γαπητοί φίλοι,

Σς καλωσορίζω στό προσωπικό μου ἱστολόγιο καί σς εχομαι καλή περιήγηση. Σ’ ατό θά βρετε κείμενα θεολογικο καί πνευματικο περιεχομένου, πως κείμενα ναφερόμενα στήν πίστη καί Παράδοση τς κκλησίας, ντιαιρετικά κείμενα, κείμενα πνευματικς οκοδομς, κείμενα ναφερόμενα σέ προβληματισμούς καί ναζητήσεις τς ποχς μας καί, γενικά, διάφορα στοιχεα πό τήν πίστη καί ζωή τς ρθόδοξης κκλησίας.

Εχομαι τά κείμενα ατά καί κάθε νάρτηση σ’ ατό τό ἱστολόγιο νά φανον χρήσιμα σέ σους νδιαφέρονται, νά προβληματίσουν θετικά, νά φυπνίσουν καί νά οκοδομήσουν πνευματικά.

ελογία καί Χάρις το Κυρίου νά εναι πάντοτε μαζί σας.

Μετά τιμς καί γάπης.

π. Σωτήριος θανασούλιας

φημέριος Μητροπολιτικο ερο Ναο γίου Βασιλείου Τριπόλεως.

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

«Αγ. Γραφή, Εκκλησία, Παράδοση» 2025-6: Ουσία και δύναμη της αγάπης

 


Διάγραμμα – Περίληψη Θέματος ΙΑ' τοῦ Προγράμματος Μελέτης καί Ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς «Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία καί Παράδοση», περιόδου Γ', ἔτους 2025-2026. 

(Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα 1ης/2/2026) 

Κείμενο: «Ἀδελφοί, 8,28 οἴδαμεν ὅτι τοῖς ἀγαπῶσι τόν Θεόν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν, τοῖς κατά πρόθεσιν κλητοῖς οὖσιν· 29 ὅτι οὕς προέγνω, καί προώρισε συμμόρφους τῆς εἰκόνος τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, εἰς τό εἶναι αὐτόν πρωτότοκον ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς· 30 οὕς δέ προώρισε, τούτους καί ἐκάλεσε, καί οὕς ἐκάλεσε, τούτους καί ἐδικαίωσεν, οὕς δέ ἐδικαίωσε, τούτους καί ἐδόξασε. 31 Τί οὖν ἐροῦμεν πρός ταῦτα; Εἰ ὁ Θεός ὑπέρ ἡμῶν, τίς καθ’ ἡμῶν; 32 Ὅς γε τοῦ ἰδίου υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, ἀλλ’ ὑπέρ ἡμῶν πάντων παρέδωκεν αὐτόν, πῶς οὐχί καί σύν αὐτῷ τά πάντα ἡμῖν χαρίσεται; 33 Τίς ἐγκαλέσει κατά ἐκλεκτῶν Θεοῦ; Θεός ὁ δικαιῶν. 34 Τίς ὁ κατακρίνων; Χριστός ὁ ἀποθανών, μᾶλλον δέ καί ἐγερθείς, ὅς καί ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, ὅς καί ἐντυγχάνει ὑπέρ ἡμῶν. 35 Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλῖψις ἤ στενοχωρία ἤ διωγμός ἤ λιμός ἤ γυμνότης ἤ κίνδυνος ἤ μάχαιρα; 36 Καθώς γέγραπται ὅτι ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τήν ἡμέραν· ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς. 37 Ἀλλ’ ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διά τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς. 38 Πέπεισμαι γάρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωή οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαί οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα 39 οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν» (Ρωμ. 8, 28-39).

Ἀπόδοση: «Ἀδελφοί μου, 8,28 γνωρίζουμε ὅτι γιά ὅσους ἀγαποῦν τόν Θεό ὅλα συνεργοῦν στό καλό, ὅσοι εἶναι καλεσμένοι στή σωτηρία σύμφωνα μέ τήν πρόθεση τοῦ Θεοῦ. 29 Γιατί ἐκείνους πού προγνώρισε, αὐτούς καί προώρισε νά γίνουν ὁμοιόμορφοι πρός τήν εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ του, ὥστε αὐτός νά εἶναι πρωτότοκος μεταξύ πολλῶν ἀδελφῶν. 30 Ἐκείνους πού προώρισε, αὐτούς καί κάλεσε, καί ἐκείνους πού κάλεσε, αὐτούς καί δικαίωσε, ἐκείνους δικαίωσε, αὐτούς καί δόξασε. 31 Τί, λοιπόν, θά ποῦμε πάνω σ’ αὐτά; Ἄν ὁ Θεός εἶναι μέ τό μέρος μας, ποιός μπορεῖ νά εἶναι ἐναντίον μας; 32 Ἐκεῖνος, πού δέν λυπήθηκε τόν ἴδιο τόν Υἱό Του, ἀλλά τόν παρέδωσε στόν θάνατο γιά χάρη ὅλων μας, πῶς μαζί μέ Αὐτόν δέν θά μᾶς χαρίσει τά πάντα; 33 Ποιός θά κατηγορήσει τούς ἐκλεκτούς τοῦ Θεοῦ; Ὁ ἴδιος ὁ Θεός τούς δικαιώνει! 34 Ποιός θά τούς καταδικάσει; Ὁ Χριστός εἶναι ἐκεῖνος πού πέθανε, καί, ἀκόμη περισσότερο, ἀναστήθηκε, ὁ Ὁποῖος εἶναι στά δεξιά τοῦ Θεοῦ καί μεσιτεύει γιά μᾶς. 35 Ποιός θά μᾶς χωρίσει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ; Ἡ θλίψη, ἡ στενοχώρια, ὁ διωγμός, ἡ πεῖνα, ἡ γυμνότητα, ὁ κίνδυνος, τό μαχαίρι; 36 Ὅπως εἶναι γραμμένο· Γιά χάρη σου θανατωνόμεθα κάθε ἡμέρα· θεωρηθήκαμε σάν πρόβατα προωρισμένα γιά σφαγή. 37 Ἀλλά σέ ὅλα αὐτά εἴμαστε μέ τό παραπάνω νικητές διά τοῦ Χριστοῦ, πού μᾶς ἀγάπησε. 38 Γιατί εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὔτε θάνατος, οὔτε ζωή, οὔτε ἄγγελοι, οὔτε ἀρχές, οὔτε δυνάμεις, τίποτε στό παρόν, τίποτε στό μέλλον, 39 τίποτε στά ὕψη, τίποτε στά βάθη, κανένα ἄλλο δημιούργημα δέν θά μπορέσει νά μᾶς χωρίσει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ἔδειξε διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας».

Εἰσαγωγικά: Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα τῆς μνήμης τοῦ ἁγίου Μάρτυρος Τρύφωνος (†250). Προέρχεται ἀπό τήν Πρός Ρωμαίους ἐπιστολή τοῦ ἀπ. Παύλου, τήν ἐκτενέστερη καί θεολογικότερη τῶν ἐπιστολῶν του. Ἀπευθύνεται στή Ρώμη, τήν πρωτεύουσα τῆς Αὐτοκρατορίας, ἀλλά καί τήν πόλη τοῦ πλήθους τῶν ἁγίων Μαρτύρων, ὅπως τῶν ἀπ. Πέτρου καί Παύλου, τοῦ ἁγ. Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, τοῦ ἁγ. Ἰουστίνου, τῶν ἁγ. Σοφίας, Πίστεως, Ἐλπίδος καί Ἀγάπης, τοῦ ἁγ. Εὐσταθίου, τῆς ἁγ. Ἀναστασίας Φαρμακολυτρίας κ.ἄ. Περιεχόμενο τοῦ Ἀναγνώσματος εἶναι ἡ ἀγάπη, τό ἐπίκεντρο τῆς «χριστιανικῆς ἠθικῆς», ἡ «πρώτη καί μεγάλη ἐντολή» κατά τούς λόγους τοῦ Κυρίου (Ματθ. 22,38), ἡ δύναμη τῆς ὁποίας καθιστᾶ τούς πιστεύοντας στόν Χριστό ἱκανούς νά περιφρονοῦν τόν θάνατο, νά καταβάλλουν «ἀρχές καί ἐξουσίες», νά ὑπομένουν σκληρά βασανιστήρια, νά ἀναδεικνύονται Μάρτυρες Κυρίου, καί νά ἐπιτελοῦν «σημεῖα καί τέρατα μεγάλα»! Ὅμως, τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἀγάπη; Πολλές φορές ὑποβιβάζεται στή θέση μιᾶς «ἐντολῆς» κάποιου ἠθικοῦ συστήματος. Ἄλλοτε θεωρεῖται μιά ἐπιφανειακή συναισθηματική κατάσταση ἤ «στάση». Ὅμως, εἶναι κάτι πολύ περισσότερο ἀπό τά παραπάνω. Τό Ἀνάγνωσμα μπορεῖ νά διαιρεθεῖ σέ δύο μέρη. Τό πρῶτο ἀναφέρεται στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός τόν κόσμο καί, ἰδιαίτερα, πρός τόν ἄνθρωπο, ἡ ὁποία «προγνωρίζει», «προορίζει», «καλεῖ», «δικαιώνει» καί «δοξάζει». Τό δεύτερο ἀναφέρεται στήν ἀγάπη τῶν πιστῶν πρός τόν Χριστό, ἡ ὁποία, ὡς ἀκατάλυτη πνευματική «μέθη», ὑπερισχύει ἀκόμη καί τοῦ ἴδιου τοῦ θανάτου ἤ μᾶλλον καταλύει τόν θάνατο. 

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ὁ ἄνθρωπος: «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί», διαβεβαιώνει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης (Α' Ἰω. 4,16)! Ἄν κάθε ὄνομα τοῦ Θεοῦ δέν ἀποδίδεται στήν ἄκτιστη καί «ὑπερώνυμη» (πέρα ἀπό κάθε ὄνομα) Οὐσία Του, ἀλλά στήν ἐπίσης ἄκτιστη, ἀλλά μεθεκτή Ἐνέργειά Του, τότε ἡ Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄκτιστη θεία Ἐνέργεια. Μᾶλλον ἡ ἄκτιστη Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται σέ μᾶς ὡς Ἀγάπη, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται πρός ὅλους καί περιβάλλει τούς πάντες καί τά πάντα, χωρίς καμία διάκριση. Αὐτό σημαίνει, ὅτι ὁ Θεός δέν ἔχει ἁπλῶς ἀγάπη, ἀλλά εἶναι Ἀγάπη. Ἡ Ἀγάπη Του δέν εἶναι συναισθηματική κατάσταση, κατά τά ἀνθρώπινα πρότυπα, πού αὐξάνεται καί μειώνεται ἀναλόγως ἤ προβαίνει σέ διακρίσεις: «οὐκ ἔστι προσωπολήπτης ὁ Θεός» (Πραξ. 10,34) καί «προσωποληψία οὐκ ἔστι παρ’ Αὐτῷ» (Ἐφ. 6,9). Ὄντως, ἀπό ἀγάπη δημιούργησε τόν κόσμο, γιά νά μετέχουν καί ἄλλα ὄντα στή Δόξα Του. Γιά τόν ἴδιο λόγο, δημιούργησε τόν ἄνθρωπο. Τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εἰκόνα» τοῦ Θεοῦ, σημαίνει ὅτι καί ὁ ἄνθρωπος ἔχει ὡς βασική ἐνέργειά του τήν ἀγάπη. Ἤ διαφορετικά, ὁ ἄνθρωπος ἔχει κατασκευαστεῖ μέ μιά φυσική δύναμη ἤ μέ μιά ἰσχυρή ροπή, ἡ ὁποία στήν πατερική Παράδοση ἀποκαλεῖται «ἀγάπη», «ἔρως», «ἔφεσις», «βούλησις», «ἐπιθυμία» κ.ἄ. Αὐτή ἡ δύναμη, στή φυσική μας κατάσταση, τήν προπτωτική, ἦταν στραμμένη πρῶτα πρός τόν Θεό καί διά τοῦ Θεοῦ πρός τήν κτίση, δηλ. ὁ ἄνθρωπος ἀγαποῦσε πρῶτα τόν Θεό, καί ἔπειτα διά τοῦ Θεοῦ ἀγαποῦσε ὅλα τά δημιουργήματα (μεταξύ αὐτῶν καί τόν ἑαυτό του), χωρίς καμία διάκριση, μέ τήν ἴδια ἀγάπη μέ τήν ὁποία ἀγαπᾶ καί ὁ Θεός τόν κόσμο, δηλ. ἀπαθῶς καί ἀνιδιοτελῶς. 

Ἡ ἔκπτωση ἀπό τήν κατά Θεόν ἀγάπη: Ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν κατάσταση τοῦ Παραδείσου ἐπέφερε τήν βαρύτατη ἀσθένεια τῆς ἀγάπης του ἤ, ἐνδεχομένως, ταυτίζεται μέ τήν ἀσθένεια τῆς ἀγάπης του. Ἡ ἀσθένεια αὐτή ἔγκειται στό ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ἀγάπη ἄλλαξε πλέον κατεύθυνση, ἐξετράπη τοῦ προορισμοῦ της («ἡμάρτησε»!) καί, ἀντί νά στρέφεται πρός τόν Θεό, στρέφεται πρῶτα πρός τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο, πρός τόν ἑαυτό μας, καί ἔπειτα πρός ὁ,τιδήποτε ἄλλο. Βέβαια, ὁ μεταπτωτικός ἄνθρωπος συνεχίζει νά ἀγαπᾶ ὅσα τόν περιβάλλουν, ὅμως ὄχι ὅλα, οὔτε ὅπως τά ἀγαπᾶ ὁ Θεός, ἀλλά ἀγαπᾶ μόνο μέσω τοῦ ἑαυτοῦ του καί «διακρίνοντας» πρόσωπα καί πράγματα. Ἔτσι, ὅσα τόν εὐχαριστοῦν ἤ τόν ἱκανοποιοῦν (δηλ. ὅσα προκαλοῦν ἡδονή) τά ἀποκαλεῖ «καλά» καί ὅσα τόν δυσαρεστοῦν ἤ προκαλοῦν λύπη τά ἀποκαλεῖ «κακά» (μέ αὐτό κριτήριο διακρίνει μεταξύ καλοῦ καί κακοῦ). Ὁμοίως, ὅσους τόν εὐχαριστοῦν τούς θεωρεῖ «φίλους» καί ὅσους τόν δυσαρεστοῦν τούς θεωρεῖ «ἐχθρούς». Ἐτσι, ὁ μεταπτωτικός ἄνθρωπος ἀγαπᾶ πλέον ἐμπαθῶς καί ἰδιοτελῶς, ὄχι ἀδιακρίτως, ἀλλά διακρίνοντας μεταξύ ἐπιθυμητῶν καί μισητῶν, μεταξύ φίλων καί ἐχθρῶν (δηλ. ἀγαπᾶ προσωποληπτικῶς), δέν ἀγαπᾶ ὅλους, ἀλλά κάποιους καί, πρωτίστως, τόν ἑαυτό του. Κατά τόν ἴδιο τρόπο, συνεχίζει ἐνδεχομένως νά ἀγαπᾶ καί τόν Θεό, ἀλλά τόν ἀγαπᾶ μέσω τοῦ ἑαυτοῦ του, δηλ. συμφεροντολογικῶς. Τό στοιχεῖο αὐτό τῆς ἰδιοτέλειας ὑπάρχει σέ ὅλες τίς μορφές τῆς μεταπτωτικῆς ἀγάπης, σέ διάφορους βαθμούς, ἀκόμη καί στίς θεωρούμενες ὡς «φυσικώτατες», «τελειώτερες» καί «εὐγενέστερες», ὅπως ἡ μητρική ἀγάπη, ὀ ἔρωτας, ἡ συζυγική ἀγάπη, ἡ φιλία κ.ἄ. Ἡ ἀπώλεια τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχήν ἀσθένεια τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητος. Ὁ ἰδιοτελῶς ἀγαπῶν δημιουργεῖ ἀναπόφευκτα ἰσχυρές συνδέσεις μέ πρόσωπα καί πράγματα τοῦ περιβάλλοντος, οἱ ὁποῖες ἀποκαλοῦνται «πάθη». Τελικά, ὁ μεταπτωτικός ἄνθρωπος γίνεται δοῦλος τῶν παθῶν καί, διά τῶν παθῶν, γίνεται δοῦλος τοῦ περιβάλλοντος. Καί ἐπειδή πίσω ἀπό τά πάθη κρύπτονται δαίμονες, οἱ ὁποῖοι τά ὑποβάλλουν καί τά ὑποδαυλίζουν, μέσω τῶν παθῶν ὁ ἄνθρωπος γίνεται δοῦλος καί τῶν δαιμόνων!

Ἡ ἐν Χριστῷ ἀποκατάσταση τῆς ἀγάπης: Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό αὐτή τήν κατάσταση ταυτίζεται, ἀπό μιά ἄποψη, μέ τήν θεραπεία τῆς ἐμπαθοῦς καί ἰδιοτελοῦς ἀγάπης του, διά τῆς μεταβολῆς της σέ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη, ἡ ὁποία «οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς» (Α' Κορ. 13,5). Θεραπευτής καί ὁδηγός πρός αὐτή τή διαδικασία εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται στό γεγονός ὅτι «τοῦ ἰδίου Υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, ἀλλ’ ὑπέρ ἡμῶν πάντων παρέδωκεν αὐτόν», δηλ. στό ὅτι ὁ Χριστός θυσιάστηκε γιά ἐχθρούς του καί γιά ἁμαρτωλούς. Προϋπόθεση τῆς θεραπείας εἶναι, α) ἡ ἕνωση μέ τόν Χριστό (μέσῳ τῶν Μυστηρίων) καί β) ἡ ὁμοίωση μέ τόν Χριστό (μέσῳ τῆς ἐν Χριστῷ ἄσκησης). Αὐτό συμβαίνει ἐπειδή, γιά νά προκύψει ἡ ἀνιδιοτελής ἀγάπη, πρέπει νά ἐκλείψουν τά στοιχεῖα πού τήν ἐμποδίζουν, δηλ. τά πάθη. Ἡ διαδικασία γιά τήν ἀπόκτηση τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης διέρχεται μέσῳ τοῦ ἀγώνα γιά τήν ἀποβολή τῶν παθῶν, ὁ ὁποῖος ἀποκαλεῖται «κάθαρση». Βέβαια, τά πάθη ἔχουν ἤδη νικηθεῖ στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος προσέλαβε τά λεγόμενα «ἀδιάβλητα πάθη», μέ σκοπό νά τά καταργήσει. Μέ ἄλλα λόγια, ὁ ἀκόλουθος τοῦ Χριστοῦ καλεῖται νά ἀπαρνηθεῖ τόν ἑαυτό του καί νά σηκώσει τόν σταυρό του («εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι», Ματθ. 16,24), πού σημαίνει ὅτι, ὅσο ἐλαττώνεται ἡ ἀγάπη πρός τόν ἑαυτό μας, τόσο αὐξάνεται καί τελειοποιεῖται ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Ἡ «τελεία ἀγάπη» ἐμφανίζεται ἀπό τή στιγμή πού ὁ πιστός τοῦ Χριστοῦ ἀρχίζει νά ἀγαπᾶ ὄντως τούς ἐχθρούς του καί ἀπό τή στιγμή πού δέν ἀναμένει ἀνταπόδοση τῆς ἀγάπης του (ἀφοῦ ἡ «τελεία ἀγάπη» «οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς»!), ἀλλά μᾶλλον ἀναμένει τό ἀντίθετο. «Ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον» (Α' Ἰω. 4,18), ἀκόμη καί τόν φόβο τοῦ θανάτου, ὁπλίζοντας τόν πιστό μέ τέτοια δύναμη, ὥστε νά ὑπομένει κάθε μαρτύριο γιά τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί νά ἀναδεικνύεται Μάρτυρας ἤ Ὁμολογητής Κυρίου. Αὐτή «ἡ τελεία ἀγάπη», ἡ ἀνιδιοτελής καί ἀπαθής, «οὐδέποτε ἐκπίπει» (Α' Κορ. 13,8): «οὔτε θάνατος οὔτε ζωή οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαί οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ»! Εἶναι φανερό, ὅτι ἡ ἐν Χριστῷ ἀγάπη δέν ἔχει καμία ἀπολύτως σχέση μέ τήν ἀγαπολογία τῆς ἐποχῆς μας. Ὁ κάτοχός της μετέχει στήν ἄκτιστη Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀποκαλύπτεται στόν κόσμο καί στόν ἄνθρωπο ὡς Ἀγάπη, δηλ. μετέχει αὐτοῦ τούτου τοῦ Θεοῦ, μετέχει στήν Δόξα τοῦ Θεοῦ καί εἶναι δεδοξασμένος ἐν Χριστῷ: «ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α' Ἰω. 4,16). Κάτοχος τῆς «τελείας ἀγάπης», κατά τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση εἶναι ὁ Ἅγιος, ὁ θεόπτης, ὁ ἑνωμένος μέ τόν Θεό, ὁ «κατά χάριν θεός»! 

(«Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία καί Παράδοση», Πρόγραμμα Μελέτης καί Ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου Τριπόλεως. Ὑπεύθυνος π. Σωτήριος Ὀ. Ἀθανασούλιας. Περίοδος Γ΄, ἔτος 2025-2026).

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου