γαπητοί φίλοι,

Σς καλωσορίζω στό προσωπικό μου ἱστολόγιο καί σς εχομαι καλή περιήγηση. Σ’ ατό θά βρετε κείμενα θεολογικο καί πνευματικο περιεχομένου, πως κείμενα ναφερόμενα στήν πίστη καί Παράδοση τς κκλησίας, ντιαιρετικά κείμενα, κείμενα πνευματικς οκοδομς, κείμενα ναφερόμενα σέ προβληματισμούς καί ναζητήσεις τς ποχς μας καί, γενικά, διάφορα στοιχεα πό τήν πίστη καί ζωή τς ρθόδοξης κκλησίας.

Εχομαι τά κείμενα ατά καί κάθε νάρτηση σ’ ατό τό ἱστολόγιο νά φανον χρήσιμα σέ σους νδιαφέρονται, νά προβληματίσουν θετικά, νά φυπνίσουν καί νά οκοδομήσουν πνευματικά.

ελογία καί Χάρις το Κυρίου νά εναι πάντοτε μαζί σας.

Μετά τιμς καί γάπης.

π. Σωτήριος θανασούλιας

φημέριος Μητροπολιτικο ερο Ναο γίου Βασιλείου Τριπόλεως.

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

«Αγ. Γραφή, Εκκλησία, Παράδοση» 2025-6: Ο Θεός ως Φως και ως Φωτισμός

 


Διάγραμμα – Περίληψη Θέματος Η' τοῦ Προγράμματος Μελέτης καί Ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς «Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία καί Παράδοση», περιόδου Γ', ἔτους 2025-2026. 

(Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα μνήμης Ὁσίου Θεοδοσίου) 

Κείμενο: «Ἀδελφοί, 4,6 ὁ Θεός ὁ εἰπών ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὅ ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρός φωτισμόν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ. 7 Ἔχομεν δέ τόν θησαυρόν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολή τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καί μή ἐξ ἡμῶν· 8 ἐν παντί θλιβόμενοι ἀλλ’ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ’ οὐκ ἐξαπορούμενοι, 9 διωκόμενοι ἀλλ’ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ’ οὐκ ἀπολλύμενοι, 10 πάντοτε τήν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καί ἡ ζωή τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ. 11 Ἀεί γάρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διά Ἰησοῦν, ἵνα καί ἡ ζωή τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκί ἡμῶν. 12 Ὥστε ὁ μέν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δέ ζωή ἐν ὑμῖν. 13 Ἔχοντες δέ τό αὐτό πνεῦμα τῆς πίστεως κατά τό γεγραμμένον, ἐπίστευσα, διό ἐλάλησα, καί ἡμεῖς πιστεύομεν, διό καί λαλοῦμεν, 14 εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τόν Κύριον Ἰησοῦν καί ἡμᾶς διά Ἰησοῦ ἐγερεῖ καί παραστήσει σύν ὑμῖν. 15 Τά γάρ πάντα δι’ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διά τῶν πλειόνων τήν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ» (Β΄ Κορ. 4, 6-16).

Ἀπόδοση: «Ἀδελφοί μου, 6,11 ὁ Θεός, πού εἶπε νά λάμψει φῶς ἀπό τό σκοτάδι, αὐτός ἔλαμψε μέσα μας, γιά νά φέρει στό φῶς τή γνώση τῆς Δόξης τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. 7 Τόν θησαυρό αὐτό τόν ἔχουμε μέσα σέ πήλινα σκεύη, γιά νά φανερωθεῖ ὅτι ἡ ὑπερβολική αὐτή δύναμη εἶναι τοῦ Θεοῦ καί δέν προέρχεται ἀπό μᾶς. 8 Ἐμεῖς πιεζόμεθα μέ κάθε τρόπο, ὅμως δέν φθάνουμε σέ ἀδιέξοδο, Εἴμαστε ἀδύναμοι, ἀλλά δέν ἀπελπιζόμεθα, διωκόμεθα ἀλλά δέν ἐγκαταλειπόμεθα, 9 καταβαλλόμεθα ἀλλά δέν χανόμεθα. 10 Πάντοτε φέρομε πάνω στό σῶμά μας τόν θάνατο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ, γιά νά φανερωθεῖ καί ἡ ζωή τοῦ Ἰησοῦ σ’ αὐτό. 11 Γιατί, ὅσο ζοῦμε, παραδιδόμεθα πάντοτε στόν θάνατο, χάριν τοῦ Ἰησοῦ, γιά νά φανερωθῇ καί ἡ ζωή τοῦ Ἰησοῦ στό θνητό σῶμα μας. 12 Ὥστε, ὁ μέν θάνατος συντελεῖται σ’ ἐμᾶς, ἀλλά ἡ ζωή σ’ ἐσᾶς. 13 Ὅμως, ἐπειδή ἔχουμε τό ἴδιο πνεῦμα τῆς πίστεως, σύμφωνα μέ τόν λόγο τῆς Γραφῆς “πίστεψα γι’ αὐτό καί μίλησα”, κι ἐμεῖς πιστεύουμε, γι’ αὐτό καί μιλᾶμε. 14 Γιατί γνωρίζουμε, ὅτι Ἐκεῖνος πού ἀνέστησε τόν Κύριο Ἰησοῦ θά ἀναστήσει καί ἐμᾶς διά τοῦ Ἰησοῦ καί θά μᾶς τοποθετήσει μαζί μ’ ἐσᾶς ἐνώπιόν Του. 15 Ὅλα γίνονται γιά σας, ὥστε, καθώς ἡ χάρη ἐπεκτείνεται σέ περισσοτέρους, νά προκαλέσει πλούσια τήν εὐχαριστία πρός δόξα τοῦ Θεοῦ».

Τό πλαίσιο τοῦ κειμένου: Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα τῆς μνήμης τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου (+529 μ.Χ.), πού συμπίπτει τήν Κυριακή μετά τά Φῶτα, κατάλληλο καί γιά τά μεθέορτα τῶν Θεοφανείων, ἀφοῦ ὁμιλεῖ περί φωτός καί φωτισμοῦ. Προέρχεται ἀπό τήν Β' Πρός Κορινθίους ἐπιστολή. Στήν Κόρινθο ὁ ἀπ. Παῦλος ἵδρυσε ἀκμάζουσα ἐκκλησιαστική κοινότητα, στήν ὁποία ἀπέστειλε δύο ἐκτενεῖς ἐπιστολές. Μέ τήν πρώτη ἐπιλύει προβλήματα, πού προέκυψαν στήν ἐκεῖ τοπική Ἐκκλησία. Ἡ δεύτερη εἶναι πιό συναισθηματική καί προσωπική. Δέν ἀναφέρεται στά προβλήματα τῆς πρώτης, τά ὁποῖα προφανῶς εἶχαν λυθεῖ, ἀλλά ὑπερασπίζεται περισσότερο τό κύρος τοῦ ἀποστολικοῦ λειτουργήματος, τό ὁποῖο ἐπεχείρησαν νά κλονίσουν ἰουδαϊζοντες Χριστιανοί, πού ἔφτασαν στήν Κόρινθο, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχαν δημιουργήσει παρόμοια προβλήματα στίς Ἐκκλησίες τῆς Γαλατίας. Ἡ ἐπιστολή γράφτηκε ἀπό τή Μακεδονία τό 56 μ.Χ.

Ὁ Θεός ὡς Φῶς: Εἶναι πάγια ἀντίληψη τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης (Βιβλικῆς καί Πατερικῆς) ὅτι ὁ Θεός εἶναι Φῶς, ὅτι κατοικεῖ μέσα σέ Φῶς καί ὅτι πάντοτε ἐμφανίζεται ὡς Φῶς. Ὄντως, «ὁ Θεός φῶς ἐστι» (Α' Ἰω. 1, 5). Ἄν ὁ Ἴδιος ἀποκαλύπτεται σέ μᾶς ὡς Ἁγία Τριάδα, τότε Φῶς εἶναι ὁ Πατέρας, Φῶς ὁ Υἱός, Φῶς καί τό Ἅγιο Πνεῦμα: «Φῶς ὁ Πατήρ, Φῶς ὁ Λόγος, Φῶς καί τό Ἅγιον Πνεῦμα» (ὕμνος ἑορτῆς Ἁγ. Πνεύματος). Πρόκειται γιά τρία Φῶτα, τά ὁποῖα, ταυτόχρονα καί κατά ἀνεξήγητο τρόπο, εἶναι ἕνα Φῶς. Ἔτσι, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ (ὁ Χριστός), εἶναι «Φῶς ἐκ Φωτός», κατά τό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Ὅπως ὁ Ἴδιος μαρτυρεῖ, «ἐγώ εἰμί τό Φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰω. 9,5) καί «ἐγώ Φῶς εἰς τόν κόσμον ἐλήλυθα» (Ἰω. 12,46), καί ὅπως διαβεβαιώνει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ὁ Χριστός εἶναι «τό Φῶς τό ἀληθινόν» (Ἰω. 1,9). Ἐπιπλέον, ὁ Θεός «εἶναι» μέν ὁ Ἴδιος Φῶς, ἀλλά καί «κατοικεῖ» μέσα σέ Φῶς: εἶναι «ὁ φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον» (Α΄ Τιμ. 6, 16). Τό Φῶς, μέσα στό ὁποῖο «κατοικεῖ» ὁ Θεός, εἶναι τό Φῶς τῆς Δόξης τοῦ Θεοῦ ἤ ἡ Δόξα τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τό Φῶς τῆς Δόξης εἶναι «ἀπρόσιτον», δηλ. δέν ἔχει καμία ὁμοιότητα μέ τό φυσικό φῶς, ἀλλά ὑπερέχει τόσο τοῦ φυσικοῦ φωτός, ὥστε μπορεῖ κάλλιστα νά ἀποκαλεῖται καί «Σκότος» ἤ «Γνόφος»: «Εἰσί δέ καί τινα καταφατικῶς ἐπί Θεοῦ λεγόμενα, δύναμιν ὑπεροχικῆς ἀποφάσεως ἔχοντα, οἷον Σκότος λέγοντες ἐπί Θεοῦ οὐ σκότος νοοῦμεν, ἀλλ’ ὅτι οὐκ ἔστι φῶς, ἀλλ’ ὑπέρ τό φῶς· καί Φῶς ὅτι οὐκ ἔστι σκότος» (ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνός). Ἄν τό Φῶς, στό ὁποῖο «κατοικεῖ» ὁ Θεός, εἶναι «ἀπρόσιτον», τότε τό Φῶς, τό ὁποῖο «εἶναι» ὁ Θεός, εἶναι παντελῶς «ἀπρόσιτον», ἄγνωστο, ἀόρατο, ἀμέθεκτο κ.λπ. Οἱ ἅγιοι Πατέρες τοῦ ιδ' μ.Χ. αἰ. ἀποκαλοῦν τό Φῶς, τό ὁποῖο «εἶναι» ὁ Θεός, «Οὐσία» τοῦ Θεοῦ, καί τό Φῶς, στό ὁποῖο «κατοικεῖ» ὁ Θεός, «Ἐνέργεια» ἤ «Ἐνέργειες» τοῦ Θεοῦ. Τόσο ἡ Οὐσία, ὅσο καί ἡ Ἐνέργεια ἤ οἱ Ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, εἶναι «ἄκτιστα», δηλ. δέν ἔχουν καμία ὁμοιότητα μέ τά «κτιστά» (δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ), εἴτε πρόκειται γιά «ὁρατά» (ἄνθρωποι, φυσικός κόσμος), εἴτε γιά «ἀόρατα» (Ἄγγελοι).

Ὁ Θεός ὡς Φωτισμός: Εἶναι, ἐπίσης, πίστη (δόγμα) τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἡ μέν Οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστη, ἀμέθεκτη καί ἀόρατη, ἡ δέ Ἐνέργεια εἶναι ἄκτιστη, ἀλλά μεθεκτή καί ὁρατή. Ἡ θεοποιός Ἐνέργεια, εἰδικότερα, ἤ Δόξα τοῦ Θεοῦ, μετέχεται καί ὁρᾶται (ὡς Φῶς) ἀπό τούς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι, βλέποντάς την καί μετέχοντας σ’ αὐτήν, βλέπουν καί μετέχουν στόν ἴδιο τόν Θεό καί ἀποκαλοῦνται «θεόπτες». Ἡ ἄκτιστη θεοποιός Ἐνέργεια ἤ Δόξα τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται μέσῳ τοῦ προσώπου τοῦ Υἱοῦ Του. Ἀποκαλύφθηκε ἀρχικά στούς Προφῆτες καί Δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, οἱ ὁποῖοι ἔβλεπαν τόν Ἄσαρκο Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, ὡς «Κύριο τῆς Δόξης». Κατά τήν Ἐνσάρκωσή Του ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶχε πάντοτε τήν φυσική Του Δόξα, ἡ ὁποία ὅμως «ἐκρύπτετο ὑπό τήν ἀνθρωπότητα». Αὐτή τήν Δόξα ἀπεκάλυψε στούς τρεῖς Μαθητές στή Μεταμόρφωση, ὡς Φῶς ἄκτιστο, καί τήν ἴδια Δόξα ἀπεκάλυψε σέ ὅλους τούς Μαθητές στήν Πεντηκοστή, ὡς ἄκτιστες πύρινες Γλῶσσες. Ἔκτοτε ἡ ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς ἐπαναλαμβάνεται σέ κάθε θεοπτική ἐμπειρία τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ «θεοπτία» ἤ «θέωση» εἶναι ἡ ὕψιστη κατάσταση, στήν ὀποία μπορεῖ νά φτάσει ὁ ἄνθρωπος, εἶναι ὁ ἀνθρώπινος προορισμός, ὁ ἔσχατος σκοπός τῆς ζωῆς του: ὁ ἄνθρωπος εἶναι «θεός κεκλημένος»! «Θέωση», «θεοπτία», ἐμπειρία Πεντηκοστῆς, εἶναι ὁ ἐν Χριστῷ δοξασμός τοῦ ἀνθρώπου. Στήν κατάσταση αὐτή ὁ θεόπτης δέν βλέπει ἁπλῶς Φῶς, ἀλλά μετέχει στό Φῶς καί γίνεται ὁ ἴδιος Φῶς. Ἔτσι ἐξηγοῦνται οἱ παραπάνω ἀναφορές τοῦ ἀπ. Παύλου γιά ἔλλαμψη καί φωτισμό (4,6), καθώς καί οἱ βιβλικές ἐκφράσεις: «Κύριος φωτισμός μου καί Σωτήρ μου» (Ψαλμ. 26,1), «ὑμεῖς ἐστε τό φῶς τοῦ κόσμου» (Ματθ. 5,14), «οὕτως λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων» (Ματθ. 5,16), «οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος» (Ματθ. 13,43), «ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί ... ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰω. 8,12), «ἵνα υἱοί φωτός γένησθε» (Ἰω. 12,36), «ἦτε γάρ ποτε σκότος, νῦν δέ φῶς ἐν Κυρίῳ· ὡς τέκνα φωτός περιπατεῖτε» (Ἐφ. 5, 8), «φαίνεσθε ὡς φωστῆρες ἐν κόσμῳ» (Φιλιπ. 2,15), «πάντες ὑμεῖς υἱοί φωτός ἐστε καί υἱοί ἡμέρας» (Α' Θεσ. 5,5), «οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς φωστῆρες» (Νεκρώσιμη Ἀκολουθία) κ.ἄ. Χαρακτηριστικά ἀναφέρεται στά περί Φωτός τοῦ Θεοῦ καί φωτισμοῦ ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος (975-1035 μ.Χ.).

Ἡ «ὁδός» πρός τό Φῶς: Ἡ «ὁδός» πρός τό Φῶς καί ἡ διαδικασία τῆς μετοχῆς στόν θεῖο φωτισμό, ἀποκαλεῖται στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση «κάθαρση». Ὁ ἄνθρωπος στερεῖται τοῦ φωτισμοῦ ἐπειδή ἔχει ἀσθενήσει («σκοτισθεῖ») τό ὁπτικό του ὄργανο, ὁ «νοῦς». Ὁ «νοῦς» σκοτίζεται ἀπό τά πάθη καί τήν ἁμαρτία. Αὐτά εἶναι ἀσθένειες καί στοιχεῖα «ἐπεισελθόντα» στήν ἀνθρώπινη φύση μετά τήν πτώση. «Κάθαρση» εἶναι ἡ διαδικασία ἀπαλλαγῆς ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἀποβολῆς τῶν παθῶν ἤ μᾶλλον μεταβολῆς τους σέ ἀντίστοιχες ἀρετές. Ἡ διαδικασία αὐτή εἶναι ἐπίπονη καί ἀσκητική: «κάθαρση» καί «ἄσκηση» σχεδόν ταυτίζονται. Διέρχεται διά τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ (εἶναι συσταύρωση μέ τόν Χριστό) καί ὁδηγεῖ στήν ἀνάσταση καί στή ζωή. Γι’ αὐτό ὁ ἀπ. Παῦλος κάνει λόγο, ἀφ’ ἑνός μέν γιά «θάνατον», «νέκρωσιν», «θλῖψιν», «στενοχωρίαν» κ.λπ., ἀφ’ ἑτέρου δέ γιά «ἔγερσιν» καί «ζωήν». Πρόκειται γιά διαδικασία θεραπευτική, γιά μέθοδο θεραπείας τοῦ «νοῦ» καί, κατ’ ἐπέκτασιν, ὁλόκληρης τῆς νοσούσης ἀνθρώπινης προσωπικότητος. Θεραπεία εἶναι ἀκριβῶς ὁ φωτισμός τοῦ «νοῦ» καί τοῦ ὅλου ἀνθρώπου, ἡ ὁποία ἔχει ἀφετηρία τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί προϋποθέτει τήν ἀσκητική συμμετοχή τοῦ ἀνθρώπου, ἔτσι ὥστε «ἡ ὑπερβολή τῆς δυνάμεως» νά εἶναι τοῦ Θεοῦ. 

(«Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία καί Παράδοση», Πρόγραμμα Μελέτης καί Ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως. Ὑπεύθυνος π. Σωτήριος Ὀ. Ἀθανασούλιας. Περίοδος Γ΄, ἔτος 2025-2026).

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου