀπό τόν Διάβολο ἄνθρωπο[57].
Ὡστόσο, ὁ Χριστός μέ τόν θάνατό Του πλήρωσε τό «ἀντίλυτρο» γιά τήν ἀπαλλαγή τοῦ ἀνθρώπινου γένους ἀπό τήν ἁμαρτία τοῦ Ἀδάμ. Βέβαια, δέν μετέχουν ὅλοι στά εὐεργετικά ἀποτελέσματα τῆς θυσίας Του, ἀλλά μόνο ὅσοι θέλουν[58]. Τά θετικά ἀποτελέσματα τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ ἄρχισαν νά ἐκδηλώνονται σταδιακά, σέ πρώτη δόση ἀμέσως μετά τήν Πεντηκοστή, ἀλλά κυρίως μετά τό ἔτος 1935[59]. Σύμφωνα μέ μιά διαφορετική ἐκδοχή αὐτῆς τῆς παράδοξης ἀντίληψης, ἀπό τόν Χριστό προῆλθαν «τέκνα» (πνευματικά, βέβαια)[60] ἤ προῆλθε μιά νέα «γενεά», ἐντελῶς διαφορετική ἀπό τήν ὑποταγμένη στήν ἁμαρτία καί στόν Διάβολο «γενεά» τοῦ Ἀδάμ. Ἡ «γενεά» τοῦ Ἀδάμ, ἀπό τή στιγμή πού ἀμφισβήτησε τήν κυριαρχία τοῦ Ἰεχωβᾶ, κυβερνᾶται ἀπό τό «πονηρό σύστημα τῶν πραγμάτων», δηλαδή ἀπό τίς ὑποταγμένες στόν Σατανᾶ ἐξουσίες, πολιτικές, στρατιωτικές, θρησκευτικές, διεθνεῖς κ.λπ. Ἔτσι, ἡ «γενεά» αὐτή ταυτίζεται, οὐσιαστικά, μέ τήν «ὀργάνωση τοῦ Σατανᾶ». Ἡ νέα «γενεά» τοῦ Χριστοῦ, ἀντίθετα, συνιστᾶ τήν Ἐκκλησία. Ὡστόσο, κατά τούς «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ», ἡ ἱστορική Ἐκκλησία κάποτε ἐξέπεσε, γύρω στόν δ' μ.Χ. αἰῶνα. Ἀπό καθαρή καί ἁγία, μετεβλήθη σέ «πόρνη» καί ταυτίστηκε μέ τό «πονηρό σύστημα τῶν πραγμάτων», τό ὁποῖο πρόκειται νά καταργηθεῖ. Τώρα ἀποτελεῖ μέρος τῆς «ὀργάνωσης τοῦ Σατανᾶ». Ἡ αὐθεντική Ἐκκλησία ἀνέζησε μετά τό ἔτος 1884, ὅταν ἱδρύθηκε ἡ ἑταιρία «Σκοπιά», ἡ ὁποία, ὑποτίθεται, τήν ὑποκαθιστᾶ[61].

*     *     *

Μέχρι τήν ὁριστική κατάργηση τοῦ «πονηροῦ συστήματος τῶν πραγμάτων» ὁ Θεός ἀνέχεται εἴτε τήν ἀποκλειστική ὕπαρξη αὐτοῦ τοῦ συστήματος, ὅπως εἴδαμε, εἴτε τήν παράλληλη ὕπαρξη τῆς «ὀργάνωσης τοῦ Σατανᾶ» καί τῆς «ὀργάνωσης τοῦ Ἰεχωβᾶ». Ὡστόσο, ἡ πρώτη ἄρχισε νά κλονίζεται σοβαρά μέ τήν ἐμφάνιση τῆς δεύτερης, ἡ ὁποία ταυτίζεται, φυσικά, μέ τήν ἑταιρία «Σκοπιά». Οἱ δύο ὀργανώσεις βρίσκονται σέ ὀξύτατη ἀντιπαράθεση μεταξύ τους μέσα στόν κόσμο καί ὁδηγοῦνται σέ μιά σφοδρή τελική σύγκρουση, στή μάχη τοῦ Ἀρμαγεδῶνα, ὅπου ὁ Διάβολος θά τεθεῖ ἐπικεφαλῆς τῆς δικῆς του ὀργάνωσης καί ὁ Χριστός θά ἐπανέλθη μαζί μέ τά ἀγγελικά στρατεύματα γιά νά τεθεῖ ἐπικεφαλῆς τῆς «ὀργάνωσης τοῦ Ἰεχωβᾶ». Ἡ σφοδρή σύγκρουση θά καταλήξει στήν ὁριστική κατάλυση τοῦ «πονηροῦ συστήματος τῶν πραγμάτων», στήν πλήρη συντριβή τῆς «ὀργάνωσης τοῦ Σατανᾶ» καί στή γενική σφαγή ὅσων ἀνήκουν σ’ αὐτήν. Θά ἀκολουθήσει ἡ χιλιετής βασιλεία τοῦ Χριστοῦ στή γῆ καί ἡ ἀνάσταση τῶν δικαίων, ἡ ὁποία θά γίνει σταδιακά[62]. Ἡ κρίση τοποθετεῖται ἄλλοτε πρίν, ἄλλοτε μετά καί ἄλλοτε κατά τή διάρκεια τῆς χιλιετοῦς βασιλείας[63]. Ἡ τελική κρίση, ὡστόσο, θά γίνει ἀπό τόν ἴδιο τόν Ἰεχωβᾶ καί ὄχι ἀπό τόν Χριστό στό τέλος τῆς χιλιετίας[64].
Πρακτικά, λοιπόν, καί μέ αὐτά τά δεδομένα, ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἔγκειται στήν ἐγκατάλειψη, κατά τό συντομότερο δυνατό, τῆς «ὀργάνωσης τοῦ Σατανᾶ» καί στήν ἔνταξη στό «μοναδικό καταφύγιο», στήν ἑταιρία «Σκοπιά». Ἕνα εἶδος «βαπτίσματος» πολυτογραφεῖ τό νέο μέλος στήν κοινότητα τῶν σεσωσμένων. Βέβαια, ἡ ἔνταξη προϋποθέτει τρόπο ζωῆς σύμφωνο πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἀποφυγή κάθε ἁμαρτίας. Πολύ περισσότερο, ὅμως, προϋποθέτει πίστη στήν ἴδια τήν ὀργάνωση καί ἀπόλυτη ὑπακοή σ’ αὐτήν. Γιά τούς ὁπαδούς της, αὐτή εἶναι ἡ μοναδική πηγή τῆς ἀλήθειας μέ κύρος μεγαλύτερο ἀπ’ αὐτό τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἤ, κατά τή δική της ὁρολογία, εἶναι ὁ μοναδικός «ἀγωγός» τοῦ Ἰεχωβᾶ ἤ ὁ «πιστός καί φρόνιμος δοῦλος» τῆς εὐαγγελικῆς παραβολῆς, ὁ ὁποῖος μοιράζει «τροφή ἐν καιρῷ»[65]. Τό 1938, ὅταν πρόεδρος ἦταν ὁ Ἰωσήφ Ρόδερφορδ (1869-1942), ὅλες οἱ ὁμάδες τῶν ὁπαδῶν σ’ ὅλο τόν κόσμο ὑποχρεώθηκαν νά ὑπογράψουν μιά «ἀπόφαση», στήν ὁποία μεταξύ ἄλλων ὁμολογοῦσαν τά ἑξῆς: «ἀναγνωρίζομε ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ Θεοῦ εἶναι καθαρή θεοκρατία ... καί ὅτι ἡ ἑταιρία εἶναι ὁ ὁρατός ἐκπρόσωπος τοῦ Θεοῦ πάνω στή γῆ»[66]. Ἤδη ἀπό τό 1925 ἡ «Σκοπιά» διεκήρυττε ὅτι «ὅσοι ἀντιτίθενται ἤ ἀρνοῦνται νά δεχθοῦν τίς διδαχές της, γίνονται μέλη τῆς ὀργάνωσης τοῦ Σατανᾶ» καί ὅτι «ὅσοι ἀδελφοί διαφωνοῦν μέ τόν Ρόδερφορδ, εἶναι ὑπηρέτες τοῦ Σατανᾶ πού θά ὁδηγηθοῦν στή Γέεννα»[67]. Ἡ ἐπιστοσύνη στή διδαχή τῆς ἑταιρίας εἶναι τέτοια, ὥστε ἀκυρώνεται ἐντελῶς ἡ ἐλεύθερη λειτουργία τῆς προσωπικῆς σκέψης καί κρίσης[68]. Οἱ ὀπαδοί ὀφείλουν νά ἀποδέχονται ἀκόμη καί κραυγαλέες ἀντιφάσεις, μέ τό σκεπτικό ὅτι νέες ἀντιλήψεις, πού ἀναιροῦν προηγούμενες, ἀποτελοῦν «νέο φῶς», προερχόμενο ἀπό τόν Ἰεχωβᾶ. «Σκεφθεῖτε!», διερωτᾶται ὁ συντάκτης ἄρθρου στό περιοδικό «Σκοπιά», «εἶναι ἄραγε ἡ πίστις μας τόσο ἰσχυρή, ὥστε νά ριψοκινδυνεύσωμε τό νά κρεμασθοῦμε γιά ν’ ἀποκτήσωμε τό τελευταῖο τεῦχος τῆς "Σκοπιᾶς";»[69].
Ὁ Ρόδελφορδ παρέλαβε ἀπό τόν προκάτοχό του καί ἱδρυτῆ τῆς «Σκοπιᾶς», μιά μετοχική ἑταιρία, τήν ὁποία πολύ σύντομα μετέτρεψε σέ «θεοκρατική» ὁλοκληρωτική ὀργάνωση, μέ ἀπαίτηση γιά ἀπόλυτη ὑποταγή. Ἡ ἑταιρία ἔγινε ἡ νέα «θεότητα», πού κλήθηκαν νά προσκυνήσουν οἱ ὁπαδοί της[70]. Μέ τίς διακηρύξεις της ὅτι ἡ ἴδια εἶναι ἡ «μόνη νόμιμη κυβέρνηση γιά ὅλη τήν ἀνθρωπότητα»[71] καί ὅτι «ἀφότου ἀνέλαβε τήν δύναμη τῆς ἐξουσίας στήν ἀνθρωπότητα ὅλες οἱ ἄλλες κυβερνήσεις στεροῦνται τοῦ νομικοῦ δικαιώματος νά παραμείνουν»[72], ἡ «Σκοπιά» καλεῖ σαφῶς τά πλήθη ὁπαδῶν της σέ ὅλο τόν κόσμο σέ συστηματική παρανομία, κάτι τό ὁποῖο καθίσταται ἰδιαίτερα ἐπικίνδυνο γιά κάθε ὀργανωμένη κοινωνία, ὅταν γίνεται δόγμα πίστεως ἤ ἀλήθεια σωτηρίας, πού προπαγανδίζεται «ἀπό σπίτι σέ σπίτι»[73].
Στήν ἐποχή τοῦ Κάρολου Ρῶσσελ (1884-1916), τοῦ ἱδρυτῆ τῆς ὀργάνωσης, κέντρο τῆς ζωῆς τῶν ὁπαδῶν ἦταν τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί ἡ «ἀνάπτυξη τοῦ χαρακτῆρος τοῦ Χριστοῦ», κάτι ἀνάλογο μέ ὅ,τι ἐμεῖς ἀποκαλοῦμε «μίμηση Χριστοῦ». Αὐτό, ὅμως, θεωρήθηκε «ἀσέβεια»[74] ἀπό τόν διάδοχό του καί τή θέση του κατέλαβε τό «ἔργο» ἤ ἡ «ὑπηρεσία» γιά τή διάδοση τῶν ἐντύπων τῆς ἑταιρίας. Ἀκόμη καί οἱ συναθροίσεις προσευχῆς καί μελέτης τῆς Γραφῆς ἔγιναν «ὑπηρεσιακές ὀργανώσεις» γιά τόν συντονισμό τοῦ «ἔργου». Ἡ διάδοση τῶν ἐντύπων «ἀπό σπίτι σέ σπίτι» θεωρήθηκε ἕνα εἶδος λατρείας ἤ μᾶλλον ἡ μοναδική λατρεία τοῦ Θεοῦ. Ἀπό τό 1925 ἄρχισε μιά συζήτηση γιά τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία κατέληξε μετά ἀπό μιά δεκαετία περίπου στό ὅτι τό ὄνομα «Ἰεχωβᾶ» εἶναι τό ἀποκλειστικό ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ἀπό τότε κατ’ ἐξοχήν ἔργο τῶν ὁπαδῶν ἔγινε ἡ «δικαίωση» αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος. Ὅ,τι ὁ Ρῶσσελ ἀποκαλοῦσε «Θεῖο Σχέδιο τῶν Αἰώνων» καί τό ὁποῖο συνίστατο στή σωτηρία τοῦ κόσμου, στήν ἔλευση τοῦ «εὐαγγελικοῦ αἰῶνος» καί στόν «θερισμό τῶν ἁγίων», ἀντικαταστάθηκε ἀπό τή «δικαίωση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰεχωβᾶ». Ἡ βιβλική διδασκαλία γιά τή σωτηρία ὑπέστη πλήρη ἀντιστροφή: δέν γινόταν λόγος πλέον γιά σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό, ἀλλά γιά σωτηρία τοῦ Θεοῦ ἀπό τούς ἀνθρώπους, γιά «δικαίωση τοῦ ὀνόματός» Του. Ἡ «δικαίωση» αὐτή ταυτίστηκε μέ τή «μαρτυρία» γιά τό ὄνομα «ἀπό σπίτι σέ σπίτι».
Βέβαια, τό ἔργο αὐτό, δηλαδή ἡ προσφορά ἄμισθης ἐργασίας πρός ὄφελος τῆς ἑταιρίας, δέν εἶναι ἡ μόνη ὑποχρέωση τῶν μελῶν πρός αὐτήν. Τά μέλη ὀφείλουν νά στηρίζουν τήν ἑταιρία καί οἰκονομικά. Ἔτσι, ἀγοράζουν ἀνελλιπῶς τά δύο περιοδικά, πού ἐκδίδονται ἀνά δεκαπενθήμερο, εἴτε γιά δική τους χρήση, εἴτε γιά νά τά διαθέσουν στό «ἔργο», τό ὁποῖο γίνεται μέ δαπάνες τῶν ἴδιων τῶν μελῶν ἀποκλειστικά. Βέβαια, ἡ τιμή τους εἶναι ἀρκετά χαμηλή, ὡστόσο τά περιθώρια κέρδους γιά τήν ἑταιρία εἶναι πολύ ὑψηλά. Ἐπίσης, ὀφείλουν νά ἀγοράζουν κάθε ἄλλη ἔκδοση τῆς ἑταιρίας, ἡ ὁποία, ἄς μή λησμονοῦμε, εἶναι καί παραμένει κατά βάσιν ἑταιρία ἐκδοτική. Κάθε νέο βιβλίο πού θά ἐκδοθεῖ, σέ ἑκατομμύρια ἀντίτυπα πάντοτε καί σέ ὅλες σχεδόν τίς γλῶσσες τοῦ κόσμου ταυτόχρονα, ἔχει ἤδη πωληθεῖ ἀπό τή στιγμή πού βρίσκεται στό πιεστήριο. Κάθε ὁπαδός θά σπεύσει νά τό ἀγοράσει, γιατί φέρνει, ὑποτίθεται, «νέο φῶς», προερχόμενο ἀπό τόν Ἰεχωβᾶ. Οἱ ἐκδόσεις στοιχίζουν ἐλάχιστα στήν ἑταιρία, ἀφοῦ δέν καταβάλλονται καθόλου ἀμοιβές ἐργαζομένων. Ἔξοδα διαθέσεως, ἐπίσης, δέν καταβάλλονται, ἔξοδα διαφημίσεως δέν ἀπαιτοῦνται. Ὅλα προσφέρονται ἀπό ἀφιερωμένους ὁπαδούς, πού ἐργάζονται ἔναντι φαγητοῦ καί ὕπνου. Ἡ τροφή προέρχεται ἀπό ἰδιόκτητες φάρμες, ὅπου τό προσωπικό ἐργάζεται, ἐπίσης, χωρίς ἀμοιβή[75]. Ἄς σημειωθεῖ, ὅτι τά μέλη χωρίζονται σέ διάφορες κατηγορίες, ἀνάλογα μέ τήν προσφορά τους στό «ἔργο». Ὑπάρχουν οἱ «ὁλοχρόνιοι ὑπηρέτες», πού ζοῦν στά «Μπέθελ», στά κοινόβια τῆς ὀργάνωσης, ὅπου ἐργάζονται, τρέφονται καί διαμένουν μόνιμα[76]. Ὑπάρχουν οἱ «εἰδικοί σκαπανείς», πού ἀφιερώνουν στό ἔργο 130 ἤ περισσότερες ὧρες τόν μῆνα, οἱ «τακτικοί σκαπανείς», πού ἀφιερώνουν 70 ὧρες, καί οἱ «βοηθητικοί σκαπανείς», πού ἀφιερώνουν 30 - 50 ὧρες τόν μῆνα[77]. Ὑπάρχουν, τέλος, διάφορες μορφές «εὐαγγελιζομένων». Ὅλα τά μέλη ὀφείλουν νά καταβάλλουν τή «δεκάτη», τό ἕνα δέκατο τῶν εἰσοδημάτων τους, ἀλλά προτρέπονται νά μήν περιορίζονται σ’ αὐτήν. Μέ διάφορες μεθοδεύσεις ἡ ἑταιρία ἀπαιτεῖ ἀπό τούς ὀπαδούς της νά προσφέρουν ὁλόκληρη τήν περιουσία τους[78]. «Γιατί νά μήν πωλήσετε ὅλα τά ὑπάρχοντά σας; Δηλαδή νά τά μετατρέψετε σέ ζωοπάροχα ἐφόδια τοῦ νέου κόσμου;», προτρέπει σέ ἔντυπό της[79]. Τέλος, παρακινεῖ νέους καί ὑγιεῖς ἀνθρώπους, μεταξύ 17 καί 35 ἐτῶν, νά μήν κάνουν οἰκογένεια, ἤ, ἄν εἶναι ἔγγαμοι, νά μήν ἀποκτήσουν παιδιά, γιά νά ἐνταχθοῦν στήν ὁλοχρόνια ὑπηρεσία, ὡς ὁλοχρόνιοι εἰδικοί σκαπανεῖς, ἱεραπόστολοι καί μπεθελίτες[80].
Εἶναι φανερό, ὅτι ὅσο περισσότερο ἐντάσσεται τό μέλος στήν ὀργάνωση, τόσο περισσότερο ἐξαρτᾶται ἀπ’ αὐτήν καί τόσο ἀποκόπτεται ἀπό τό οἰκογενειακό, τό κοινωνικό καί τό ἐργασιακό του περιβάλλον, ἀπό γνωστούς καί φίλους κ.λπ. Ὅλες αὐτές οἱ σχέσεις ἀποτελοῦν μέρος τοῦ συστήματος τοῦ Σατανᾶ, κατά τήν ἑταιρία, στό ὁποῖο τό μέλος δέν αἰσθάνεται πλέον ἄνετα. Ἄν βρεθεῖ σέ δίλημμα, εἶναι βέβαιο ὅτι θά προδώσει ἀκόμη καί τά πρόσωπα τοῦ στενοῦ οἰκογενειακοῦ του περιβάλλοντος. Μέσα στήν ὀργάνωση ἔχει συνηθίσει νά σκέπτεται καί νά ἐνεργεῖ μέ συγκεκριμένο στερεότυπο τρόπο. Ἡ προσωπικότητά του ἔχει ὑποστεῖ βαθύτατη ἀλλοίωση. Αὐτό σημαίνει ὅτι σέ περίπτωση ἀποχώρησης ἀπό αὐτήν δυσκολεύεται ἀφάνταστα νά ἐπανενταχθεῖ φυσιολογικά στό κοινωνικό σύνολο. Ἡ συνειδητοποίηση αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς δυσκολίας τό θέτει ἐνώπιον μιᾶς νέας πιό τρομακτικῆς ἀπειλῆς, χειρότερης ἴσως ἀπό αὐτήν τῆς σφαγῆς στόν Ἀρμαγεδῶνα: πρόκειται γιά τήν ἀπειλή διαγραφῆς του ἀπό τήν ὀργάνωση. Στήν περίπτωση αὐτή τό μέλος θά βρεθεῖ ἐντελῶς μόνο, σέ πλήρη ἀπομόνωση ἀπό ὅλους τούς πρώην «ἀδελφούς» καί χωρίς νά μπορεῖ νά ἐπανενταχθεῖ στό κοινωνικό σύνολο. Ἡ κατάστασή του εἶναι, ὄντως, τραγική.
Μέ αὐτά τά δεδομένα, ἕνα ἐρώτημα, πού συνήθως προκύπτει, εἶναι: μέ τί ἀντάλλαγμα τό μέλος προβαίνει σέ τέτοιες θυσίες καί ὑφίσταται ὅλες αὐτές τίς συνέπειες; Βραχυπρόθεσμα, τό ἀντάλλαγμα εἶναι ἴσως μιά ψευδαίσθηση ἀσφάλειας πού παρέχει ἡ ὀργάνωση, σέ συνδυασμό μέ τήν ἀδυναμία τοῦ μέλους νά χειριστεῖ τήν ἐλευθερία του, τό πολύτιμο δῶρο τοῦ «αὐτεξουσίου», πού τοῦ ἔχει δοθεῖ ἀπό τόν Θεό. Μακροπρόθεσμα, ὅπως εἴδαμε, τό μόνο ἀντάλλαγμα εἶναι ἡ «ἐπιβίωση σέ μιά νέα γῆ»[81], ἀπαλλαγμένη, προφανῶς, ἀπό τό φυσικό, ἠθικό καί κοινωνικό κακό. Ἀνταμοιβή τῶν δικαίων εἶναι ἡ ἐπιβίωση, καί τιμωρία τῶν ἁμαρτωλῶν εἶναι ὁ θάνατος. Δέν ὑπάρχει Κόλαση καί Παράδεισος, κατά τήν ἑταιρία «Σκοπιά». Τιμωρία τῶν ἁμαρτωλῶν εἶναι τό ὅτι πεθαίνουν καί δέν θά ἀναστηθοῦν καί ἀνταμοιβή τῶν δικαίων εἶναι τό ὅτι πεθαίνουν, ἀλλά θά ἀναστηθοῦν γιά νά ζήσουν «γιά πάντα στόν Παράδεισο στή γῆ»[82]. Εἰδικότερα, τιμωρία τῶν ἁμαρτωλῶν τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀρμαγεδῶνος εἶναι τό ὅτι θά ὑποστοῦν τή γενική σφαγή καί ἀνταμοιβή τῶν δικαίων τῆς ἴδιας ἐποχῆς εἶναι τό ὅτι θά ἀποφύγουν αὐτή τή σφαγή.

*     *     *

Σεβαστοί πατέρες καί ἀγαπητοί ἀδελφοί,

Προσπάθησα νά παρουσιάσω τά βασικά σημεῖα τῆς περί ἀνθρώπου διδασκαλίας τῶν «Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ». Τό θέμα, βέβαια, δέν ἐξαντλεῖται στά περιορισμένα ὅρια, πού διαθέτουμε. Θά μποροῦσαν νά εἰπωθοῦν πολύ περισσότερα. Ὡστόστο, ἔγινε, πιστεύω, φανερός ὁ διπλός κίνδυνος, πού προέρχεται ἀπό τίς ἀντιλήψεις καί τίς μεθοδεύσεις τῆς ἑταιρίας «Σκοπιά» καί κάθε ἄλλης σύγχρονης αἵρεσης: ὁ πνευματικός κίνδυνος, πού ἀφορᾶ στή σωτηρία, καί οἱ φυσικοί κίνδυνοι, πού ἀφοροῦν στήν προσωπική, οἰκογενειακή καί κοινωνική ζωή. Ὅπως εἶναι γνωστό, ἀπό τή σχέση μας τόν Θεό ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικά ἡ σωτηρία μας. Ὅταν ἡ περί ἀνθρώπου ἀλήθεια διαστρέφεται, καί εἰδικότερα ὅταν ἡ ἀλήθεια γιά τή σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό διαστρέφεται, τότε ὑφίσταται μέγας πνευματικός κίνδυνος, τόν ὁποῖο ἐμεῖς ὀφείλουμε νά ἐπισημαίνουμε, ὄχι μόνο γιά τήν προστασία τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά καί γιά τήν ἀφύπνιση συνανθρώπων μας πού κατέληξαν νά αἰχμαλωτιστοῦν στά δίκτυα τῆς ἑταιρίας «Σκοπιά».
Παράλληλα, ὅμως, ἀπό τίς περί ἀνθρώπου πλάνες τῆς ἑταιρίας, οἱ ὁποῖες συμπλέκονται, βέβαια, μέ τίς ἀντίστοιχες περί Θεοῦ, περί Ἰησοῦ Χριστοῦ, περί ἐσχάτων κ.λπ., προέρχεται μιά σειρά σοβαρῶν φυσικῶν κινδύνων, ὅπως ὁ κίνδυνος γιά τήν ὑγεία καί τήν ἴδια τή ζωή ἀπό τήν ἀπαγόρευση τῆς μετάγγισης αἵματος, οἱ κίνδυνοι γιά τή θέση τοῦ ἀνθρώπου στήν κοινωνία, ἀλλά καί γιά τή συνοχή τῆς ἴδιας τῆς κοινωνίας, ἀπό τή μή ἀναγνώριση τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν, τῶν κοινωνικῶν κεκτημένων τῆς ἀνθρωπότητας καί κάθε θεμιτῆς καί νόμιμης ἐξουσίας, ἡ οἰκονομική ἐκμετάλλευση, ἡ ἐργασιακή ἐκμετάλλευση, οἱ κίνδυνοι ἀπό τήν ἀνασφάλιστη ἐργασία, ἡ ψυχολογική βία καί τρομοκρατία ἀπό τήν ἀπειλή τῆς γενικῆς σφαγῆς στόν Ἀρμαγεδῶνα καί ἀπό τή γενικότερη πίεση πού ἀσκεῖ ἡ ὅλη δομή τῆς ὀργάνωσης στά μέλη της, ἡ οὐσιαστική ἀπώλεια τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ἀφοῦ ἄλλοι σκέπτονται καί ἀποφασίζουν γιά τούς πολλούς, ἡ ἀπώλεια ἤ ἡ ἐξασθένηση τῆς προσωπικῆς κρίσης, μέ τή δαιμονοποίηση κάθε ἄλλης διδασκαλίας ἐκτός τῆς πνευματικῆς «τροφῆς» πού προσφέρει ἡ ἑταιρία, ἡ ἀλλοίωση τῆς προσωπικότητας, ἡ ἀποκοπή ἀπό τό οἰκογενειακό καί τό κοινωνικό περιβάλλον, ἡ ἀδυναμία ἐπανένταξης στό κοινωνικό σύνολο σέ περίπτωση ἐγκατάλειψης τῆς ἑταιρίας κ.ἄ. Γιά τήν ἀντιμετώπιση ὅλων αὐτῶν τῶν κινδύνων ἀποκλειστικά ὑπεύθυνη εἶναι ἡ Πολιτεία, ἐνῶ ἐμεῖς ὀφείλουμε νά τῆς ἐπισημαίνουμε συνεχῶς αὐτούς τούς κινδύνους, ὥστε ἐκείνη, κινητοποιώντας τά μέσα πού διαθέτει, νά ἐπιτελεῖ τό ἔργο της.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ»: Σκοπιά (περιοδικό), Ξύπνα (περιοδικό), Πληροφορητής (περιοδικό), Ρόδερφορδ Ἰω., Ἀπελευθέρωσις, ἔκδ. 1926, Ρόδερφορδ Ἰω., Ἡ κιθάρα τοῦ Θεοῦ, ἔκδ. 1921, Ρόδερφορδ Ἰω., Προφητεία, ἔκδ. 1929, Ἀγαθά νέα, ἔκδ. 1976-1978, Αἷμα καί ἰατρική, γερμανική ἔκδ. 1961, Γνώση, ἔκδ. 1995, Ἔκθεσις τῶν μαθημάτων τῆς Σχολῆς Διακονίας τῆς Βασιλείας, χ.χ.,  Ἐπιβίωση σέ μία νέα γῆ, ἔκδ. 1984, Ἔστω ὁ Θεός ἀληθής, ἔκδ. 1950, Ἐχθροί, ἔκδ. 1930, Ἡ ζωή πράγματι ἔχει σκοπό, ἔκδ. 1980, Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ. Οἱ διαγγελεῖς τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἔκδ. 1993, Μπορεῖτε νά ζεῖτε γιά πάντα στόν Παράδεισο στή γῆ, ἔκδ. 1984, Πλούτη, ἔκδ. 1936, Ποιοί κάνουν τό θέλημα τοῦ Ἰεχωβᾶ σήμερα, ἔκδ. 2016, Πράγματα εἰς τά ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νά ψευστεῖ ὁ Θεός, ἔκδ. 1965.
ΑΛΛΑ ΕΡΓΑ: Ἀθανασούλια Σωτ. Πρωτ., «Ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί ἡ αἵρεση τῶν "Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ"», στό Ἐξωχριστιανικές, αἱρετικές καί ἀποκρυφιστικές θεωρήσεις περί τοῦ Χριστοῦ, ἔκδ. Ἱ. Μ. Φθιώτιδος, Λαμία 2014, σ. 205-251, Ἀλεβιζοπούλου Ἀντ. Πρωτ., Ἐγχειρίδιο αἱρέσεων καί παραχριστιανικῶν ὁμάδων, Ἀθήνα 19943, Ἀλεβιζοπούλου Ἀντ. Πρωτ., Ἡ λατρεία τῆς Σκοπιᾶς, τ. Α': Παλαιότερη καί νεότερη ἱστορία μέ βάση γνωστές καί ἄγνωστες πηγές, Ἀθῆναι 1993, Ἀλεβιζοπούλου Ἀντ. Πρωτ., Ἡ λατρεία τῆς Σκοπιᾶς, τ. Β': Μιά δικτατορία στό Μπρούκλιν, Ἀθῆναι 1994, Ἀλεβιζοπούλου Ἀντ. Πρωτ., Ἡ λατρεία τῆς Σκοπιᾶς, τ. Γ': «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ» καί Ὀρθοδοξία, Ἀθῆναι 1995, Βαρθολομαίου Οἰκ. Πατριάρχου, «Ἡ ἐπικαιρότης τοῦ ἀνθρωπολογικοῦ στοχασμοῦ», Ἀλιεύς. Περιοδικόν τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Μαντινείας καί Κυνουρίας, Τρίπολις, τ. 256 (2009), Βλάχου Ἱεροθέου Μητρ. Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου, Ὀρθόδοξη ψυχοθεραπεία. Πατερική θεραπευτική ἀγωγή, ἔκδ. Ἱ. Μονή Τιμίου Σταυροῦ, Ἔδεσσα 19872, Ware Καλλίστου, Ἐπ. Διοκλείας, Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία στόν 21ο αἰῶνα, μτφρ. Ν. Ντόντου, ἔκδ. Ἴνδικτος, Ἀθήνα 2005, Ζηζιούλα Ἰωάννου Μητρ. Περγάμου, «Χριστολογία καί ὕπαρξη», Σύναξη, τ. 6 (1983), σ. 77-85, Μπουρδάκου Ἀ., «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ». Ἀπό τό Α στό Ω, ἔκδ. Π.Ε.Γ., Ἀθήνα 2008.

Πρωτ. Σωτήριος Ὀ. Ἀθανασούλιας
2018





[1] Ἡ ἴδια Εἰσήγηση, ἐλαφρῶς τροποποιημένη, στήν ΚΗ' Πανορθόδοξο Συνδιάσκεψη Ἐντεταλμένων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί Ἱερῶν Μητροπόλεων διά θέματα αἱρέσεων καί παραθρησκείας, Ἀγρίνιο 31 Ὀκτωβρίου - 2 Νοεμβρίου 2016.
[2] Ῥωμ. 14,15.
[3] Βαρθολομαίου Οἰκ. Πατριάρχου, «Ἡ ἐπικαιρότης τοῦ ἀνθρωπολογικοῦ στοχασμοῦ», Ἀλιεύς. Περιοδικόν τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Μαντινείας καί Κυνουρίας, Τρίπολη, τ. 256 (2009), σ. 50, Καλλίστου Ware, Ἐπ. Διοκλείας, Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία στόν 21ο αἰῶνα, μτφρ. Ν. Ντόντου, ἔκδ. Ἴνδικτος, Ἀθήνα 2005, σ. 25 ἑξ.
[4] Ξύπνα, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 8/5/1985, σ. 11.
[5] Ἡ ζωή πράγματι ἔχει σκοπό, ἔκδ. Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ (στό ἑξῆς: Μ.τ.Ἰ.), 1980, σ. 9-10.
[6] Πρωτ. Σωτ. Ἀθανασούλια, «Ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί ἡ αἵρεση τῶν "Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ"», στό Ἐξωχριστιανικές, αἱρετικές καί ἀποκρυφιστικές θεωρήσεις περί τοῦ Χριστοῦ, ἔκδ. Ἱ. Μ. Φθιώτιδος, Λαμία 2014, σ. 218-219.
[7] Ἡ ζωή πράγματι ἔχει σκοπό, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1980, σ. 17.
[8] Ἀγαθά νέα, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1978, σ. 58, 74, 66-67.
[9] Ἡ ζωή πράγματι ἔχει σκοπό, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1980, 20.
[10] Στό ἴδιο, σ. 48. Κατά τήν αἵρεση, ἡ «ἠθική ἀκεραιότης» τοῦ Ἰησοῦ «ἦταν ἴση μέ ἐκείνη ὁποιουδήποτε μέλους τῆς παγκόσμιας οἰκογένειας τοῦ Θεοῦ  στόν οὐρανό καί στή γῆ» (ὅ.π, σ. 48).
[11] Στό ἴδιο, σ. 48, 20.
[12] Σκοπιά, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 15/5/1995, σ. 23 (35).
[13] Αἷμα καί ἰατρική, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ. (γερμανική ἔκδ.), 1961, σ. 55 (34).
[14] Πρωτ. Ἀλεβιζοπούλου Ἀντ., Ἡ λατρεία τῆς Σκοπιᾶς, τ. Γ': «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ» καί Ὀρθοδοξία, Ἀθῆναι 1995, σ. 167-169.
[15] Ἰω. Ρόδερφορδ , Ἡ κιθάρα τοῦ Θεοῦ, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1921, σ. 30. Βλ. καί Ἀ. Μπουρδάκου, «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ». Ἀπό τό Α στό Ω, ἔκδ. Π.Ε.Γ., Ἀθήνα 2008, σ. 425. Πολλές παραπομπές σέ κείμενα τῆς αἵρεσης στήν ἐργασία αὐτή γίνονται ἀπό τό παραπάνω σπουδαιότατο ἔργο τῆς Ἄννας Μπουρδάκου. Γι’ αὐτό, ἀλλά καί ἐπειδή οἱ περισσότερες ἐκδόσεις της εἶναι δυσεύρετες, στίς παραπομπές αὐτῆς τῆς ἐργασίας, μετά τήν παράθεση τῆς σελίδας κάποιου ἐντύπου τῶν «Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ», παρατίθεται σέ παρένθεση καί ἡ σελίδα στήν ὁποία ὑπάρχει τό ἴδιο κείμενο στό παραπάνω ἔργο τῆς κ. Μπουρδάκου.
[16] Πράγματα εἰς τά ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νά ψευστεῖ ὁ Θεός, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1965, σ. 148 (425).
[17] Ἰω. Ρόδερφορδ, Ἀπελευθέρωσις, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1926, σ. 17 (425). «Ἡ "ψυχή" εἶναι τό ἴδιο τό φυσικό, ζωντανό ἄτομο, ὄχι ἁπλῶς ἕνα πνευματικό μέρος τοῦ ἀτόμου» (Ἀγαθά νέα, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1976-1978, σ. 89 (425)).
[18] Ἰω. 5, 28.
[19] «Ἀνάμεσα στό θάνατο καί στήν Ἀνάσταση ὑπάρχει ἕνα χάσμα, τό ἄτομο τό πολύ ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχει στή μνήμη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἰησοῦς εἶχε διδάξει: "Μή θαυμάζετε τοῦτο διότι ἔρχεται ὥρα καθ’ ἧν πάντες οἱ ἐν τοῖς μνημείοις θέλουσι ἀκούσει τήν φωνήν αὐτοῦ, εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δέ πράξαντες τά φαῦλα εἰς ἀνάστασιν κρίσεως" ... Ἡ ἔκφραση "ἐν τοῖς μνημείοις" δείχνει ὅτι οἱ νεκροί αὐτοί διατηροῦνται στή "μνήμη" τοῦ Θεοῦ» (Ξύπνα, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 8/3/1985, σ. 11 (426)).
[20] Μπορεῖτε νά ζεῖτε γιά πάντα στόν Παράδεισο στή γῆ, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1984, σ. 77. «Ὁ ἰσχυρισμός τῶν θρησκευομένων ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ψυχή ἀθάνατη, καί ἑπομένως διαφέρει ἀπό τό κτῆνος δέν εἶναι Γραφικός. Ἡ Γραφή δείχνει ὅτι καί ὁ ἄνθρωπος καί τό κτῆνος εἶναι ψυχές» (Ἔστω ὁ Θεός ἀληθής, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1950, σ. 68 (425)).
[21] Μπορεῖτε νά ζεῖτε γιά πάντα στόν Παράδεισο στή γῆ, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1984, σ. 89 (425).
[22] Ἀγαθά νέα, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1978, σ. 90.
[23] Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ. Οἱ διαγγελεῖς τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1993, σ. 127 (426).
[24] Σκοπιά, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 15/8/1999, σ. 12 (426).
[25] Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, συνοψίζοντα τήν πρό αὐτοῦ Πατερική Παράδοση, ὁ Θεός «ἐξ ὁρατῆς τε καί ἀοράτου φύσεως δημιουργεῖ τόν ἄνθρωπον ... ἐκ γῆς μέν τό σῶμα διαπλάσας, ψυχήν δέ λογικήν καί νοεράν διά τοῦ οἰκείου ἐμφυσήματος δούς αὐτῷ» (Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, PG, 94, 920). «Ἅμα δέ τό σῶμα καί ἡ ψυχή πέπλασται· οὐ τό μέν πρῶτον, τό δέ ὕστερον» (ὅ.π., 921). «Ἀποβάλλομαι δέ καί τά Ὠριγένους ληρήματα, τήν τε τῶν ψυχῶν προΰπαρξιν, καί τήν ἄλογον μετεμψύχωσιν» (Λίβελλος περί ὀρθοῦ φρονήματος, PG, 94, 1432). «Οὔτε ἡ ψυχή καθ’ αὐτήν ἐστι τέλειος ἄνθρωπος ... οὔτε τό σῶμα» (Διαλεκτικά, PG, 94, 573). Ὅπως οἱ Ἄγγελοι, ἔτσι καί ἡ ψυχή εἶναι «ἀθάνατος, οὐ φύσει, ἀλλά χάριτι. Πᾶν γάρ τό ἀρξάμενον καί τελευτᾶ κατά φύσιν» (Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, PG, 94, 868).
[26] Μητρ. Περγάμου Ἰωάννου Ζηζιούλα, «Χριστολογία καί ὕπαρξη», Σύναξη, τ. 6 (1983), σ. 82 καί Μητρ. Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου Βλάχου, Ὀρθόδοξη ψυχοθεραπεία. Πατερική θεραπευτική ἀγωγή, ἔκδ. Ἱ. Μονή Τιμίου Σταυροῦ, Ἔδεσσα 19872, σ. 94-95.
[27] Λουκ. 16, 19-31.
[28] Ἀποκ. 6, 9-11. Πρβλ. Ἀποκ. 7, 14-15, Ἀποκ. 20,4 κ.ἄ.
[29] Γεν. 1,26.
[30] Ἡ ζωή πράγματι ἔχει σκοπό, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1980, σ. 49.
[31] Στό ἴδιο, σ. 48.
[32] Στό ἴδιο, σ. 48.
[33] Στό ἴδιο, σ. 40.
[34] Στό ἴδιο, σ. 40.
[35] Ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1984.
[36] Πρβλ. «Εὐχαριστία μετά τήν Θείαν Μετάληψιν», Ὡρολόγιον τό Μέγα, ἔκδ. Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 19869, σ. 519.
[37] Ἡ ζωή πράγματι ἔχει σκοπό, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1980, σ. 49.
[38] Στό ἴδιο, σ. 55.
[39] Στό ἴδιο, σ. 52.
[40] Στό ἴδιο, σ. 53.
[41] Στό ἴδιο, σ. 43.
[42] Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, Ἐγχειρίδιο αἱρέσεων καί παραχριστιανικῶν ὁμάδων, Ἀθήνα 19943, σ. 466.
[43] Ἡ ζωή πράγματι ἔχει σκοπό, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1980, σ. 55.
[44] Ἡ ζωή πράγματι ἔχει σκοπό, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1980, σ. 33-36.
[45] Στό ἴδιο, σ. 62. ὁ Θεός «ἀνέχθηκε αὐτά τά κακά πράγματα, παρατηρώντας τήν πονηρία καί τά παθήματα ἐπί 6.000 περίπου χρόνια. Σάν Πατέρας τῆς παγκοσμίου οἰκογενείας του, αὐτό τόν ἔθλιβε ... Εἶχε τή δύναμι νά σταματήση τήν πονηρία ὁποτεδήποτε, ἀλλά δέν τό ἔκαμε γιά ἕνα σκοπό, ὄχι γιά προσωπικό του ὄφελος, ἀλλά γιά τό ὄφελος τῶν νοημόνων πλασμάτων τοῦ σύμπαντος» (στό ἴδιο, σ. 62).
[46] Στό ἴδιο, σ. 64.
[47] Στό ἴδιο, σ. 63.
[48] Στό ἴδιο, σ. 60.
[49] Γεν. 2,17.
[50] Ἐπιβίωση σέ μία νέα γῆ, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1984, σ. 99.
[51] Ἀγαθά νέα, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1976-1978, σ. 118 (175).
[52] Γνώση, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1995, σ. 69 (178).
[53] Ἐχθροί, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1930, σ. 117-118 (170).
[54] Πλούτη, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1936, σ. 22 (171).
[55] Ἡ ζωή πράγματι ἔχει σκοπό, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1980, σ. 65.
[56] «Κανένας ὑπαινιγμός δέν ὑπάρχει ὅτι ἐστάλη γιά νά σώσῃ τινάς καί νά τούς φέρῃ εἰς τόν οὐρανό» (Ἰω. Ρόδερφορδ, Προφητεία, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1929, σ. 54 (170)).
[57] Βλ. Ἰω. 3,16 κ.ἄ.
[58] Ὅσοι «ἀναγνωρίζουν εἰλικρινά ὅτι χρειάζονται αὐτή τή θεία προμήθεια, ἀσκοῦν πίστη σ’ αὐτή καί ἐκδηλώνουν αὐτή τήν πίστη μέ τό νά ὑπακοῦνε στό Γιό τοῦ Θεοῦ» (Ἐπιβίωση σέ μία νέα γῆ, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1984, σ. 99.), ἐνῶ «ἄτομα πού δέν θέλουν ἐπάνω τους τή διακυβέρνησι τοῦ Ἰεχωβᾶ» δέν θά λάβουν ζωή (Ἡ ζωή πράγματι ἔχει σκοπό, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1980, σ. 75).
[59] Ἐπιβίωση σέ μία νέα γῆ, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1984, σ. 100.
[60] Ἡ ζωή πράγματι ἔχει σκοπό, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1980, σ. 73-74.
[61] Πρωτ. Σωτ. Ἀθανασούλια, ὅ.π., σ. 213-214.
[62] Σκοπιά, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1/7/1998, σ. 22-232 (52-53).
[63] Ἀ. Μπουρδάκου, ὅ.π., σ. 212 καί 205-211.
[64] «Ἐξάλλου στό τέλος τῆς Χιλιετίας, ὁ Ἰεχωβά θά κρίνει καί ὄχι ὁ Ἰησοῦς Χριστός» (Σκοπιά, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 15/5/1995, σ. 18 (211)).
[65] Ματθ. 24, 45-47.
[66] Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, Ἡ λατρεία τῆς Σκοπιᾶς, τ. Α': Παλαιότερη καί νεότερη ἱστορία μέ βάση γνωστές καί ἄγνωστες πηγές, Ἀθῆναι 1993, σ. 147.
[67] Στό ἴδιο, σ. 148.
[68] Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, Ἡ λατρεία τῆς Σκοπιᾶς, τ. Β': Μιά δικτατορία στό Μπρούκλιν, Ἀθῆναι 1994, σ. 439 (ἀναλυτικότερα, σ. 101-147).
[69] Σκοπιά, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1963, σ. 691.
[70] Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, Ἡ λατρεία τῆς Σκοπιᾶς, τ. Α': Παλαιότερη καί νεότερη ἱστορία μέ βάση γνωστές καί ἄγνωστες πηγές, Ἀθῆναι 1993, σ. 150-151.
[71] Ξύπνα, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 8/5/1985, σ. 11.
[72] Ἔκθεσις τῶν μαθημάτων τῆς Σχολῆς Διακονίας τῆς Βασιλείας, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ, χ.χ., σ. 33-34, στό Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, Ἡ λατρεία τῆς Σκοπιᾶς, τ. Β': Μιά δικτατορία στό Μπρούκλιν, Ἀθῆναι 1994, σ. 32.
[73] Σ’ αὐτό ἀκριβῶς ὀφείλεται ἡ ἄρνηση τῶν «Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ» νά πάρουν ὅπλο στόν στρατό ἤ ἀκόμη καί νά ὑπηρετοῦν, νά μήν ἀποδίδουν τιμή στή σημαία, στά ἐθνικά σύμβολα κ.ἄ.
[74] Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, Ἡ λατρεία τῆς Σκοπιᾶς, τ. Α': Παλαιότερη καί νεότερη ἱστορία μέ βάση γνωστές καί ἄγνωστες πηγές, Ἀθῆναι 1993, σ. 137.
[75] Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, Ἡ λατρεία τῆς Σκοπιᾶς, τ. Β': Μιά δικτατορία στό Μπρούκλιν, Ἀθῆναι 1994, σ. 400.
[76] Ποιοί κάνουν τό θέλημα τοῦ Ἰεχωβᾶ σήμερα, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 2016, σ. 21.
[77] Στό ἴδιο, σ. 13.
[78] Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, Ἡ λατρεία τῆς Σκοπιᾶς, τ. Β': Μιά δικτατορία στό Μπρούκλιν, Ἀθῆναι 1994, σ. 450.
[79] Πληροφορητής, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 12/1951, σ. 1-2.
[80] Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, Ἡ λατρεία τῆς Σκοπιᾶς, τ. Β': Μιά δικτατορία στό Μπρούκλιν, Ἀθῆναι 1994, σ. 400.
[81] Χαρακτηριστικόςς τίτλος ἔκδοσης τῆς ἑταιρίας (Ἐπιβίωση σέ μία νέα γῆ, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1984).
[82] Ἀπό τίτλο ἔκδοσης τῆς ἑταιρίας (Μπορεῖτε νά ζεῖτε γιά πάντα στόν Παράδεισο στή γῆ, ἔκδ. Μ.τ.Ἰ., 1984). 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου