γαπητοί φίλοι,

Σς καλωσορίζω στό προσωπικό μου ἱστολόγιο καί σς εχομαι καλή περιήγηση. Σ’ ατό θά βρετε κείμενα θεολογικο καί πνευματικο περιεχομένου, πως κείμενα ναφερόμενα στήν πίστη καί Παράδοση τς κκλησίας, ντιαιρετικά κείμενα, κείμενα πνευματικς οκοδομς, κείμενα ναφερόμενα σέ προβληματισμούς καί ναζητήσεις τς ποχς μας καί, γενικά, διάφορα στοιχεα πό τήν πίστη καί ζωή τς ρθόδοξης κκλησίας.

Εχομαι τά κείμενα ατά καί κάθε νάρτηση σ’ ατό τό ἱστολόγιο νά φανον χρήσιμα σέ σους νδιαφέρονται, νά προβληματίσουν θετικά, νά φυπνίσουν καί νά οκοδομήσουν πνευματικά.

ελογία καί Χάρις το Κυρίου νά εναι πάντοτε μαζί σας.

Μετά τιμς καί γάπης.

π. Σωτήριος θανασούλιας

φημέριος Μητροπολιτικο ερο Ναο γίου Βασιλείου Τριπόλεως.

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Η Νέα Εποχή και οι αντιλήψεις της


Η ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ
ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ, ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΥ
ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΤΗΣ

ΙΕΡΕΩΣ
 ΣΩΤΗΡΙΟΥ Ο. ΑΘΑΝΑΣΟΥΛΙΑ

Εἰσήγηση στήν Β' Ἀντιαιρετική Ἱερατική Σύναξη τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μαντινείας καί Κυνουρίας (Ἱερός Ναός Ἁγίας Βαρβάρας Τριπόλεως - 5 Νοεμβρίου 1998), μέ ἐλάχιστες τροποποιήσεις.

Ἕνας ἀπό τούς βασικότερους τομεῖς τῆς ἀποστολῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στήν ἐποχή μας εἶναι ἡ περιφρούρηση τοῦ λαοῦ τοῦ Κυρίου ἀπό τά ἄτομα ἤ τίς ὁμάδες πού προσπαθοῦν νά διαστρέψουν τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καί νά ἀπομακρύνουν τά μέλη της ἀπό τήν ὁδό τῆς σωτηρίας μέ τήν εἰσαγωγή ἄλλων διδασκαλιῶν καί ἀντιλήψεων καί μέ τή διάδοση νέων, ἀσυμβίβαστων μέ τήν ὀρθόδοξη ἀντιλήψη, κοσμοθεωριῶν. Βέβαια, ἡ διατήρηση τῆς αὐθεντικότητας τῆς ἀλήθειας πού ἀπεκάλυψε ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί ἡ διαφύλαξη τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν κίνδυνο τῶν αἱρέσεων δέν εἶναι ποιμαντική ἀνάγκη τῆς ἐποχῆς μας μόνο. Πάντοτε ἡ Ἐκκλησία, ἀπό τήν ἀποστολική ἐποχή μέχρι σήμερα, διά τῶν ὑπευθύνων Λειτουργῶν της (Ἐπισκόπων, Πρεσβυτέρων καί Διακόνων), διά τῶν καθιερωμένων ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν (ἱερῶν Συνόδων) καί διά τῶν αὐθεντικῶν ἐκφραστῶν τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς (Ἁγίων καί Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας) ἐπιτελοῦσε αὐτό τό ἔργο, ἀκολουθώντας τήν προτροπή τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρός τούς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐφέσου: «προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καί παντί τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ» (Πράξ. 20, 28). Σήμερα, ὅμως, τό ἔργο αὐτό καθίσταται ἰδιαίτερα δύσκολο καί πολύπλοκο, διότι ἕνα συνεχῶς αὐξανόμενο πλῆθος αἱρετικῶν καί παραθρησκευτικῶν ὁμάδων ἐπιχειρεῖ νά ἀλλοιώσει τό φρόνημα τοῦ λαοῦ μας, νά εἰσαγάγει νέα ἤθη, νά θέσει στό περιθώριο τήν Ὀρθόδοξη πίστη καί ζωή.

Οἱ περισσότερες ἀπό τίς ὁμάδες αὐτές ἐμφανίζονται ὡς παρακλάδια ἑνός εὑρυτέρου κινήματος, τό ὁποῖο ὀνομάζεται «Νέα Ἐποχή». Τό κίνημα αὐτό πρέπει νά προσεχθεῖ ἰδιαίτερα καί νά μελετηθεῖ μέ σοβαρότητα, καθ' ὅσον ἀποτελεῖ ἤδη μιά μεγάλη πρόκληση γιά τήν Ἐκκλησία μας, ἡ ὁποία καλεῖται νά τήν ἀντιμετωπίσει μέ τήν ἐνεργοποίηση ὅλων τῶν δυνάμεων πού διαθέτει. Τί εἶναι ὅμως ἡ Νέα Ἐποχή; Θά προσπαθήσουμε μέ ὅσα ἀκολουθοῦν νά δώσουμε μιά γενική εἰκόνα αὐτῆς τῆς κίνησης καί νά παρουσιάσουμε τά βασικά σημεῖα τῆς διδασκαλίας της γιά τόν Θεό, τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο.

*   *   *

Ὅταν κάνουμε λόγο γιά Νέα Ἐποχή, δέν ἐννοοῦμε κάποια συγκεκριμένη αἵρεση, κάποια ὁμάδα μέ ἰδιαίτερη διδασκαλία, ἤ ἕνα ἰδεολογικό φαινόμενο, πού ὁρίζεται καί περιγράφεται μέ ἀπόλυτη σαφήνεια. Ἡ Νέα Ἐποχή εἶναι μεγάλο κίνημα, πού ἐμφανίζεται στό χῶρο τῶν αἱρέσεων καί τῆς παραθρησκείας, καί περιλαμβάνει ἕνα πλῆθος ἀπό ὁμάδες καί ὀργανώσεις, πολλές ἀπό τίς ὁποῖες ἐμφανίζουν μεταξύ τους μεγάλες διαφορές. Θά μπορούσαμε νά παρομοιάσουμε αὐτό τό κίνημα μέ ἕνα «τεράστιο "δίχτυ", πού ἑνώνει ἄμεσα ἤ καί ἔμμεσα μέ πολύ χαλαρό δεσμό, ἑκατοντάδες ὁμάδες καί χιλιάδες ἄτομα». Πρόκειται «γιά μιά "τάση" πού εἰσχωρεῖ σέ ὅλους τούς τομεῖς τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς καί γίνεται πολιτικό σύνθημα· γιά "σύνδρομο", πού ἀπειλεῖ τήν κοινωνία μας καί ὁλόκληρο τόν πολιτισμό μας».[1]
Δέν εἴμαστε σέ θέση νά γνωρίζουμε ποιές ἀκριβῶς εἶναι οἱ ὁμάδες πού ἐντάσσονται στήν παραπάνω κίνηση, γιατί τόν ὅρο «Νέα Ἐποχή» ἐπικαλοῦνται πολλές ὁμάδες, πού παρουσιάζουν μεταξύ τους πλήρη ἀνομοιογένεια. Ἀπό αὐτές, ἄλλες ἐντάσσονται στήν ἐν λόγῳ κίνηση ὁλοκληρωτικά, ἐνῶ ἄλλες κινοῦνται ταυτόχρονα καί σέ ἄλλους ἰδεολογικούς χώρους ἤ προβάλλουν ὁρισμένες μόνο ἀντιλήψεις της. Ἀκόμη εἶναι ἄγνωστο ἄν ἡ δράση τῶν ὁμάδων, πού ἀποτελοῦν τουλάχιστον τόν κορμό τῆς Νέας Ἐποχῆς, εἶναι συντονισμένη, ἄν κατευθύνεται καί προγαμματίζεται ἀπό κάποια κέντρα, ἄν δηλ. σέ τελευταία ἀνάλυση ὑπάρχει κάποια ἡγεσία ὁλοκλήρου τοῦ κινήματος τῆς Νέας Ἐποχῆς, ἤ ἄν ὑπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες ὁμάδες πού διεκδικοῦν μιά τέτοια ἡγεσία. Παρ' ὅλα αὐτά ὅμως, δέν εἶναι δύσκολο νά ἐντοπίσει κανείς τά βασικά χαρακτηριστικά αὐτοῦ τοῦ κινήματος, τόσο ὡς πρός τή διδασκαλία, ὅσο καί ὡς πρός τούς στόχους καί τίς ἐπιδιώξεις του.
Ὁ ὅρος «Νέα Ἐποχή» (New Age) προέρχεται ἀπό τήν Ἀστρολογία[2], ἀπηχεῖ ὅμως μιά παλαιότερη ἀντίληψη πού συναντᾶται σέ ἐξωχριστιανικές θρησκεῖες. Σύμφωνα μέ τούς ἀστρολόγους, ὁ ἥλιος μας καί ὅλοι μαζί οἱ πλανῆτες πού τόν περιβάλλουν, περιστρέφονται γύρω ἀπό ἕνα μεγάλο κεντρικό ἥλιο, πού βρίσκεται ἑκατομμύρια μίλια μακρυά. Γιά νά κάνει τό ἡλιακό μας σύστημα μιά ὁλόκληρη περιστροφή γύρω ἀπό τόν ὑποτιθέμενο αὐτό κεντρικό ἥλιο, χρειάζεται μιά περίοδος 26.000 ἐτῶν περίπου. Ἡ τροχιά αὐτή ὀνομάζεται «ζωδιακός κύκλος» καί διακρίνεται σέ 12 τμήματα, τά ὁποῖα οἱ ἀστρολόγοι ὀνομάζουν «ζώδια».
Ὁ χρόνος πού ἀπαιτεῖται γιά νά περάσει τό ἡλιακό μας σύστημα ἕνα ἀπό τά ζώδια αὐτά τοῦ μεγάλου ζωδιακοῦ κύκλου εἶναι, σύμφωνα μέ τίς παραπάνω ἀντιλήψεις, γύρω στά 2.100 χρόνια. Ὁ χρόνος αὐτός ὀνομάζεται Ἐποχή. Ἔτσι κάθε 2.000 χρόνια περίπου, ὁ κόσμος μας ἀλλάζει Ἐποχή καί ἡ ἀλλαγή αὐτή ἔχει σάν ἀποτέλεσμα νά προκαλοῦνται τεράστιες μεταβολές στόν πλανήτη.
Κατά τούς ὁπαδούς τῆς Νέας Ἐποχῆς, τήν ἐποχή τῆς προόδου τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ὁ ἥλιος μπῆκε στό ζώδιο τῶν Ἰχθύων καί ἡ «Ἐποχή τοῦ Ἰχθύος» ἄρχισε. Σέ κάθε τέτοια Ἐποχή κυριαρχεῖ μιά μεγάλη προσωπικότητα, ἐμφανίζεται ἕνας Μεσσίας. Ἡ Ἐποχή τοῦ Ἰχθύος εἶναι ἡ Ἐποχή κατά τήν ὁποῖα ἔζησε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, εἶναι ἡ Ἐποχή τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἡ Ἐποχή αὐτή  περιγράφεται μέ τά πιό μελανά χρώματα ἀπό τούς ὀπαδούς αὐτῶν τῶν ἀντιλήψεων. Λογίζεται σάν ἐποχή περιορισμοῦ καί στενότητας. Σ' αὐτήν κυριαρχοῦσαν οἱ ἐντολές, ἡ καταπίεση, ὁ ἔλεγχος τῶν ἱερέων, ὁ περιορισμός τῆς ἐλευθερίας, ἡ δίωξη τῆς σκέψης. Εἶναι ἡ ἐποχή τῶν πολέμων, τῆς ἀδικίας, τῶν καταστροφῶν, τῆς ἀλλοίωσης τῆς φύσης.
Τώρα, ὅμως, ἡ Ἐποχή αὐτή τελειώνει. Καί βρισκόμαστε στό κατώφλι μιᾶς Νέας Ἐποχῆς. Πρόκειται γιά τήν «Ἐποχή τοῦ Ὑδροχόου», δεδομένου ὅτι ὁ ἥλιος μπαίνει στό ζώδιο τοῦ Ὑδροχόου, ἀκολουθώντας τροχιά ἀντίστροφη ἀπό τήν συνηθισμένη. Σήμερα, ἰσχυρίζονται οἱ ὀργανώσεις πού ἀπηχοῦν τίς ἀντιλήψεις αὐτές, ἡ ἀνθρωπότητα ζεῖ τήν προθανάτια ἀγωνία μιᾶς Παλαιᾶς Ἐποχῆς, πού φεύγει, καί τίς ὠδίνες τῆς γέννησης μιᾶς Νέας Ἐποχῆς, πού ἔρχεται. Στήν φάση αὐτή ἡ Παλαιά Ἐποχή προσπαθεῖ μέ κάθε τρόπο νά ἐπιζήσει. Κάθε τι τό παλαιό διεξάγει ἕνα σκληρό ἀγῶνα μέ τό νέο. Ἡ Παλαιά Ἐποχή δέν πέθανε ἀκόμη. Διεξάγει ἀγῶνα ζωῆς καί θανάτου μέ τή Νέα.
Ἡ Ἐποχή τοῦ Ὑδροχόου λογίζεται σάν Ἐποχή τοῦ φωτός. Τό φῶς τοῦ Θεοῦ θά ξεχυθεῖ καί θά φωτίσει ὅλο τόν κόσμο καί θά μεταβάλει πρός τό καλύτερο κάθε πτυχή τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Θά ἐκλείψει τό κακό, θά σταματήσουν οἱ πόλεμοι, θά λυθοῦν ὅλα τά προβλήματα. Ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος θά ὑποστεῖ ἐξέλιξη σέ κάποιο ἀνώτερο ἐπίπεδο καί οἱ ἔννοιες τῆς θρησκείας, τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, τῆς ἐλευθερίας, θά ἀποκτήσουν καινούριο καί βαθύ περιεχόμενο. Μιά ἰσχυρή ὀργάνωση θά ἀναλάβει στά χέρια της τήν τύχη τῆς ἀνθρωπότητος, γιά νά λύσει ὅλα τά προβλήματα τοῦ κόσμου, κάτω ἀπό τήν ἡγεσία μιᾶς μεγάλης προσωπικότητος, πού θά ἔχει θεϊκές ἰδιότητες. Σχετικά μέ τό ποιά θά εἶναι ἡ μεγάλη αὐτή προσωπικότητα, ποιός θά εἶναι δηλ. ὁ Μεσσίας τῆς Νέας Ἐποχῆς, δέν ὑπάρχει ὁμοφωνία μεταξύ τῶν ὁμάδων πού ἐκπροσωποῦν αὐτή τήν τάση. Συνήθως κάθε ὁμάδα προβάλλει τόν δικό τῆς Μεσσία ἤ τόν δικό της ἀρχηγό σάν Μεσσία τῆς Νέας Ἐποχῆς. Ἐπίσης δέν ὑπάρχει ὁμοφωνία σχετικά μέ τόν ἀκριβῆ χρόνο ἔναρξης τῆς Νέας Ἐποχῆς: Ἄλλες ὁμάδες κάνουν λόγο γιά κάποιες χρονολογίες πού ἔχουν ἤδη περάσει, ἐνῶ ἄλλες ἐντοπίζουν τήν ἔναρξη αὐτή σέ κάποια συγκεκριμένη χρονολογία τοῦ ἄμεσου μέλλοντος.[3]
Εἶναι λοιπόν φανερό, ἀπ' ὅσα ἀναφέρθηκαν παραπάνω, ὅτι ἡ Νέα Ἐποχή εἶναι μία κίνηση μέ ἔντονα ἀντιχριστιανικό καί ἀντιεκκλησιαστικό χαρακτῆρα, ἡ ὁποία ἀρνεῖται στό σύνολό της τή χριστιανική πίστη. Σύμφωνα μέ αὐτήν, ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι ἡ ἀλήθεια, οὔτε ἡ μοναδική ὁδός γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἁπλῶς ἕνα πρόσκαιρο φαινόμενο, πού ἐπικράτησε ἀναγκαστικά σέ μιά συγκεκριμένη περίοδο τῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητος. Ὁ Χριστός δέν εἶναι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ μόνος ἀληθινός Θεός, ἀλλά ὁ Μεσσίας κάποιας Ἐποχῆς πού φεύγει, παρόμοιος μέ τούς Μεσσίες ἄλλων Ἐποχῶν ἤ κατώτερος καί ὑποδεέστερος ἀπό αὐτούς. Πέραν τούτων, ὁ Χριστός καί ὁ Χριστιανισμός θεωροῦνται ὡς ὑπεύθυνοι γιά ὅ,τι κακό ἔχει συμβεῖ μέχρι σήμερα στόν κόσμο[4]. Ἡ Νέα Ἐποχή, ὅμως, ἀναγκαστικά θά ἐπικρατήσει. Καί γιά νά ἐπικρατήσει πρέπει ὁπωσδήποτε νά βγεῖ ἀπό τή μέση κάθε τι τό κακό ἤ ἀρνητικό. Τό κακό εἶναι στήν προκειμένη περίπτωση ὁ Χριστός καί ὁ Χριστιανισμός.
Πρέπει στό σημεῖο αὐτό νά τονισθεῖ ἐπί πλέον ὅτι οἱ ἀντιλήψεις αὐτές περί Νέας Ἐποχῆς, περί προόδου καί ἐξελίξεως τῆς ἀνθρωπότητος, περί ἑνός Νέου Κόσμου, πού θά εἶναι καλύτερος ἀπό τόν παλαιό, κ.τ.λ., ἐκφράζουν μιά ὑπεραισιόδοξη ἀντίληψη γιά τό μέλλον τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία εἶναι ἐν μέρει κατανοητή, ἄν λάβουμε ὑπ' ὄψιν μας τήν τραγικότητα τοῦ παρόντος κόσμου, ἐντός τοῦ ὁποίου ζεῖ ὁ ἄνθρωπος, καί τά ἔντονα προβλήματα τῆς σύγχρονης κοινωνίας. Ζώντας ὁ ἄνθρωπος μέσα σέ ἕνα προβληματικό κόσμο, φαντάζεται ἕναν καλύτερο καί ἀρχίζει νά πιστεύει ὅτι αὐτός κάποτε θά ἐπικρατήσει. Παρόμοιες, ὅμως, ὑπεραισιόδοξες θεωρήσεις ἔχουν στό παρελθόν διαψευσθεῖ τραγικά. Πέραν τούτου ὅλες αὐτές οἱ ἀντιλήψεις δέν ἔχουν καμιά ἀπολύτως ἐπιστημονική βάση καί δέν θεμελιώνονται πουθενά. Εἶναι προϊόντα τῆς ἀνθρώπινης φαντασίας καί συνιστοῦν πίστη θρησκευτικῆς τάξεως.

*   *   *

Πότε ὅμως πρωτοεμφανίστηκε αὐτή ἡ κίνηση ἱστορικά καί ποιά εἶναι ἡ μετέπειτα ἐξέλιξή της; Οἱ ρίζες τῆς Νέας Ἐποχῆς πρέπει νά ἀναζητηθοῦν στίς ἀντιλήψεις καί στό ἔργο δύο γνωστῶν γυναικῶν, χαρακτηριστικῶν ἐκπροσώπων τοῦ ἀποκρυφιστικοῦ κινήματος τοῦ περασμένου αἰῶνος καί τοῦ αἰῶνος μας, τῆς Ἕλενας Μπλαβάτσκυ καί τῆς Ἀλίκης Μπέϊλη.[5]
Ἡ Ἕλενα Πέτροβα Μπλαβάτσκυ ἦταν ρωσίδα γερμανικῆς καταγωγῆς. Γεννήθηκε τό 1831. Ἀπό μικρή ἔβλεπε ὁράματα καί ὑπνοβατοῦσε, ἐνῶ ἀργότερα ταξίδευσε στήν Ἀμερική καί σέ ἄλλες χῶρες, ὅπου ἐργάσθηκε ὡς μέντιουμ. Τό 1875 ἵδρυσε τήν Θεοσοφική Ἐταιρεία, ὀργάνωση ἡ ὁποία προέβαλλε τή νέα θρησκεία ἀποκρυφιστικοῦ χαρακτῆρος, πού δημιούργησε ἡ Μπλαβάτσκυ, τήν Θεοσοφία. Τό 1880 τό κέντρο τῆς Θεοσοφικῆς Ἐταιρείας μεταφέρθηκε ἀπό τήν Ἀμερική στήν Ἰνδία, ὅπου υἱοθετήθηκαν βασικές ἀντιλήψεις τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν, ὅπως ἡ μετενσάρκωση καί τό κάρμα. Λίγο μετά τόν θάνατο τῆς Μπλαβάτσκυ ἡ κίνηση διασπάστηκε σέ δύο βασικές ὀργανώσεις, στή Θεοσοφική Ἑταιρεία τῆς Ἰνδίας καί στή Θεοσοφική Ἑταιρεία τοῦ Λονδίνου.
Κατά τίς ἀντιλήψεις τῆς Θεοσοφίας ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἦταν ἕνα ἱστορικό πρόσωπο, τό ὁποῖο ὑπέστη διαδοχικές μετενσαρκώσεις καί πρόκειται νά ἐπανέλθει στόν κόσμο ὡς Μαϊτρεγιά[6]. Ὄχι ὅμως γιά νά κρίνει τόν κόσμο, ὅπως δέχεται ἡ Χριστιανική Ἐκκλησία, ἀλλά γιά νά σημάνει τό τέλος μιᾶς συγκεκριμένης Ἐποχῆς, τό τέλος ἑνός «αἰῶνος».[7] Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἦταν ἁπλῶς ἕνας «μύστης» ἤ ἕνας «βούδδας», ἦταν ἕνας συνηθισμένος ἄνθρωπος, πού εἶχε φτάσει σέ μιά ἀνώτερη μύηση.
Ἡ δεύτερη μεγάλη ἐκπρόσωπος τοῦ ἀποκρυφισμοῦ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἡ Ἀλίκη Μπέϊλη (1880-1949), ἀνῆκε ἀρχικά στή Θεοσοφική Ἑταιρεία τοῦ Λονδίνου, ἀπό τήν ὁποία ἀνεξαρτητοποιήθηκε καί διατύπωσε ἀντιλήψεις παραπλήσιες μέ αὐτές τῆς Μπλαβάτσκυ. Ἡ Ἀλίκη Μπέϊλη μέ περισσότερη σαφήνεια ἔκανε λόγο γιά «Νέα Ἐποχή τοῦ Ὑδροχόου», γιά τήν ἐμφάνιση τοῦ «χριστοῦ τοῦ Ὑδροχόου», πού ἀνέλαβε τά καθήκοντά του ἀπό τό ἔτος 1945, γιά «νέα ἀνθρωπότητα», πού θά ἀναδυθεῖ μέ τήν ἐμφάνισή του, γιά «νέα τάξη» καί γιά «νέο κόσμο».[8] Ἐννοεῖται βέβαια ὅτι ὁ «χριστός» αὐτός δέν εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός τῆς πίστεώς μας, ἀλλά κάποιος πού προσπαθεῖ νά οἰκειοποιηθεῖ καί νά μιμηθεῖ τό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶναι δηλ. κάποιος ἀντί-χριστος.
Ἀπό τήν ἐποχή ἐκείνη μέχρι σήμερα δημιουργήθηκαν ἑκατοντάδες ὀργανώσεις, πού προβάλλουν τίς ἀντιλήψεις τῆς Μπλαβάτσκυ καί τῆς Μπέϊλη σέ ὅλο τόν κόσμο. Οἱ ἀντιλήψεις αὐτές ἀποτελοῦν τόν πυρήνα τῆς Νέας Ἐποχῆς. Ἡ Θεοσοφία ἦταν ἡ ἀρχή αὐτοῦ τοῦ κινήματος καί ἡ Νέα Ἐποχή ἡ μετέπειτα ἐξέλιξή του. Πρόκειται γιά κίνημα πού ἔχει σάν βάση τόν ἀποκρυφισμό καί τίς ἀντιλήψεις τῶν ἀνατολικῶν θρησκευμάτων. Ἡ ἐξάπλωση τῶν παραπάνω ὀργανώσεων ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε, σύμφωνα μέ στοιχεῖα πού δίνει ἡ ἴδια ἡ Θεοσοφική Ἑταιρεία τῆς Ἑλλάδος, τό ἔτος 1957 ὑπῆρχαν στή χώρα μας 24 θεοσοφικές στοές[9] (=θεοσοφικοί ναοί)! Πολύ σύντομα οἱ ἀντιλήψεις αὐτές διαδόθηκαν καί ἐξω ἀπό τίς συγκεκριμμένες ὀργανώσεις, μέ ἀποτέλεσμα πολλοί νά ἀρχίσουν νά κάνουν ἔντονα λόγο μέχρι σήμερα γιά «νέα τάξη πραγμάτων», γιά «νέο κόσμο», γιά «νέα ἀνθρωπότητα», κ.τ.λ.

*   *   *

Ἔχουμε ἤδη ἀναφέρει πώς, παρά τό γεγονός ὅτι στή Νέα Ἐποχή ἐντάσσεται ἕνας μεγάλος ἀριθμός ὁμάδων μέ πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ἀντιλήψεις, μποροῦμε νά διακρίνουμε μιά κοινή διδασκαλία, πού γίνεται λίγο - πολύ ἀποδεκτή ἀπό ὅλες σχεδόν τίς ὁμάδες τῆς κίνησης. Θά παρακολουθήσουμε στή συνέχεια, χωρίς νά μποῦμε σέ πολλές λεπτομέρειες, τά κύρια σημεῖα αὐτῆς τῆς διδασκαλίας, σέ τρία θέματα πολύ βασικά, στίς ἀντιλήψεις δηλ. γιά τόν Θεό, τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο.
Πρέπει κατ' ἀρχήν νά τονίσουμε ὅτι ἡ περί Θεοῦ ἀντίληψη, πού κυριαρχεῖ μέχρι σήμερα, τόσο ἐντός τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ὅσο καί ἐκτός αὐτῆς, σέ ὅλες τίς χριστιανικές ὁμολογίες, ἀκόμη καί σέ ἐξωχριστιανικά θρησκεύματα, δέχεται ὅτι ὁ Θεός ἀποτελεῖ συγκεκριμένο πρόσωπο, πού διακρίνεται μέ σαφήνεια ἀπό τόν κόσμο. Ὁ Θεός εἶναι κατ' ἀκρίβειαν, σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη ἀντίληψη, τρία πρόσωπα: ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ὁ Θεός εἶναι, βέβαια, πανταχοῦ παρών, ἀλλά σέ καμία περίπτωση δέν μπορεῖ νά συγκριθεῖ μέ τόν κόσμο ἤ νά ταυτιστεῖ μέ αὐτόν, καί αὐτό ἰσχύει ὄχι μόνο γιά τόν ὁρατό κόσμο, ἀλλά καί γιά τόν ἀόρατο. Ἡ σημαντικότερη διάκριση στήν Ὀρθόδοξη Θεολογία μας δέν εἶναι ἡ διάκριση μεταξύ «ὁρατοῦ» καί «ἀοράτου», οὔτε ἡ διάκριση μεταξύ «ὑλικοῦ» καί «πνευματικοῦ», ἀλλά ἡ διάκριση μεταξύ «κτιστοῦ» καί «ἀκτίστου». Μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου δέν ὑπάρχει καμία ἀπολύτως ὁμοιότητα (διά τοῦτο «Θεόν φράσαι ἀδύνατον, νοῆσαι ἀδυνατότερον» κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο[10]). Ἄκτιστος εἶναι μόνο ὁ Θεός. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι κτιστά, δημιουργήματα.
Ὁ ἄκτιστος Θεός ἔχει, σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, καί ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες, μέ τίς ὁποῖες δημιουργεῖ κατ' ἀρχήν τόν κόσμο. Ὁ κόσμος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ σέ συγκεκριμένο χρόνο, δέν ὑπῆρχε πάντοτε, καί κατά συνέπειαν εἶναι κτιστός, τόσο ὁ ὁρατός κόσμος, ὅσο καί ὁ ἀόρατος, δηλ. ὁ κόσμος τῶν ἀγγέλων καί τῶν δαιμόνων. Τό ἴδιο κτιστός εἶναι καί ὁ ἄνθρωπος, ἄν καί ὑπερέχει τῶν λοιπῶν ὑλικῶν δημιουργημάτων. Παρά τό γεγονός, ὅμως, ὅτι ἡ διαφορά μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου εἶναι τόσο μεγάλη, ὁ Θεός ἔρχεται σέ ἐπαφή μέ τόν κόσμο, μέσῳ τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν Του.
Τό γεγονός αὐτό καθιστᾶ δυνατή τήν πραγματική σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, καθιστᾶ πραγματικότητα τήν «θέωση». Ὁ προορισμός τοῦ ἀνθρώπου σ' αὐτό τόν κόσμο εἶναι ἡ θέωση, δηλ. ἡ συμμετοχή στήν ἄκτιστη δόξα καί ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Αὐτό ἐπιτυγχάνεται μέ τή συμμετοχή στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί μέ τήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἔχει σκοπό τήν κάθαρση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τά πάθη, γιά νά μπορεῖ νά γίνεται κατοικητήριο τῆς Θείας Χάριτος. Ἀλλά, ἀκόμη καί ὅταν θεοῦται ὁ ἄνθρωπος, ὅταν δηλ. γίνεται ἅγιος, δέν σημαίνει ὅτι γίνεται ἀπολύτως ὅμοιος μέ τόν Θεό. Γίνεται βέβαια «θεός», ἀλλά θεός μόνο «κατά χάριν» καί ὄχι θεός «κατά φύσιν».
Τήν κατάσταση τῆς θεώσεως οἱ δίκαιοι ζοῦν ἤδη ἀπό αὐτήν ἐδῶ τήν ζωή, ὡς «ἀρραβῶνα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Θά τήν ζήσουν ἐν πληρότητι μετά τόν σωματικό τους θάνατο, καί θά τήν ζοῦν αἰωνίως μετά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, ὅταν θά προηγηθεῖ ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καί θά λάβουν τό ἴδιο σῶμα, πού εἶχαν κατά τήν ἐπίγεια ζωή τους. Κατά τόν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο οἱ ἀμετανοήτως ἁμαρτάνοντες θά κληρονομήσουν τήν αἰώνια κόλαση. Καί στίς δύο περιπτώσεις ἡ ἰδιαιτερότητα κάθε ἀνθρωπίνου προσώπου διατηρεῖται αἰωνίως καί δέν μεταβάλλεται, ὄχι μόνο ὡς ψυχή, ἀλλά καί ὡς ψυχοσωματική ἑνότητα μετά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου.

*   *   *

Τά βασικά αὐτά σημεῖα τῆς Ὀρθόδοξης πίστης μας καταλύει ἡ Νέα Ἐποχή στό σύνολό τους. Κατά τήν ἀντίληψη τῶν ὀργανώσεων πού τήν ἐκφράζουν μεταξύ Θεοῦ, ἀνθρώπου καί κόσμου δέν ὑπάρχει οὐσιαστική διαφορά[11]. Θεός, ἄνθρωπος καί κόσμος στήν πραγματικότητα δέν διαφέρουν μεταξύ τους καί ἔχουν κατά βάθος τήν ἴδια οὐσία. Ἡ ἀντίληψη ὅτι ὁ Θεός εἶναι συγκεκριμένο πρόσωπο καί ὅτι μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά σταθεῖ ἀπέναντί Του καί νά συνομιλήσει, γιά παράδειγμα κατά τή διάρκεια τῆς προσευχῆς, ἀπορρίπτεται.
Ἡ Νέα Ἐποχή δέχεται ὅτι ὁ Θεός εἶναι μιά ἀόριστη καί ἀπρόσωπη ἐνέργεια, μιά τυφλή δύναμη, πού διαχέεται μέσα στό σύμπαν. Οἱ διάφορες ὀργανώσεις ὀνομάζουν αὐτή τήν ἐνέργεια μέ ποικίλα όνόματα, ὅπως, «Συμπαντική Ἐνέργεια», «Παγκόσμια Ἐνέργεια», «Παγκόσμιο Πνεῦμα», «Παγκόσμια Ὑπερσυνειδητότητα» κ.τ.λ.[12] Ἡ ἀπρόσωπη αὐτή ἐνέργεια ἐκδηλοῦται καί προσλαμβάνει διάφορες μορφές, σχηματίζοντας τά πράγματα αὐτοῦ τοῦ κόσμου.
Ὁ κόσμος λοιπόν ἀποτελεῖ ἐκδήλωση αὐτῆς τῆς Παγκόσμιας Ὑπερσυνειδητότητας, δηλ. εἶναι ἕνα μέρος τοῦ ἀπρόσωπου Θεοῦ. Κατά τόν ἴδιο τρόπο, μέρος τοῦ ἀπρόσωπου Θεοῦ εἶναι καί ὁ ἄνθρωπος. Ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι θεϊκή, πού σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος στήν πραγματικότητα εἶναι θεός. Ἡ ἀντίληψη αὐτή, ὅτι ὅλα εἶναι ἕνα, ὅλα ἀποτελοῦν ἐκδήλωση μιᾶς καί τῆς αὐτῆς πραγματικότητος καί, κατά συνέπειαν, πρέπει νά ἐξετάζονται σάν τμήματα αὐτῆς τῆς πραγματικότητος, ὀνομάζεται «ὁλιστική θεώρηση τοῦ κόσμου». «Ἕν τό Πᾶν καί δι' αὐτοῦ τό Πᾶν καί ἐν αὐτῷ τό Πᾶν», διδάσκει ἡ Θεοσοφία τῆς Μπλαβάτσκυ[13]. Πρόκειται στήν οὐσία γιά μιά νέα μορφή Πανθεϊσμοῦ, ὁ ὁποῖος σέ γενικές γραμμές ἐδίδασκε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὁ κόσμος καί ὁ κόσμος εἶναι ὁ Θεός.
Γιά νά κάνουν περισσότερο κατανοητές τίς ἀντιλήψεις τους αὐτές οἱ ὀπαδοί τῆς Νέας Ἐποχῆς, χρησιμοποιοῦν ἕνα χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Τό νά ζεῖς», ἰσχυρίζονται, «στή γῆ, εἶναι σάν σταγόνα νεροῦ πού τινάχθηκε ἀπό τήν θάλασσα. Μπορεῖ νά ὑπάρχουν περίοδοι φαινομενικῆς ἀπομόνωσης ἀπό τόν ὡκεανό, ἀλλά ἡ ὕπαρξη τῆς μεμονωμένης σταγόνας θά τελειώσει σύντομα, καί ἡ σταγόνα θά πέσει πάλι πίσω στή θάλασσα, τήν πηγή τῆς ὕπαρξής της. Ὅπως ἡ σταγόνα, θά ἐπιστρέψουμε στή θεϊκή μας ὕπαρξη γιά νά ἐπανενωθοῦμε μέ τό Ὅλον»[14].
Ὅλα, λοιπόν, τά πράγματα αὐτοῦ τοῦ κόσμου πηγάζουν ἀπό μιά ἀπρόσωπη Παγκόσμια Ὑπερσυνειδητότητα καί, κατά τόν βιολογικό τους θάνατο, ἐπιστρέφουν πάλι σ' αὐτήν, διαλύονται μέσα σ' αὐτήν καί ἐξαφανίζονται. Τό ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καί μέ τόν ἄνθρωπο. Ἡ διάλυση καί ἐξαφάνιση μέσα στήν Ὑπερσυνειδητότητα, μέσα στόν ἀπρόσωπο θεό, προβάλλεται ἀπό τή Νέα Ἐποχή σάν ὁ ὕψιστος στόχος καί ὁ τελικός προορισμός τοῦ ἀνθρώπου. Μόνο πού ὁ στόχος αὐτός δέν ἐπιτυγχάνεται ἀμέσως μέ τόν βιολογικό θάνατο καί δέν ἀρκεῖ γι' αὐτό ὁ περιορισμένος χρόνος μιᾶς καί μόνης ζωῆς. Εἶναι ἀπαραίτητο ὁ ἄνθρωπος νά ἐπανέλθει καί πάλι στή ζωή, γιά ἑκατοντάδες καί ἴσως γιά χιλιάδες φορές, προκειμένου νά κατορθώσει νά ἐκπληρώσει τόν σκοπό τῆς ὕπαρξής του, δηλ. τήν πλήρη ἐξαφάνιση τοῦ προσώπου του.
Βλέπουμε ἐδῶ ὅτι υἱοθετεῖται ἡ βασική ἀντίληψη τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν γιά τή μετενσάρκωση, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος μετά τόν βιολογικό του θάνατο ἐπανέρχεται καί πάλι στή ζωή μέ ἕνα νέο σῶμα[15]. Ἔτσι ὑπόκειται σέ ἕνα ἀτέλειωτο κύκλο γεννήσεων καί θανάτων, πού ὀνομάζεται στίς ἀνατολικές θρησκεῖες «σαμσάρα». Ἡ ἀλυσίδα αὐτή διέπεται ἀπό ἕνα βασικό καί ἀδυσώπητο νόμο, τόν νόμο τοῦ «κάρμα». Σύμφωνα μέ αὐτόν, κάθε πράξη τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐπακόλουθα πού ἐνεργοῦν πέρα ἀπό αὐτή τή ζωή. Τά ἀποτελέσματα τῶν πράξεών μας δημιουργοῦν τό κάρμα. Ζώντας σ' αὐτόν τόν κόσμο ὁ ἄνθρωπος, συσσωρεύει στόν ἑαυτό του κάρμα, καί ἀπό τό κάρμα πού συσσωρεύει θά ἐξαρτηθεῖ ἡ μορφή μέ τήν ὁποία θά γίνει ἡ ἑπόμενη μετενσάρκωσή του. Τό κάρμα αὐτό δέν συγκεντρώνεται μόνο ἀπό τήν παροῦσα ζωή, ἀλλά καί ἀπ’ ὅλες τίς προηγούμενες ζωές, καί ἀκολουθεῖ τόν ἄνθρωπο ἀναγκαστικά. Πρέπει, λοιπόν, νά ἐνεργεῖ κάποιος ἔτσι, ὥστε νά συσσωρεύει κατά τό δυνατόν θετικό κάρμα στόν ἑαυτό του, μέ σκοπό νά συντομεύσει ὅσο γίνεται τή διαδικασία τῶν νέων γεννήσεων καί θανάτων, δεδομένου ὅτι ἡ ζωή σ' αὐτόν τόν κόσμο θεωρεῖται συνήθως βασανισμός.
Μέ βάση τή θεμελιώδη αὐτή ἀντίληψη γιά τόν προορισμό τοῦ ἀνθρώπου, μποροῦμε πλέον νά κατανοήσουμε πολλές ἄλλες πτυχές τῆς γενικότερης διδασκαλίας τῆς Νέας Ἐποχῆς γιά τόν ἄνθρωπο καί τή σχέση του μέ τόν Θεό. Εἶναι φανερό ὅτι ἡ σχέση Θεοῦ καί ἀνθρώπου δέν μπορεῖ νά εἶναι σέ καμιά περίπτωση σχέση μεταξύ δύο προσώπων. Ὁ Θεός δέν βρίσκεται ἔξω ἀπό τόν ἄνθρωπο, βρίσκεται μέσα σ' αὐτόν. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά λατρεύσει τόν Θεό πού βρίσκεται μέσα του, καλεῖται νά λατρεύσει σέ τελευταία ἀνάλυση τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό. Ἡ Νέα Ἐποχή εἶναι στήν οὐσία ἕνα σύστημα αὐτολατρίας, εἶναι ἕνα σύστημα στό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος λατρεύει τόν ἑαυτό του.
Ἡ ἀντίληψη αὐτή εἶναι διάχυτη μεταξύ τῶν ὀργανώσεων τῆς Νέας Ἐποχῆς. Ἔτσι γιά παράδειγμα σέ κείμενο κάποιας ἀπό αὐτές διαβάζουμε: «Ἡ παλιά θρησκεία λέει ὅτι ἄθεος εἶναι αὐτός πού δέν πιστεύει στό Θεό. Ἡ νέα θρησκεία λέει ὅτι ἄθεος εἶναι ὅποιος δέν πιστεύει στόν ἑαυτό του... Πίστευε στόν ἑαυτό σου, Πίστευε στό μοναδικό Θεό... Καί ἄν πιστεύεις σέ δεκάδες Θεούς, ἀλλά δέν ἔχεις πίστη στόν ἑαυτό σου, δέν ὑπάρχει σωτηρία γιά σένα».[16] Ἄλλη ἑλληνική ὀργάνωση τῆς Νέας Ἐποχῆς συνιστᾶ στόν ἄνθρωπο νά ἀπευθύνεται στόν ἑαυτό του μέ τά ἑξῆς λόγια: «Ὑπέροχε Ἕνα, Σύμβουλέ μου, Πρίγκιπα τῆς Εἰρήνης μου, Χριστέ Ἑαυτέ μου... Σκέψου ὅλη τήν ἡμέρα ὅτι εἶσαι ὁ Χριστός τοῦ Θεοῦ καί ζῆσε μέ αὐτή τή σκέψη. Μετά σκέψου πώς αἰσθάνεται ὁ Χριστός. Πώς μιλᾶ ὁ Χριστός, πώς εὐλογεῖ ὁ Χριστός, καί τέλος, θυμήσου ὅτι εἶσαι ὁ Χριστός τοῦ Θεοῦ».[17] Ὁ ἄνθρωπος τῆς Νέας Ἐποχῆς ἀνταποκρίνεται ὁλοκληρωτικά στήν προσφορά τοῦ διαβόλου πρός τούς πρωτοπλάστους μέσα στόν Παράδεισο: «ἔσεσθε ὡς θεοί». Καί πιστεύει πράγματι ὅτι εἶναι ὁ Θεός.
Σέ μιά τέτοια σχέση Θεοῦ καί ἀνθρώπου δέν μπορεῖ βέβαια νά γίνει λόγος περί προσευχῆς. Ἡ προσευχή ἀντικαθίσταται μέ τήν τεχνική τοῦ διαλογισμοῦ, καί ὅπου οἱ ὁμάδες τῆς Νέας Ἐποχῆς ὑποκριτικά κάνουν λόγο περί προσευχῆς ἐννοοῦν μέ τόν ὅρο αὐτό τόν διαλογισμό.
Εἰς ὅτι ἀφορᾶ στήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ἔχει γίνει ἤδη σαφές ὅτι ἡ σωτηρία αὐτή δέν προέρχεται ἀπό τόν Θεό, ὅπως δέχεται ἡ χριστιανική πίστη. Ὁ ἄνθρωπος σώζεται μόνος του καί μέ τίς δικές του δυνάμεις. Οἱ ὁμάδες τῆς Νέας Ἐποχῆς διατυπώνουν διάφορα συστήματα αὐτοσωτηρίας καί αὐτοεξέλιξης,[18] σύμφωνα μέ τά ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά καλλιεργήσει καί νά ἀναπτύξει τίς θεϊκές δυνάμεις, πού, δῆθεν, βρίσκονται μέσα του, προκειμένου νά ἀνέλθει σέ ἀνώτερα ἐπίπεδα ὕπαρξης. Γιά νά γίνει αὐτό, εἶναι ἀνάγκη νά ἐφαρμόσει διάφορες συγκεκριμένες τεχνικές, πού διαφέρουν ἀπό ὁμάδα σέ ὁμάδα. Βέβαια, ὅλα τά πράγματα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, καθώς καί οἱ ἄνθρωποι, ἔχουν θεϊκή οὐσία μέσα τους, ἀποτελοῦν μορφές ἐκδήλωσης τοῦ ἀπρόσωπου θεοῦ. Ὅμως, αὐτές οἱ μορφές διαφέρουν μεταξύ τους, καθώς κάθε πρᾶγμα διαφέρει ἀπό τά ὑπόλοιπα εἴτε ὡς πρός τό «ἐπίπεδο ὕπαρξης», εἴτε ὡς πρός τό «βαθμό συνειδητότητος», εἴτε διότι συνίσταται ἀπό διαφορετικές «συμπυκνώσεις ἐνεργείας».[19]
Ἀνερχόμενος τά διάφορα ἐπίπεδα ἐξελίξεως ὁ ἄνθρωπος, μέ τήν ἐφαρμογή συγκεκριμμένων τεχνικῶν,[20] καθίσταται κατά κάποιον τρόπο «ὑπεράνθρωπος», γίνεται «μύστης» καί γνωρίζει τά μυστικά τῆς ζωῆς, πού παραμένουν ἀπόκρυφα γιά τούς ἀμυήτους.[21] Ἕνας μεγάλος μύστης ἦταν καί ὁ Ἰησοῦς Χριστός, καθώς καί ὅλοι οἱ ἀρχηγοί τῶν γνωστῶν θρησκειῶν. Ὅσοι ἔχουν φτάσει στά ἀνώτερα ἐπίπεδα, συνιστοῦν τή Μεγάλη Λευκή Ἀδελφότητα,[22] γιά τήν ὁποία μίλησε ἡ Μπλαβάτσκυ καί διάφορες ὀργανώσεις τῆς Νέας Ἐποχῆς. Πρόκειται γιά ὁμάδα ὑπερανθρώπων πλέον ὄντων, ἡ ὁποία ἔρχεται σέ ἐπαφή μέ ἄτομα, ἀλλά καί μέ ὀργανώσεις αὐτοῦ τοῦ κόσμου, μέ σκοπό νά κατευθύνει τήν ἀνθρωπότητα πρός ἑνοποίησιν φυλῶν, θρησκειῶν καί κοινωνικῶν τάξεων.
Μέ βάση τά παραπάνω, ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ ὁποῖος ἦλθε στή γῆ καί ἔγινε ἄνθρωπος γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου, σταυρώθηκε, ἀναστήθηκε, ἀνελήφθη εἰς τούς οὐρανούς καί θά ἔλθει γιά δεύτερη φορά ὁ ἴδιος νά κρίνει τόν κόσμο, ἀπορρίπτεται στό σύνολό της ἀπό τή Νέα Ἐποχή. Ὁ Χριστός δέν εἶναι ὁ σωτήρ τοῦ κόσμου, διότι ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει ἀνάγκη τοῦ Χριστοῦ γιά νά σωθεῖ, σώζεται μόνος του. Ὁ Χριστός εἶναι τό πολύ ἕνας περισσότερο ἐξελιγμένος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος μάλιστα ὑπέστη διαδοχικές μετενσαρκώσεις.[23] Ἤ εἶναι ἁπλά καί μόνο μιά κατάσταση, τήν ὁποία διάφορες ὀργανώσεις ὀνομάζουν «χριστική κατάσταση», καί στήν ὁποία μπορεῖ νά φτάσει κάθε ἄνθρωπος, ξεπερνώντας ἀκόμη καί τήν κατάσταση πού βρισκόταν ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ Χριστός δηλ. θεωρεῖται πρόσωπο, πού ὄχι μόνο μπορεῖ νά φτάσει κανείς, ἀλλά καί νά ξεπεράσει.
Μιά ἰδιαίτερα προσφιλής τακτική τῆς Νέας Ἐποχῆς στό σημεῖο αὐτό εἶναι νά χρησιμοποιεῖ χριστιανικούς ὅρους πρός παραπλάνησιν, ἀλλά νά τούς δίνει ἄλλο, ἤ καλύτερα ἀντίστροφο περιεχόμενο. Ἔτσι γίνεται λόγος περί τοῦ Χριστοῦ, δέν ἐννοεῖται ὅμως μέ τόν ὅρο αὐτό ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀλλά μιά «χριστική κατάσταση», γίνεται λόγος γιά προσευχή, ἀλλά μέ τόν ὅρο αὐτό ἐννοεῖται ὁ διαλογισμός, γίνεται λόγος γιά πίστη, ἀλλά ἐννοεῖται ἡ πίστη στόν ἑαυτό μας καί ὄχι ἡ πίστη στό Θεό.
Μέ τόν τρόπο αὐτό διαμορφώνεται μιά στάση τῆς Νέας Ἐποχῆς ἔναντι τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί ἔναντι τῶν θρησκειῶν γενικά, ἡ ὁποία ἐξωτερικά τουλάχιστον δέν φαίνεται σάν στάση ἔντονης ἀντιπαράθεσης. Ἡ διδασκαλία γιά τήν στάση ἔναντι τῶν θρησκειῶν ὑπάρχει ἤδη στίς ἀντιλήψεις τῆς Μπλαβάτσκυ, ὅπου κυριαρχοῦν δύο βασικές ἀρχές. Ἡ μία ἀρχή εἶναι ὅτι «δέν ὑπάρχει θρησκεία ἀνώτερη ἀπό τήν ἀλήθεια»,[24] καί ἡ ἄλλη εἶναι ὅτι «δέν ὑπάρχει θρησκεία, πού νά εἶναι ἀνώτερη ἀπό κάποια ἄλλη θρησκεία».[25]
Ὅλες οἱ θρησκεῖες εἶναι, λοιπόν, τό ἴδιο πρᾶγμα. Μεταξύ χριστιανοῦ, βουδδιστῆ, μουσουλμάνου, κ.τ.λ., δέν ὑπάρχει στήν οὐσία καμία διαφορά[26]. Οἱ θρησκεῖες εἶναι διαφορετικοί δρόμοι, πού ὁδηγοῦν, ὅμως, στόν ἴδιο προορισμό, στόν ἴδιο «θεό». Πάνω ἀπό τίς θρησκεῖες εἶναι ἡ ἀλήθεια, καί ὡς «ἀλήθεια» νοοῦνται ἐδῶ οἱ ἀντιλήψεις τῆς Θεοσοφίας ἀρχικά καί τῆς Νέας Ἐποχῆς μετέπειτα. Οἱ θρησκεῖες ἦσαν γιά τούς ἀτελεῖς ἀνθρώπους τῆς παλαιᾶς Ἐποχῆς καί οἱ μεταξύ τους διαφορές ὀφείλονται στήν ὑπερβολική προσκόληση στόν τῦπο καί στό γράμμα. Ἡ Νέα Ἐποχή ὅμως θά σημάνει μιά βαθύτερη κατανόηση τῶν θρησκειῶν, μέ σκοπό τήν ἀνακάλυψη τῆς κοινῆς τους οὐσίας καί μέ προοπτική τήν μεταξύ τους συνεργασία, τήν συνένωσή τους καί τή δημιουργία μιᾶς πανθρησκείας. Αὐτό ἀφορᾶ καί τήν Χριστιανική Ἐκκλησία, γι' αὐτό οἱ ἄνθρωποι τῆς Νέας Ἐποχῆς προτείνουν μιά νέα κατανόηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς, μιά νέα ἀνάγνωση τῶν ἱερῶν κειμένων, μιά νέα νοηματοδότηση τῶν χριστιανικῶν ὅρων. Ἔτσι ἡ Νέα Ἐποχή δέν λέει συνήθως «ἔξελθε ἐκ τῆς ἐκκλησίας σου γιά νά σωθεῖς», δέν ἐπιδιώκει, ὅπως οἱ παλαιότερες αἱρέσεις νά ἀδειάσει τίς Ἐκκλησίες γιά νά γεμίσει τίς δικές της αἴθουσες. Θέλει νά εἶναι γεμάτες οἱ Ἐκκλησίες, ἀλλά, ὅσοι βρίσκονται μέσα σ' αὐτές νά σκέπτονται καί ζοῦν αἱρετικά.
Ἡ ἑνοποίηση τῶν θρησκειῶν εἶναι ἕνα μόνο βῆμα πρός ἑνοποίησιν ὁλόκληρου τοῦ κόσμου. Παράλληλα ἐπιδιώκεται ἡ φυλετική ἑνοποίηση, ἡ ταξική, ἡ ἰδεολογική καί, τέλος, ἡ πολιτική ἑνοποίηση, οὕτως ὥστε ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα νά διαμορφωθεῖ σέ μιά παγκόσμια ἀδελφότητα.[27] Αὐτή θά τεθεῖ κάτω ἀπό τήν πνευματική, ἴσως καί τήν πολιτική, ἡγεσία τοῦ Ἀβατάρ τῆς Νέας Ἐποχῆς, τοῦ νέου μεσσία, ὁ ὁποῖος θά τήν ὁδηγήσει, ὑποτίθεται, στόν κόσμο τῆς προόδου, στόν κόσμο τῆς τελειότητος, στόν κόσμο τοῦ φωτός.
Εἶναι ἀνάγκη νά ὑπενθυμήσουμε στό σημεῖο αὐτό ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας δέν περιμένει οὔτε τήν ἔλευση ἄλλου μεσσία, οὔτε τήν ἔλευση ἄλλου χριστοῦ. Περιμένει τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ ἴδιου Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού ἦλθε γιά πρώτη φορά στό κόσμο, γιά νά κρίνει, ὅμως, τώρα «ζώντας καί νεκρούς». Πρίν, ὅμως, ἀπό αὐτήν τήν Δευτέρα Παρουσία, περιμένει τήν ἔλευση τοῦ Ἀντιχρίστου, τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος, ἔχοντας ὁλόκληρη τήν δύναμη τοῦ διαβόλου, θά κάνει «σημεῖα καί τέρατα μεγάλα», θά ἐμφανιστεῖ σάν σωτῆρας τῆς ἀνθρωπότητος, θά μιμηθεῖ τό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ καί θά ζητήσει ἀπό τούς ἀνθρώπους νά τόν προσκυνήσουν σάν Θεό. Ὅμως, ἡ δύναμη καί ἡ ἐξουσία του θά διαρκέσουν πολύ λίγο, γιατί πρόκειται νά καταλυθοῦν μέ τήν ἔνδοξο Παρουσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

*   *   *

Συνοψίζοντας ὅσα ἀναφέραμε παραπάνω, παρατηροῦμε ὅτι ἡ Νέα Ἐποχή εἶναι μιά τάση πού εἰσχωρεῖ ἀθόρυβα καί ἀθέατα σέ ὅλους τούς τομεῖς τῆς ζωῆς, ἐπιχειρώντας νά μεταβάλει τόν τρόπο σκέψεως τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου καί νά διαβρώσει τά θεμέλια τοῦ πολιτισμοῦ μας. Τήν τάση αὐτή ἐκφράζουν ἑκατοντάδες ὀργανώσεις, ἀλλά καί χιλιάδες μεμονωμένα ἄτομα, πού τίθενται στήν ὑπηρεσία τῆς ἰδεολογίας της σέ ὅλο τόν κόσμο.
Γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ Νέα Ἐποχή εἶναι μιά μεγάλη πρόκληση, ἡ ὁποία πρέπει νά ἀντιμετωπιστεῖ μέ τήν ὀργάνωση τῆς ἀντιστάσεως ἔναντι του νέου αὐτοῦ ρεύματος καί μέ τήν περισσότερο αἰσθητή ἔκφραση τοῦ γνήσιου ἐκκλησιαστικοῦ λόγου, βάσει τῶν νέων δεδομένων πού ἔχουν διαμορφωθεῖ. Ἡ Νέα Ἐποχή εἰσάγει μιά ἄλλη ἀντίληψη περί Θεοῦ, ἀνθρώπου καί κόσμου, πού ἀνατρέπει τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, τήν μοναδική ὁδό τῆς σωτηρίας. Διδάσκει ὅτι ἡ ἐποχή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πέρασε, καί εἰσηγεῖται τήν πίστη σέ ἕνα ἄλλο «χριστό», διαφορετικό ἀπό τόν ἕνα καί ἀληθινό Χριστό, γιά τόν Ὁποῖο ἡ Ἁγία Γραφή διαβεβαιώνει ὅτι «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία· οὐδέ γάρ ὄνομα ἐστιν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς».[28]

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Ἀλεβιζοπούλου Ἀντωνίου Πρωτ., Ἀποκρυφισμός Γκουρουϊσμός «Νέα Ἐποχή», Ἀθῆναι 19933. Ἀλεβιζοπούλου Ἀντωνίου Πρωτ., Διαλογισμός ἤ Προσευχή; Ὀρθόδοξη θεώρηση, Ἀθῆναι 19972. Ἀλεβιζοπούλου Ἀντωνίου Πρωτ., Ἡ Ἀστρολογία στό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἀθῆναι 1995. Ἀλεβιζοπούλου Ἀντωνίου Πρωτ., Νεοφανεῖς Αἱρέσεις Καταστροφικές Λατρεῖες στό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἀθήνα 1995. Ἀλεβιζοπούλου Ἀντωνίου Πρωτ., Ὁ Ἀποκρυφισμός στό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀποκρυφιστικές ὁμάδες, τεῦχ. 4ον - 10ον: Ροδόσταυροι, Ναΐτες, Καθαροί, Πεφωτισμένοι, Θεοσοφία, Ἀνθρωποσοφία, Μασωνία, Ἀθήνα 1996.  Ἀτζακλῆ Βασ., Νέα Ἐποχή «Ὑδροχοϊστές», ἔκδ. 3, ΙΧΝΑ Ἀθῆναι. Cabey Const., Τό σχέδιο τῆς ἐξαπάτησης. Τά ἀπατηλά συνθήματα τοῦ Ὑδροχοϊκοῦ κινήματος, ἔκδ. Στερέωμα. Σταυριανίδη Νικ., Θεοσοφία - «Νέα Ἐποχή». Ἀντίχριστη ἰδεολογία παγκόσμιου Ναζισμοῦ, Ἀθήνα 1997. Τσιάκκα Χριστοφόρου Ἀρχ., Ἡ «Νέα Ἐποχή». Μιά σύγχρονη πρόκληση στό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας, Λεμεσός 1997. Τσιάκκα Χριστοφόρου Ἀρχ., Ἡ πρόκληση τοῦ ὄφεως. Νέες αἱρέσεις, ἔκδ. «Συνδέσμου Ὀρθοδόξου Πίστεως» Ἱ. Μητροπόλεως Λεμεσοῦ 1991. Yermak D. C. Gr., Ὁ ὄλεθρος τῆς πυραμίδος Καμπάλα. Σημεῖα καί τέρατα τῆς Νέας Ἐποχῆς, Μετ. Γρ. Ἀνδρεαδάκη, ἔκδ. Στερέωμα, 1992. Χατζῆ Ἐλευθερίου Ἱερ., Ἡ Μεγάλη Λευκή Ἀδελφότητα τῶν Ἀναληφθέντων Διδασκάλων τῆς Σοφίας, Κόρινθος 1998.

Ἱερεύς  Σωτήριος Ὀ. Ἀθανασούλιας
Τρίπολις 5 Νοεμβρίου 1998





[1] Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζιπούλου, Ἀποκρυφισμός Γκουρουϊσμός «Νέα Ἐποχή», Ἀθῆναι 19933, σ. 11.
[2] Αὐτόθι, σσ. 7 - 12.
[3] Ἔτσι ὡς σημεῖα ἔναρξης τῆς Νέας Ἐποχῆς ἔχουν ἐπί παραδείγματι θεωρηθεῖ τά ἔτη 1935, 1972, ἀκόμη τό 2645 κ.. (Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, Ἀστρολογία στό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἀθῆναι 1995, σ. 146).
[4] Παραθεωρεῖται, βέβαια, τό γεγονός πώς γιά ,τι κακό συμβαίνει στόν κόσμο δέν φταίει Χριστός Χριστιανισμός, ἀλλά ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου μή ἐφαρμογή τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀρχῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ.
[5] Περί τῆς Μπλαβάτσκυ καί τῆς Μπέϊλη βλ. ἐν Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζιπούλου, Ἀποκρυφισμός Γκουρουϊσμός «Νέα Ἐποχή», Ἀθῆναι 19933, σσ. 91 - 114, Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, Ἀποκρυφισμός στό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀποκρυφιστικές ὁμάδες, τεῦχ. 4ον - 10ον: Ροδόσταυροι, Ναΐτες, Καθαροί, Πεφωτισμένοι, Θεοσοφία, Ἀνθρωποσοφία, Μασωνία, Ἀθήνα 1996, σσ. 123 -159, Νικ. Σταυριανίδη, Θεοσοφία - «Νέα Ἐποχή». Ἀντίχριστη ἰδεολογία παγκόσμιου Ναζισμοῦ, Ἀθήνα 1997, σσ. 21 -74.
[6] ὅρος, πού ἀποτελεῖ διαφορετική προφορά τοῦ ὅρου «Μαιτρέγια», γιά τόν ὁποῖο μιλοῦν ἄλλες κινήσεις τῆς Νέας Ἐποχῆς.
[7] Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, Ἀποκρυφισμός στό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀποκρυφιστικές ὁμάδες, τεῦχ. 4ον - 10ον: Ροδόσταυροι, Ναΐτες, Καθαροί, Πεφωτισμένοι, Θεοσοφία, Ἀνθρωποσοφία, Μασωνία, Ἀθήνα 1996, σ. 114.
[8] Αὐτόθι, σσ. 151 - 152.
[9] Αὐτόθι, σ. 127.
[10] Θεολογικός Δεύτερος, 4, ἐν Γρηγορίου Θεολόγου, Ἔργα, τ. 4, σειρά Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, Πατερικαί Ἐκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1976, σ. 40.
[11] Ἀρχ. Χριστοφόρου Τσιάκκα, «Νέα Ἐποχή». Μιά σύγχρονη πρόκληση στό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας, Λεμεσός 1998, σ. 26.
[12] Αὐτόθι, σ. 26.
[13] Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, Ἀποκρυφισμός στό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀποκρυφιστικές ὁμάδες, τεῦχ. 4ον - 10ον: Ροδόσταυροι, Ναΐτες, Καθαροί, Πεφωτισμένοι, Θεοσοφία, Ἀνθρωποσοφία, Μασωνία, Ἀθήνα 1996, σ. 133.
[14] Τό σῶμα αὐτό κατά τήν ἀντίληψη τῶν ἀνατολικῶν θρησκεύματων δέν εἶναι ἀναγκαστικά σῶμα ἀνθρώπινο. Ἐνδέχεται νά εἶναι κατώτερο τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος (π.χ. σῶμα ζώου, φυτοῦ, ἀνόργανου ὑλικοῦ πράγματος κ.τ.λ.) ἀνώτερο (σῶμα κάποιου «θεοῦ»).
[15] Ἀρχ. Χριστοφόρου Τσιάκκα, Μνημ. ἔργ., σ. 27.
[16] Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, Διαλογισμός ἤ Προσευχή: Ὀρθόδοξη θεώρηση, Ἀθήνα 19972, σ. 107.
[17] Ἀρχ. Χριστοφ. Τσιάκκα, Μνημ. ἔργ., σ. 28.
[18] Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, Ὁ Ἀποκρυφισμός στό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀποκρυφιστικές ὁμάδες, τεῦχ. 4ον - 10ον: Ροδόσταυροι, Ναΐτες, Καθαροί, Πεφωτισμένοι, Θεοσοφία, Ἀνθρωποσοφία, Μασωνία, Ἀθήνα 1996, σ. 141.
[19] Αὐτόθι, σ. 135.
[20] Ὄχι κατ' ἀνάγκην στά πλαίσια αὐτῆς τῆς ζωῆς, ὅπως ἔχουμε προαναφέρει, ἀλλά καί μέσῳ τῆς διαδικασίας τῆς μετενσάρκωσης.
[21] Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, Ὁ Ἀποκρυφισμός στό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀποκρυφιστικές ὁμάδες, τεῦχ. 4ον - 10ον: Ροδόσταυροι, Ναΐτες, Καθαροί, Πεφωτισμένοι, Θεοσοφία, Ἀνθρωποσοφία, Μασωνία, Ἀθήνα 1996, σ. 137.
[22] Αὐτόθι, σ. 138.
[23] Αὐτόθι, σ. 144.
[24] Αὐτόθι, σ. 139.
[25] Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζιπούλου, Ἀποκρυφισμός Γκουρουϊσμός «Νέα Ἐποχή», ἔκδ. 3η, Ἀθῆναι 1993, σ. 94.
[26] Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, Ὁ Ἀποκρυφισμός στό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀποκρυφιστικές ὁμάδες, τεῦχ. 4ον - 10ον: Ροδόσταυροι, Ναΐτες, Καθαροί, Πεφωτισμένοι, Θεοσοφία, Ἀνθρωποσοφία, Μασωνία, Ἀθήνα 1996, σ. 140.
[27] Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζιπούλου, Ἀποκρυφισμός Γκουρουϊσμός «Νέα Ἐποχή», ἔκδ. 3η, Ἀθῆναι 1993, σ. 92 - 94 καί Πρωτ. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, Ὁ Ἀποκρυφισμός στό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀποκρυφιστικές ὁμάδες, τεῦχ. 4ον - 10ον: Ροδόσταυροι, Ναΐτες, Καθαροί, Πεφωτισμένοι, Θεοσοφία, Ἀνθρωποσοφία, Μασωνία, Ἀθήνα 1996, σ. 138.
[28] Πράξ. 4, 12.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου