Ἀγαπητοί φίλοι,

Σᾶς καλωσορίζω στό προσωπικό μου blog καί σᾶς εὔχομαι καλή περιήγηση. Σ’ αὐτό θά βρεῖτε κείμενα θεολογικοῦ καί πνευματικοῦ περιεχομένου, ὅπως κείμενα ἀναφερόμενα στήν πίστη καί Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, δογματικά καί ἐπίσημα ἐκκλησιαστικά κείμενα, ἀντιαιρετικά κείμενα, κείμενα πνευματικῆς οἰκοδομῆς, κείμενα ἀναφερόμενα σέ προβληματισμούς καί ἀναζητήσεις τῆς ἐποχῆς μας καί, γενικά, διάφορα στοιχεῖα ἀπό τήν πίστη καί ζωή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας.

Εὔχομαι τά κείμενα αὐτά καί κάθε ἀνάρτηση σ’ αὐτό τό ἰστολόγιο νά φανοῦν χρήσιμα σέ ὅσους ἐνδιαφέρονται, νά προβληματίσουν θετικά, νά ἀφυπνίσουν καί νά οἰκοδομήσουν πνευματικά.

Ἡ εὐλογία καί ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου νά εἶναι πάντοτε μαζί σας.

Μετά τιμῆς καί ἀγάπης.

π. Σωτήριος Ἀθανασούλιας

Ἐφημέριος Μητροπολιτικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Εξωχριστιανικές θεωρήσεις του ανθρώπου


Διάγραμμα – Περίληψη
Θέματος Β' το Θεολογικο Προγράμματος «ρθοδοξία καί Ζωή»
τς ερς Μητροπόλεως Μαντινείας καί Κυνουρίας,
περιόδου ΙΒ', τους 2017-2018.

Χριστιανική καί ἐξωχριστιανική ἀνθρωπολογία: Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς ἐξωχριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας: πρός ἀποφυγήν συγχύσεων. Ἡ οὐσιαστική διαφορά μεταξύ θεολογικῆς καί μή θεολογικῶν θεωρήσεων: ὅλες οἱ μή θεολογικές θεωρήσεις γνωρίζουν μόνο τόν μεταπτωτικό ἄνθρωπο, ἐνῶ, θεολογικῶς ὑπάρχει: α) ὁ προπτωτικός, β) ὁ ἐν Χριστῷ ἀποκατεστημένος (θεραπευμένος - πεφωτισμένος) καί γ) ὁ ἐν Χριστῷ δεδοξασμένος (θεωμένος) ἄνθρωπος. Στίς μή θεολογικές θεωρήσεις, «φυσικός» («τέλειος») ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἔχων τόν μέσο ὅρο τῶν ἰδιοτήτων καί τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ μεταπτωτικοῦ ἀνθρώπου. Ὅμως, ἀπό Ὀρθόδοξη ἄποψη, αὐτός εἶναι ὁ «παρά φύσιν» ἄνθρωπος, ἐνῶ «κατά φύσιν» («φυσικός») εἶναι ὁ προπτωτικός καί «τέλειος ἄνθρωπος» («ἀρχέτυπον» τοῦ ἀνθρώπου) εἶναι ὁ Χριστός.

Ὁ ἄνθρωπος στήν ἀρχαία ἑλληνική παράδοση: Ἔχει ὀρθῶς παρατηρηθεῖ, ὅτι στήν ἀρχαιότητα στό τρίπτυχο Θεός - ἄνθρωπος - κόσμος προτεραιότητα ἔχει ὁ κόσμος, στόν Μεσαίωνα προτεραιότητα ἔχει ὁ Θεός καί στή νεότερη ἐποχή προτεραιότητα ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Ἡ ἀρχαία ἑλληνική παράδοση ἐκφράζεται κυρίως ἀπό τόν Πλάτωνα (427-347 π.Χ.) καί τόν Ἀριστοτέλη (384-322 π.Χ.). Στόν ἀρχαῖο ἑλληνισμό, ὁ ἄνθρωπος ὑπερέχει σαφῶς τῶν ζώων, ὡστόσο ἀποτελεῖ ἐξάρτημα τοῦ κόσμου καί ὑπόκειται σέ ἄτεγκτους κοσμικούς νόμους («μοίρα», «εἱμαρμένη»). Ὁ κόσμος εἶναι ἕνα τέλειο καί κλειστό σύστημα, πού διέπεται ἀπό τέτοιους αἰώνιους καί ἀκατάλυτους νόμους καί τοῦ ὁποίου μέρος εἶναι καί ὁ ἴδιος ὁ Θεός (ἤ οἱ θεοί). Ὁ κόσμος δέν εἶναι κτιστός, ἀλλά αἰώνιος, ὅπως ὁ Θεός ἤ οἱ θεοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποκείμενοι στούς ἴδιους φυσικούς νόμους («ἀνάγκα καί θεοί πείθονται»!). Ὅπου γίνεται λόγος γιά «δημιουργία», αὐτή εἶναι: α) ἐκ προϋπαρχούσης ὕλης (διαμόρφωσις - διακόσμησις) καί β) μέ βάση αἰώνια πρότυπα ἤ «ἰδέες» (Πλάτων). Στό σύστημα αὐτό δέν ἔχει καμία θέση τό ἀπρόοπτο καί ἡ ἐλευθερία. Κάθε φορά πού ὁ ἄνθρωπος ἐπιχειρεῖ νά ἐνεργήσει ἐλευθέρως καί ἀντίθετα στή μοίρα («ὑπέρ μόρον»), ἐπιτελεῖ «ὕβριν», καί τότε ἐπέρχεται ἀναγκαστικά ἡ «νέμεσις» (θεία δίκη) καί ἡ συντριβή τοῦ ὑβριστῆ. Ὁ ἄνθρωπος διαφέρει ἀπό τά ζῶα ὡς πρός τόν «λόγον»: εἶναι «ζῶον λόγον ἔχον» ἤ «ζῶον λογικόν» (Ἀριστοτέλης). Διαφέρει, ἐπίσης, ὡς πρός τήν κοινωνικότητα («ζῶον κοινωνικόν») καί ὡς πρός τήν ἱκανότητα νά συγκροτεῖ κοινωνίες («ζῶον πολιτικόν»). Διακρίνεται σέ σῶμα καί ψυχή, στήν οὐσία, ὅμως, ἄνθρωπος εἶναι μόνο ἡ ψυχή. Αὐτή εἶναι ἀθάνατη (ἄν καί ἡ ἀριστοτελική παράδοση ἀπέρριψε τήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς). Κατά τόν Πλάτωνα, προϋπῆρχε στόν αἰώνιο κόσμο τῶν «ἰδεῶν», ἀπό τόν ὁποῖο ἐξέπεσε καί ἐγλωβίστηκε σέ ὑλικό σῶμα. Τό σῶμα, παρά τό ἐξωτερικό του κάλλος, εἶναι τό κάκο μέρος τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι τό «δεσμωτήριον» (φυλακή) ἤ τό «σῆμα» (τάφος) τῆς ψυχῆς. Προορισμός τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἀπελευθέρωση ἀπό τό σῶμα καί ἡ ἐπιστροφή στόν κόσμο τῶν ἰδεῶν. Ἡ ψυχή διακρίνεται σέ «λογιστικόν», «θυμοειδές» καί «ἐπιθυμητικόν», ἐκ τῶν ὁποίων τό πρῶτο εἶναι προορισμένο νά ἡγεμονεύει στά ἄλλα δύο μέρη. Ἐκ φύσεως ὁ ἄνθρωπος εἶναι «δεισιδαίμων» (θρησκευτικό ὄν). Στήν ἀρχαιότητα (ὅπως καί στόν Μεσαίωνα) τό «ὅτι ἐστίν» τοῦ Θεοῦ εἶναι αὐτονότητο καί δεδομένο. Ὁ ἄνθρωπος τελεῖ σέ ἄμεση ἐξάρτηση μέ τόν Θεό ἤ τούς θεούς, ἰδίως μέσῳ τῆς λατρείας.
Ὁ ἄνθρωπος τῶν μέσων αἰώνων: Γιά τή μετάβαση ἀπό τήν ἀρχαιότητα στή νεότερη ἐποχή μεσολάβησαν: α) ἡ ἐμφάνιση τοῦ Χριστιανισμοῦ καί β) ἡ ἀλλοίωσή του (ἐκφιλοσόφηση - ἰδεολογικοποίηση) στόν δυτικό Μεσαίωνα (6ος-11ος αἰ.). Ὁ μεσαιωνικός ἄνθρωπος κατασκευάζει μεταφυσικά συστήματα ἑρμηνείας τοῦ κόσμου καί τοῦ ἑαυτοῦ του, στήν κορυφή τῶν ὁποίων θέτει τήν ἰδέα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος στενάζει καί συνθλίβεται κάτω ἀπό τήν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, στόν ὁποῖο ἀποδίδονται ἀνθρώπινες ἰδιότητες, ἀλλά καί ἀνθρώπινες ἀδυναμίες ἤ πάθη. Στενάζει, ἐπίσης, κάτω ἀπό τήν ἀπόλυτη ἐξουσία τῆς παπικῆς «ἐκκλησίας». Ὁ Μεσαίωνας λαμβάνει ἀπό τήν ἀρχαιότητα τήν ἔννοια τοῦ «λόγου» καί τήν κατανοεῖ ὡς «ratio» (περιορίζει τό περιεχόμενό της στήν τυπική λογική). Ὁ κοινωνικός βίος ὀργανώνεται μέ βάση τήν αἱρετική ἀντίληψη τῶν Φράγκων, ὅτι οἱ ἄνθρωποι δέν ἔχουν δημιουργηθεῖ ἴσοι, ἀλλά ὑπάρχουν «τάξεις αἵματος» (εὐγενεῖς καί δολοπάροικοι), οἱ ὁποῖες ὑφίστανται δῆθεν ἐκ τοῦ Θεοῦ. Ἡ νεότερη ἐποχή ἀποτελεῖ ἀκριβῶς φυσική ἀντίδραση στόν Μεσαίωνα.
Ὁ ἄνθρωπος στή νεότερη ἐποχή (Νεοτερικότητα): Ἡ νεότερη ἐποχή ἀρχίζει μέ τόν Descartes (1596-1650) καί εἰδικότερα μέ τή γνωστή ρήση του «cogito ergo sum» («σκέπτομαι ἄρα ὑπάρχω»). Ἔκτοτε στό ἐπίκεντρο κάθε κατανοήσεως τίθεται ὁ ἄνθρωπος: «πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος» (Πρωταγόρας). Ἀκόμη καί ὁ Θεός προσεγγίζεται ἀνθρωποκεντρικά, ὡς ἀποτέλεσμα ἀνθρωπίνων συλλογισμῶν, ἤ ὡς ἠθική ἐπιταγή. Στή νεότερη ἐποχή τίθεται οὐσιαστικά πλέον (καί ἔντονα) τό ζήτημα τοῦ «ὅτι ἐστίν» (τῆς ὑπάρξεως) τοῦ Θεοῦ. Ἡ περίοδος αὐτή συνδέεται μέ τήν κατάρρευση τῶν μεταφυσικῶν συστημάτων τοῦ Μεσαίωνα. Παράλληλα, ὅμως, καταρρέει καί ἡ κορυφαία ἔννοια αὐτῶν τῶν συστημάτων, ἡ ἔννοια τοῦ Θεοῦ. Ὄντως, μετά τόν Διαφωτισμό (τέλη 17ου - ἀρχές 18ου αἰ.) ὁ ἄνθρωπος, ἀκόμη καί ἄν ἀποδέχεται τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, κατανοεῖ τόν ἑαυτό του καί τόν κόσμο ἀνεξάρτητα ἀπό τόν Θεό. Ἡ αὐτονόμηση ἔναντι τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ οὐσιαστικά ἐπανάληψη τῆς ἀπόπειρας τῶν Πρωτοπλάστων, νά γίνουν «θεοί» χωρίς τόν Θεό! Ἡ αὐτονόμηση ἐπέφερε ἀρχικά τήν ἐκκοσμίκευση, τήν ἑρμηνεία τοῦ κόσμου διά τοῦ κόσμου καί ἀνεξαρτήτως τοῦ Θεοῦ, καθώς καί τή ρύθμιση τῆς ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς «ὡς νά μή ὑπῆρχε Θεός» (πρακτική ἀθεΐα). Ἡ ἐκκοσμίκευση ὁδήγησε στή συστηματική (θεωρητική) ἀθεΐα. Ὄντως, ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Friedrich Nietzsche (1844-1900) διακηρύχθηκε πομπωδῶς ὁ «θάνατος τοῦ Θεοῦ» καί στήν ἴδια γραμμή συντάχθηκαν τά συστήματα τοῦ Διαλεκτικοῦ Ὑλισμοῦ τῶν Karl Marx (1818-1883) καί Friedrich Engels (1820-1895), τοῦ Ἄθεου Ὑπαρξισμοῦ τοῦ Jean-Paul Sartre (1905-1980) κ.ἄ. Ἡ θρησκεία κατανοήθηκε ὡς κοινωνικό φαινόμενο, πού πρόκειται νά ἐκλείψει, πολλοί δέ πίστευαν ὅτι ἡ παντελής ἐξαφάνισή της ἐπίκειται ἄμεσα: εἶναι χαρακτηριστικό τό ἔργο τοῦ Sigmund Freud (1856-1939), μέ τίτλο «Τό μέλλον μιᾶς αὐταπάτης» (1927). Ἡ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ ἤ ἡ ἐξώθησή Του στό περιθώριο τῆς ζωῆς ἐπέφεραν τήν ἐκρηκτική ἀνάπτυξη τῶν ἐπιστημῶν. Σ’ αὐτό συνέβαλλε καθοριστικά καί ἡ χριστιανική ἀντίληψη ὅτι ὁ κόσμος δέν εἶναι τέλειος, ὅπως πίστευε ἡ ἀρχαιότητα, ἀλλά ἀτελής, πεπτωκώς καί ἐπιδεκτικός βελτιώσεων. Ἔτσι, τόν θαυμασμό τῆς ἀρχαιότητας πρός τόν κόσμο διαδέχεται ἡ ἀπόπειρα ὄχι ἁπλῶς γνώσεως, ἀλλά πολύ περισσότερο ὑποταγῆς τοῦ κόσμου, μέσω τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνολογίας (μέ ἀποτέλεσμα τήν ἐμφάνιση τῶν περιβαλλοντολογικῶν προβλημάτων). Πάντως, ἡ λογική καί ἡ ἐπιστήμη ἦταν οἱ νέες θεότητες, πού κλήθηκε νά λατρεύσει ὁ ἄνθρωπος τῆς Νεοτερικότητας στή θέση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. «Ἀλήθεια» θεωρήθηκε μόνο ὅ,τι προσπορίζει ἡ ἐπιστήμη, ἡ δέ πίστη θεωρήθηκε «ἰδιωτική ὑπόθεση», στερούμενη «ἀληθείας». Ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου περιορίστηκε στόν «λόγο» - «ratio»: ἄν στήν ἀρχαιότητα ἄνθρωπος εἶναι μόνο ἡ ψυχή, στή νεότερη ἐποχή ἄνθρωπος εἶναι μόνο ὁ «λόγος» - «ratio». Ὡστόσο, ἐπειδή ἀνακαλύφθηκε ὅτι «λόγο» ἔχουν καί τά ζῶα, ἡ διαφορά τοῦ ἀνθρώπου ἀπό αὐτά ἔγινε μόνο ποσοτική (ὁ ἄνθρωπος διαφέρει ἁπλῶς, στό ὅτι ἔχει πιό ἀνεπτυγμένη λογική ἀπό τά ζῶα). Στόν ἀνθρωπολογικό τομέα ἔγιναν προσπάθειες νά ἀναζητηθεῖ διά τῆς ἐπιστήμης ἡ ἀρχή τοῦ ἀνθρώπου, μέ ἀποτέλεσμα τή διατύπωση γνωστῶν θεωριῶν περί καταγωγῆς του (Charles Darwin, 1809-1882) κ.ἄ. Εἶναι, βέβαια, γεγονός, ὅτι οἱ ἐπιστῆμες προσέφεραν πολύτιμα στοιχεῖα ἀνθρωπογνωσίας μέ ἀνυπολόγιστα πρακτικά ἀποτελέσματα, ὅπως ἡ ἀνακάλυψη τοῦ ἀσυνειδήτου ἀπό τούς ὁπαδούς τῆς Ψυχαναλυτικῆς Σχολῆς (Sigmund Freud), τά ἐπιτεύγματα στούς διαφόρους τομεῖς τῆς ἰατρικῆς κ.ἄ.
Ὁ ἄνθρωπος τῆς Μετανεοτερικότητας: Ὡστόσο, ἀπό τά μέσα τοῦ παρελθόντος (20οῦ) αἰῶνος, ἡ παντοδυναμία τοῦ λόγου καί ἡ πίστη στήν ἐπιστήμη ἄρχισαν νά κλονίζονται σοβαρά, μέ ἀποτέλεσμα τήν ἀνατολή μιᾶς νέας περιόδου τῆς ἱστορίας τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς λεγομένης Ὕστερης Νεοτερικότητας ἤ Μετανεοτερικότητας (Μεταμοντερνισμοῦ). Ἐδῶ, τά πορίσματα τῆς ἐπιστήμης ἔχουν τόση «ἀλήθεια», ὅση καί μιά θρησκευτική πίστη. Ἡ ἀλήθεια εἶναι γεγονός ὑποκειμενικό: δέν ὑπάρχει ἀντικειμενική ἀλήθεια. Ἡ ἴδια ἡ πραγματικότητα εἶναι κάτι ὑποκειμενικό καί ἀπροσδιόριστο. Οἱ ἀξίες εἶναι ἀνθρώπινες κατασκευές. Εἶναι, ἐπίσης, σχετικές καί μεταβαλλόμενες. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα βιολογικό καί κοινωνικό ὄν, σύμφωνα δέ μέ κάποες θεωρήσεις (Ὑπαρξισμός), εἶναι ἕνα μηδέν προτοῦ δράσει, γίνεται δέ ὅ,τι θέλει ἀπό τή στιγμή πού ἀρχίζει νά δρᾶ. Στίς σύγχρονες κοινωνίες, παρά τίς ἀντίθετες προβλέψεις, ἡ θρησκεία ἐπανέρχεται μέ δυναμικό τρόπο (χωρίς αὐτό νά εἶναι κάτι θετικό ἀπό Ὀρθόδοξη θεολογική ἄποψη) καί μάλιστα μέ ἀκραῖες ἐκδηλώσεις (φονταμενταλισμός, βία, τρομοκρατία κ.λπ.), σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε νά γίνεται λόγος ἀκόμη καί γιά ὑπέρβαση τῆς ἐκκοσμίκευσης ἤ γιά «μετακοσμική» ἐποχή.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου