ΤΕΥΧΟΣ
134 ΤΡΙΠΟΛΗ
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΜΑΡΤΙΟΣ 2026
Η
ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ
ΤΟΥ
ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ
Ἕνας
ἀνυπόστατος ἰσχυρισμός
Στό τεῦχος αὐτό θά ἀσχοληθοῦμε μέ ἕνα παραπλήσιο θέμα: Ἀπό τό ἑλληνικό νεοπαγανιστικό κίνημα προβάλλεται συνήθως ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι τό κίνημα αὐτό εἶναι φαινόμενο καθαρά (ἴσως καί ἀποκλειστικά) ἑλληνικό, πού γεννήθηκε καί ἀναπτύχθηκε στή χώρα μας, ὡς προϊόν μιᾶς προοδευτικῆς πολιτιστικῆς καί πνευματικῆς ἀφύπνισης τοῦ νέου Ἑλληνισμοῦ. Μέ ἄλλα λόγια, μᾶς λένε οἱ σύγχρονοι ἀρχαιολάτρες ἤ νεοειδωλολάτρες ὅτι ὁ σύγχρονος Ἑλληνισμός ξαφνικά ξύπνισε ἀπό ἕναν λήθαργο πολλῶν αἰώνων κυριαρχίας τοῦ Χριστιανισμοῦ ἤ ἀπό μιά μακρά περίοδο καταπίεσης, σκοταδισμοῦ, κυριαρχίας τῶν ἐντολῶν καί τῶν κάθε εἴδους ἀπαγορεύσεων καί τώρα ἀρχίζει νά ἀνακαλύπτει τήν «ἀξία» καί τήν «λαμπρότητα» τῆς «πατρώας» θρησκείας του, τῆς προχριστιανικῆς εἰδωλολατρίας. Ἄς σημειωθεῖ, ὅτι παρόμοια, ἄν ὄχι τά ἴδια ἀκριβῶς, ἰσχυρίζονται καί οἱ ὀπαδοί τοῦ σύγχρονου κινήματος τῆς «Νέας Ἐποχῆς».
Ὡστόσο, ὅπως θά δοῦμε,
ὁ ἰσχυρισμός αὐτός εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατος. Τό νεοπαγανιστικό κίνημα δέν ἔχει
ἑλληνική προέλευση, ἀλλά εἶναι κάτι ξενόφερτο, ὅσο κι ἄν οἱ Ἕλληνες ὀπαδοί του
ἐνοχλοῦνται μέ αὐτή τήν ἀλήθεια καί ἀντιδροῦν ἔντονα στό ἄκουσμά της. Ὁ
Νεοπαγανισμός ἐμφανίστηκε καί ἀναπτύχθηκε πρῶτα στήν Εὐρώπη καί σέ ἄλλες χῶρες
τοῦ ἐξωτερικοῦ, μέ βάση τίς ἐκεῖ ἐπικρατοῦσες συνθῆκες, καί ἀπό ἐκεῖ τόν
γνώρισαν κάποιοι συμπατριῶτες μας καί τόν μετέφεραν στήν Ἑλλάδα. Ἐδῶ βρῆκε
πρόσφορο ἔδαφος, ἐπειδή ἐπεχείρησε νά συνδεθεῖ μέ τό ἔνδοξο ἑλληνικό παρελθόν:
τά ἐπίτευγματα τῶν προγόνων μας στόν πολιτισμό, στήν τέχνη, στή διανόηση καί σέ
ἄλλους τομεῖς τῆς ζωῆς προβάλλονται αὐθαίρετα ἀπό τούς ὀπαδούς του ὡς
«ἀποτελέσματα» τῆς θρησκείας τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, χωρίς βέβαια ποτέ κανείς νά
ἔχει ἐξηγήσει πῶς καί γιατί ἐντελῶς διαφορετικά πράγματα μπορεῖ νά ἔχουν κάποια
σχέση μεταξύ τους. Ἐπίσης, κανείς δέν ἔχει ἐξηγήσει γιατί ἡ ἀρχαία ἑλληνική
θρησκεία δέν ἄντεξε στόν χρόνο, ἄν ἦταν τόσο καλή, ὅσο ἰσχυρίζονται οἱ
ὑποστηρικτές της, καί κανείς δέν μᾶς ἔχει ἐξηγήσει γιατί ὁ ἴδιος ὁ Ἑλληνισμός
τήν ἐγκατέλιψε, ἐπιλέγοντας νά συμπορευθεῖ μέ τόν Χριστό, ὅταν γνώρισε τή
χριστιανική πίστη.
Ὅσοι μελετοῦν τά σύγχρονα θρησκευτικά κινήματα γνωρίζουν πολύ καλά, ὅτι τό ἑλληνικό νεοπαγανιστικό κίνημα εἶναι μέρος τοῦ διεθνοῦς καί ὅτι τό διεθνές νεοπαγανιστικό κίνημα συνδέεται στενά μέ τό σύγχρονο κίνημα τῆς «Νέας Ἐποχῆς» ἤ μᾶλλον εἶναι μέρος αὐτοῦ τοῦ κινήματος. Αὐτό ἀκριβῶς ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι ἑλληνικές νεοπαγανιστικές ὀργανώσεις σπεύδουν νά ἐνταχθοῦν σέ διεθνεῖς ἑνώσεις νεοπαγανιστικῶν κινήσεων. Ὅμως, πρίν ἀναφερθοῦμε ἀναλυτικά στά παραπάνω, ἄς δοῦμε λίγο τό φαινόμενο τῆς θρησκείας καί, εἰδικότερα, τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς.
Τό φαινόμενο τῆς θρησκείας
Οἱ θρησκειολόγοι
ἰσχυρίζονται, συνήθως, ὅτι ἡ θρησκεία εἶναι προϊόν τῆς προσπάθειας τοῦ ἀνθρώπου
νά κατανοήσει, νά ἑρμηνεύσει καί νά ἐξηγήσει τόν κόσμο, πού τόν περιβάλλει,
καθώς καί τῆς ἀνάγκης του νά βρεῖ λύσεις στά αἰώνια προβλήματα, πού τόν
ἀπασχολοῦν, ὅπως τό πρόβλημα τοῦ θανάτου. Ὅ,τι ἐπιχειρεῖ τώρα ἡ ἐπιστήμη καί ἡ
φιλοσοφία, τό ἐπεχείρησε πρῶτα ἡ θρησκεία. Κατά τήν Ὀρθόδοξη ἀντίληψη, ἡ
θρησκεία προέρχεται ἀπό τήν ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου νά ἀνακαλύψει τόν Θεό, τόν
Ὁποῖο ἀγνοεῖ μετά τήν ἔκπτωση ἀπό τόν Παράδεισο. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι
κατασκευασμένος νά λειτουργεῖ σέ κοινωνία καί ἁρμονία μέ τόν Θεό, ἀλλά ἡ
ἰδανική αὐτή σχέση ἐξέλιψε, ὅταν οἱ Πρωτόπλαστοι ἐξέπεσαν ἀπό τήν κατάσταση τοῦ
Παραδείσου. Ἔκτοτε ὁ ἄνθρωπος ἀναζητᾶ τόν Θεό, πού ἀπώλεσε, καί στήν προσπάθειά
του νά τόν ἀνακαλύψει, κατασκευάζει ψευδεῖς εἰκόνες, εἴδωλα καί ὑποκατάστατα
τοῦ Θεοῦ, δηλαδή θρησκεῖες. Αὐτό ἀκριβῶς ἐννοεῖ ἡ Ἁγία Γραφή, ὅταν λέει ὅτι «τά
εἴδωλα τῶν ἐθνῶν», δηλαδή οἱ θρησκεῖες τοῦ κόσμου, εἶναι «ἔργα χειρῶν
ἀνθρώπων», δηλαδή ἀνθρώπινα κατασκευάσματα (Ψαλμ. 134,15)! Καί στίς δύο
περιπτώσεις οἱ θρησκεῖες εἶναι προϊόντα τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς ἤ φαντασίας. Ἀπό
τήν ἄποψη αὐτή, ἡ Ὀρθόδοξη πίστη δέν εἶναι θρησκεία, δηλαδή ἀνθρώπινη ἐπινόηση
ἤ ἀνακάλυψη κατά τήν ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ, ἀλλά εἶναι Ἀποκάλυψη Θεοῦ, ἤ μᾶλλον
εἶναι ἡ ἀνθρώπινη ἀπάντηση ἤ ἀνταπόκριση στήν Ἀποκάλυψη τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ στόν
κόσμο, πρῶτα στήν Παλαιά Διαθήκη, ἔπειτα στήν Καινή στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ
Χριστοῦ καί μέχρι σήμερα στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Μέ αὐτά τά δεδομένα, ὁ πρωτόγονος ἄνθρωπος ἄρχισε νά ἀπολυτοποιεῖ καί νά θεοποιεῖ ὅ,τι τόν ἐντυπωσίαζε, ὅ,τι ξεπερνοῦσε τίς δυνάμεις του καί ὅ,τι ἀσκοῦσε μεγάλη ἐπίδραση πάνω του: τόν κεραυνό, τήν καταιγίδα, τά φυσικά φαινόμενα, τά ἄγρια ζῶα κ.ἄ. Ἔπειτα ἄρχισε νά προσωποποιεῖ τά παραπάνω, ἀποδίδοντάς τους ἀνθρώπινες ἰδιότητες. Ἔπειτα τούς ἀπέδιδε καί ἰδιότητες ἤ καταστάσεις, πού συνέβαιναν μέσα του, δηλαδή πάθη, ἀδυναμίες καί ἐσωτερικές συγκρούσεις του. Ἔπειτα κατασκεύασε ὁμοιώματά τους (ἀγάλματα, εἴδωλα) καί τά λάτρευε. Κι ἐπειδή ὅσα τόν ἐντυπωσίαζαν ἤ τοῦ ἀσκοῦσαν ἐπίδραση ἦταν πολλά, ἡ πρωτόγονη θρησκεία εἶναι κατά κανόνα πολυθεϊστική, λατρεύει πολλούς «θεούς». Ὅσο, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος προοδεύει στόν πολιτισμό, τόσο οἱ ἀρχικές μυθικές καί παιδαριώδεις παραστάσεις περί Θεοῦ ἀντικαθίστανται ἀπό ἀφηρημένες ἔννοιες ἤ ἀπό συστήματα ἐννοιῶν καί τόσο ἡ πρωτόγονη πολυθεΐα ὑποχωρεῖ, χάριν μιᾶς μονοθεϊστικῆς κατανόησης τοῦ Θεοῦ. Ὅσο, τέλος, ὁ ἄνθρωπος προοδεύει ἀκόμη περισσότερο, τόσο ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἀκόμη καί τά πολύπλοκα συστήματα ἰδεῶν καί ἀντιλήψεων περί Θεοῦ δέν ἔχουν ἀντικειμενικό ἀντίκρυσμα.
Ἡ θρησκεία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων
Ἡ θρησκεία τῶν προγόνων μας ἔχει τήν ἴδια ἀκριβῶς προέλευση καί ἐξέλιξη καί ἦταν ἀδύνατο νά ἀκολουθήσει κάποια ἄλλη πορεία. Ἔτσι, ἡ ἀρχέγονη ἑλληνική μυθολογία, ἐκφράζει τήν ἀνάγκη νά κατανοηθεῖ καί νά ἑρμηνευθεῖ ἡ ἀρχή τοῦ κόσμου. Ἡ πρώτη ἑλληνική θρησκεία ἦταν εἰδωλολατρική καί πολυθεϊστική, ὅπως ἡ θρησκεία κάθε πρωτόγονου λαοῦ. Ὁ «πρωτογονισμός» εἶναι κοινή ρίζα ὅλων τῶν λαῶν: οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες δέν γεννήθηκαν, ἀλλά ἔγιναν πολιτισμένοι· ἀνέπτυξαν πολιτισμό στήν πορεία τοῦ χρόνου. Ἡ ἀρχική θρησκεία τους δέν περιελάμβανε μόνο τό δωδεκάθεο, ἀλλά καί πολλούς ἄλλους κατώτερους «θεούς» (ὑπάρχουν, ἄραγε, «ἀνώτεροι» καί «κατώτεροι θεοί»; ὑπάρχουν περισσότερο καί λιγότερο «θεοί»;), καθώς ἐπίσης ἠμίθεους, ἥρωες, θεοποιημένα πρόσωπα, πνεύματα κ.ἄ. Οἱ «θεοί» αὐτοί, ὅπως τουλάχιστον φαίνεται ἔντονα στή λεγόμενη «ἡρωϊκή» - ὁμηρική ἐποχή (8ος αἰ. π.Χ.), εἶναι γεμᾶτοι ἀνθρώπινα πάθη καί ἀδυναμίες. Ἐπιδίδονται σέ αἰσχρές πράξεις (πορνεῖες, μοιχεῖες, ὁμοφυλοφιλίες, παιδεραστίες κ.ἄ.), ἡ δέ λατρεία τους ἀπαιτοῦσε ἀκόμη καί ἀνθρωποθυσίες, ὥστε νά ἰσχύει ἀπόλυτα ἡ ἄποψη τῶν Ἑλλήνων Πατέρων ὅτι, οἱ «ἕλληνες» (ὁ ὅρος ἐδῶ μέ τή θρησκευτική του ἔννοια, δηλαδή «οἱ εἰδωλολάτρες») μᾶς εἶναι ἀντιπαθεῖς, ἐπειδή θεοποιοῦσαν τά πάθη, ὀνομάζοντας τήν ἐπιθυμία Ἀφροδίτη, τόν θυμό Ἄρη, τήν μέθη Διόνυσο κ.λπ.
![]() |
| Εἰδική
σημαντική μελέτη γιά τόν Νεοπαγανισμό καί γιά τήν ἐξάρτησή του ἀπό τό κίνημα τῆς «Νέας Ἐποχῆς» |
Ὅσο, ὅμως, οἱ Ἕλληνες
ἀνέπτυσσαν τόν πολιτισμό τους, τόσο διαπίστωναν καί τίς ἀδυναμίες τῆς θρησκείας
του. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι ἡ πρώτη κριτική τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς θρησκείας
προέρχεται ἀπό τούς ἴδιους τούς Ἕλληνες καί πρωτοεμφανίζεται ἤδη στήν ἐποχή τοῦ
Ὁμήρου! Ἴσως θά πρέπει νά ἀφιερώσουμε ἰδιαίτερο τεῦχος τοῦ ἐντύπου μας στό θέμα
αὐτό, παραθέτωντας τίς σχετικές μαρτυρίες. Ἡ ἀρχαία θρησκεία ἔπαυε μέ τήν
πάροδο τοῦ χρόνου νά τούς ἱκανοποιεῖ καί νά τούς ἐκφράζει. Ἔτσι, τά θρησκευτικά
συστήματα τοῦ Πλάτωνα (427-347 π.Χ.), τοῦ Ἀριστοτέλη (384-322 π.Χ.) καί ἄλλων
πρωτοπόρων τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος τῆς κλασικῆς ἐποχῆς εἶναι σαφῶς
μονοθεϊστικά. Ἀργότερα, ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἦρθε στήν Ἀθήνα, βρῆκε βωμό
ἀφιερωμένο «στόν ἄγνωστο θεό» (Πράξ. 17,23), σαφέστατη ἔνδειξη ὅτι ὁ Ἑλληνισμός
τῆς ἐποχῆς του ἀναζητοῦσε κάτι καλύτερο, κάτι τελειότερο καί κάτι ἰδανικότερο,
τό ὁποῖο, τελικά, ἀνακάλυψε στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἐπικράτηση τοῦ
Χριστιανισμοῦ δέν ἐξηγεῖται ἀπό τήν ὑποτιθέμενη «ὑπεροχή» τῆς ἀρχαίας
θρησκείας, ἀλλά ἀπό τά κενά της καί τίς ἀδυναμίες της.
Ὡστόσο, ἡ ἀρχαία θρησκεία δέν ὑποχώρησε τόσο εὔκολα. Οἱ ἐκπρόσωποί της, κάτοχοι τῆς ἐξουσίας τότε, ἐξαπέλυσαν σκληρούς διωγμούς κατά τοῦ Χριστιανισμοῦ, διάρκειας τριῶν περίπου αἰώνων. Στήν περίοδο αὐτή ἀνεδείχθησαν μεγάλοι Μάρτυρες καί Ὁμολογητές τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως, ὁ Χριστιανισμός ἐπικρατοῦσε ἁπλά καί ἀθόρυβα, μέ μοναδικά ἐφόδια τήν πνευματική του δύναμη καί τήν Ἀλήθειά του, ἡ δέ ἀρχαία θρησκεία ἐξέπνεε. Κάθε προσπάθεια νά ἀναστηθεῖ, ὅπως αὐτή τοῦ Ἰουλιανοῦ Παραβάτη (361-363 μ.Χ.), ἦταν ἐκ τῶν προτέρων καταδικασμένη. Διατάγματα ἰσχυρῶν Αὐτοκρατόρων, ὅπως ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος (324-337) καί ὁ Μέγας Θεοδόσιος (379-395), ὑπέρ τῆς «νέας πίστης» καί κατά τῆς εἰδωλολατρίας, δέν ἦταν ἡ αἰτία, ἀλλά ἡ «ληξιαρχική πράξη» τοῦ θανάτου τῆς ἀρχαίας θρησκείας: ὁ θάνατός της εἶχε ἤδη συντελεσθεῖ!
Τό διεθνές νεοπαγανιστικό κίνημα
Πέρασαν ἀπό τότε
πολλοί αἰῶνες. Ὁ Χριστιανισμός ἐπικράτησε ἀκόμη καί στή Δύση, ἀλλά ὄχι πάντοτε
στήν αὐθεντική του μορφή. Ὁ Παπισμός καί ὁ Προτεσταντισμός δέν ἀποτελοῦν
αὐθεντικές μορφές του, ἀφοῦ παρεκκλίνουν ἀπό τήν κοινή χριστιανική Παράδοση τῶν
δέκα πρώτων αἰώνων. Ἡ ἀπαράδεκτη στάση τοῦ Βατικανοῦ στόν Μεσαίωνα καί σέ ἄλλες
περιπτώσεις προκάλεσε τήν ἀποστροφή πρός τόν Χριστιανισμό μεγάλου μέρους τῆς
Δύσης, τό ὁποῖο κατέληξε στή σύγχρονη ἀθεΐα ἤ ἀδιαφορία. Ὡστόσο, ἡ θρησκευτική
ἀναζήτηση δέν ἔπαψε. Δυστυχῶς, ὅμως, κατευθύνθηκε πρός τόν Ἀποκρυφισμό, πρός
τίς Ἀνατολικές θρησκεῖες καί πρός ἄλλες σκοτεινές πηγές.
Ἔτσι, ἀπό τά τέλη τοῦ 19ου αἰ. ἐμφανίζεται στήν Ἀμερική τό κίνημα τῆς «Νέας Ἐποχῆς», βασισμένο στίς ἀντιλήψεις τῆς Ρωσίδας Ἕλενας Μπλαβάτσκυ (1831-1891) καί Ἀγγλίδας τῆς Ἀλίκης Μπέϊλι (1880-1949). Βασική θέση του εἶναι ἡ ἄρνηση τοῦ Χριστιανισμοῦ: ἡ «Ἐποχή» τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἰσχυρίζεται, παρῆλθε ἤ ἤδη παρέρχεται καί ἀνατέλει μιά «Νέα Ἐποχή», στήν ὁποία θά ἐπικρατήσουν νέες «φωτεινές» ἰδέες καί θά κυριαρχήσει ἕνας «νέος μεσσίας». Στό πλαίσιο αὐτό τῆς «ἀνανέωσης» ἤ «ἀναμόρφωσης» τοῦ κόσμου, «ὅλοι οἱ λαοί ὀφείλουν νά ξεθάψουν τούς ἀρχαίους θρησκευτικούς πολιτισμούς τους καί νά τούς ἐπαναφέρουν στή ζωή τους» (Χρ. Τσιάκκα, Ἐγκυκλοπαιδικό λεξικό θρησκειῶν καί αἱρέσεων, Κύπρος 2002, σ. 655), οἱ Αἰγύπτιοι τόν Ὄσιρι καί τήν Ἴσιδα, οἱ Πέρσες τήν Ἀστρολογία καί τόν Ζωροαστρισμό, οἱ Ἰνδοί τόν Κρίσνα καί τόν Σίβα, οἱ Ἑβραῖοι τόν Καββαλισμό, οἱ Ἀφρικανοί τόν Βουντουϊσμό κ.λπ. Ἔτσι ἐμφανίζεται, δειλά στήν ἀρχή, τό διεθνές νεοπαγανιστικό κίνημα, ἐπιχειρώντας νά δώσει λύσεις στά σύγχρονα προβλήματα, οἱ ὁποῖες «εἶναι βασισμένες ἀκριβῶς πάνω στίς ἀντιλήψεις τῆς λεγόμενης “Νέας Ἐποχῆς”» (ὅ.π., σ. 656).
![]() |
| Σάτυροι,
Μαινάδες καί Βακχίδες τῆς ἀρχαιολατρικῆς ὀργάνωσης «Λατρευτική Κοινότητα Λάβρυς» σέ παρέλαση στό ἱστορικό κέντρο τῆς Ἀθήνας |
Ἀφετηρία τοῦ
Νεοπαγανισμοῦ εἶναι ἡ Εὐρώπη καί, εἰδικότερα, ἡ Μ. Βρετανία. Οὐσιαστικός
ἐμπνευστής του θεωρεῖται ὁ Ἄγγλος ἀποκρυφιστής Gerald Gardner (1884-1964), ὁ
ὁποῖος ἵδρυσε τήν μαγικοπαγανιστική θρησκεία Wicca, μέ ἀνάμειξη στοιχείων ἀπό
τή μαγεία, τόν Σατανισμὀ τοῦ ἀρχισατανιστῆ Aleister Crowley (1875-1947), στόν
ὁποῖο εἶχε μαθητεύσει, καί ἀπό τόν παγανιστικό Δρυιδισμό. Τό 1888 ἱδρύθηκε ἀπό
τρεῖς Ἄγγλους ἀποκρυφιστές στό Λονδίνο ὁ ναός τῆς Ἴσιδος - Οὐρανίας, ὁ πρῶτος
καταγεγραμμένος νεοπαγανιστικός ναός. «Σέ ἐλάχιστο χρόνο ὁ Νεοπαγανισμός
διαδόθηκε σέ ὅλη τή Μ. Βρετανία, στήν Εὐρώπη, στήν Ἀμερική καί σέ ὅλο τόν
κόσμο. Διάφορες περιθωριακές ὁμάδες, ὅπως τῶν χίπεις, υἱοθέτησαν τόν Παγανισμό.
Ἐπίσης, ἡ λατρεία τῆς “Μεγάλης Θεᾶς” τοῦ δρυιδικοῦ Παγανισμοῦ συνδέθηκε μέ τό
οἰκολογικό κίνημα καί τή φυσιολατρία. Σταθμός στήν ἀνάπτυξη καί τή διάδοση τοῦ
Νεοπαγανισμοῦ ὑπῆρξε τό 1979 τό μπεστ σέλερ τῆς ἀμερικανίδας σατανίστριας
Στάρχοουκ, “Σπειροειδής χορός: Μιά ἀναγέννηση τῆς ἀρχαίας θρησκείας τῆς μεγάλης
θεᾶς”, ἡ ὁποία σύνδεσε τόν Σατανισμό μέ τόν κελτικό Παγανισμό. Τό 1998
συστήθηκε καί τό “Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐθνικῶν Θρησκειῶν” στή Βίλνα τῆς
Λιθουανίας, μιά ὁμοσπονδία τοῦ παγκόσμιου Νεοπαγανισμοῦ» (Λ. Σκόντζου,
Νεοπαγανισμός, https://imd.gr/2016/03/νεοπαγανισμοσ-μια-συγχρονη-πνευματι/).
Οἱ πιό γνωστές
ὀργανώσεις τοῦ διεθνοῦς Νεοπαγανισμοῦ σήμερα
εἶναι οἱ «Pagan Federation» U.K., «Order of Bards, Ovates and Druids
(OBOD) U.K., «ArnDraíocht Fein» (ADF) U.S.A., «Circle Sanctuary» U.S.A.,
«Covenant of the Goddess» (CoG) U.S.A.
κ.ἄ. (κατάλογος 132 ὁμάδων τοῦ διεθνοῦς Νεοπαγανισμοῦ ὑπάρχει στήν ὀγκώδη
μελέτη τοῦ π. Κ. Τσουροῦ, «Ὁ Νεοπαγανισμός τῆς “Νέας Ἐποχῆς”», Ἀθήνα 2008, σ.
646-651).
Ὑπάρχουν, ὅμως, καί διεθνεῖς ἑνώσεις, δίκτυα καί ὁμοσπονδίες νεοπαγανιστικῶν ὀργανώσεων, ὅπου ἀνήκουν καί ἀντίστοιχες ἑλληνικές. Ἀναφέρθηκε ἤδη τό «Παγκόσμιο Συνέδριο Ἐθνικῶν Θρησκειῶν» («World Congress of Ethnic Religions», WCER), στό ὁποῖο μετέχει ἡ ὀργάνωση «Ὕπατο Συμβούλιο τῶν Ἑλλήνων Ἐθνικῶν» (ΥΣΕΕ) καί ἄλλες ἑλληνικές ὀργανώσεις. Ἡ ἴδια ὀργάνωση μετέχει καί σέ ἄλλα διεθνή δίκτυα, ὅπως στό «Παγκόσμιο Κοινοβούλιο τῶν Θρησκειῶν» («Ρarliament of the World's Religions»), στό «Εὐρωπαϊκό Συνέδριο Ἐθνικῶν Θρησκειῶν» («European Congress of Ethnic Religions» ECER) κ.ἄ., στά ὁποῖα μετέχουν καί ἄλλες ἑλληνικές ὀργανώσεις, ὅπως ἡ «Κοινότητα Λάβρυς», ἡ ὀργάνωση «Θύρσος», τό ἑλληνικό παράρτημα τῆς ὀργάνωσης «Pagan Federation International» (PFI) κ.ἄ.
Ὁ ἑλληνικός Νεοπαγανισμός
Στήν Ἑλλάδα τό
νεοπαγανιστικό κίνημα πρωτοεμφανίστηκε στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1980, ἀφοῦ
εἶχε προηγηθεῖ στό ἐξωτερικό ὅλη ἡ διεργασία πού περιγράψαμε. Τό 1984 ἱδρύθηκε
ἡ ὀργάνωση «Παγκόσμιο Πνευματικό Κέντρο Ὄλυμπος» καί τήν ἴδια περίπου ἐποχή ἡ
ὀργάνωση «Ἕλληνες Εἰδωλολάτρες». Ἀκολούθησαν οἱ ὀργανώσεις «Ἐπιστημονικός
Σύλλογος Ἑλλήνων Ἀρχαιοθρήσκων» (1990), «Διιπετές» (1991), «Κοινότητα τῶν
Ἑλλήνων Λάβρυς» (1997) κ.ἄ. Τό ἴδιο ἔτος (1997) ἱδρύθηκε τό «Ὕπατο Συμβούλιο
τῶν Ἑλλήνων Ἐθνικῶν» (ΥΣΕΕ), ἡ πιό δραστήρια ὀργάνωση τοῦ νεοπαγανιστικοῦ
κινήματος στήν Ἑλλάδα. Ἄλλες γνωστές ὀργανώσεις τοῦ χώρου εἶναι οἱ
«Πολιτιστικός Ὅμιλος Γαία», «Σύλλογος Δευκαλίων», «Ὁμάδα Ε», «Ἐθνική Ἑλληνική
Θρησκεία», «Ἑλληνική Ἑταιρεία Ἀρχαιοφίλων», «Ἑλληνική Πολιτεία», «Ἰδεοθέατρον»,
«Μεγάλη Ἐθνική Ἐκκλησία τῶν Ἑλλήνων» κ.ἄ. Στήν εἰδική μελέτη τοῦ π. Κ. Τσουροῦ
(ὅ.π., σ. 635-646) καταγράφονται 175 ἀρχαιολατρικά ρεύματα ἤ ὀργανώσεις. Οἱ
περισσότερες ἀπό αὐτές ἔχουν ἱστοσελίδες στό διαδίκτυο καί πολλές ἐκδίδουν
περιοδικά, ἐφημερίδες ἤ ἔντυπα (ὅπως «Δαυλός», «Διιπετές», «Ἀέροπος»,
«Ἀπολλώνειο Φῶς», «Ἑλληνική Ἀγωγή», «Ἑλληνόραμα», «Ἰχώρ», «Ρομφαία»,
«Τετρακτύς», «Φρυκτωρία», «Μαχόμενος Ἑλληνισμός», «Ἑλληνικόν Πάνθεον» κ.ἄ.),
ἐπιχειρώντας νά κάνουν ἔντονη τήν παρουσία τους στήν ἑλληνική κοινωνία.
Συμπερασματικά: α) Τό
ἑλληνικό νεοπαγανιστικό κίνημα δέν ἔχει ἑλληνική προέλευση, ὅπως συνήθως
ἰσχυρίζονται οἱ ὀπαδοί του, ἀλλά εἶναι ξενόφερτο φαινόμενο, πού γεννήθηκε στήν
Εὐρώπη (Μ. Βρετανία) καί ἀπό ἐκεῖ ἔφτασε στήν Ἑλλάδα, ὡς μέρος τοῦ διεθνοῦς
νεοπαγανιστικοῦ κινήματος. β) Περιλαμβάνει καί στοιχεῖα, πού δέν ἔχουν καμμία
σχέση μέ τήν ἀρχαία ἑλληνική θρησκεία, ἀλλά ἀντλοῦνται ἀπό τούς σκοτεινούς
χώρους τῆς μαγείας, τοῦ Νεοσατανισμοῦ καί τῶν ἀντιλήψεων τοῦ κινήματος τῆς
«Νέας Ἐποχῆς». γ) Ἡ ἐπιστροφή στήν ἀρχαία ἑλληνική θρησκεία δέν ἀποτελεῖ σέ
καμμία περίπτωση πρόοδο, ἀλλά εἶναι ὀσπισθοδρόμηση πρός τήν μυθολογική -
προεπιστημονική κοσμοαντίληψη καί τόν πρωτογονισμό. δ) Ἡ ἀρχαία ἑλληνική
θρησκεία δέν εἶναι «ἡ λαμπροτέρα θρησκεία ὅλων τῶν ἐποχῶν», ὅπως ἰσχυρίζονται
οἱ σημερινοί θαυμαστές της, ἀλλά ἡ θρησκεία μιᾶς παρελθούσας ἐποχῆς μέ πλῆθος
ἀπό ἀτέλειες, κενά, σκοτεινά σημεῖα καί στοιχεῖα ἀσυμβίβαστα μέ τά δεδομένα τοῦ
σύγχρονου πολιτισμοῦ, τά ὁποῖα ὁ ἴδιος Ἑλληνισμός ἐντόπισε προϊόντος τοῦ
χρόνου, τά ἀπέρριψε καί ἐγκατέλειψε τήν «πατρώα» θρησκεία του. ε) Ὅταν ὁ
Ἑλληνισμός συναντήθηκε μέ τόν Χριστιανισμό, διαπίστωσε ὅτι τό κλειδί γιά τή λύση
ὅλων τῶν προβλημάτων του εἶναι ὁ Χριστός. Ἔκτοτε καί μέχρι σήμερα συμπορεύεται
μέ τόν Χριστό, ἄλλοτε σέ στενή καί ἁρμονική συνοδοιπορία, ἄλλοτε σέ πιό χαλαρή
ἐξάρτηση καί ἄλλοτε λαμβάνοντας κάποιες ἀποστάσεις. Ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει,
ἀντίθετα μέ τούς ἰσχυρισμούς τῶν Ἀρχαιολατρῶν, ὅτι ὅσο αὐτή ἡ συμπόρευση ἦταν
στενή καί ὅσο ὁ Χριστός προπορευόταν, τόσο ὁ Ἑλληνισμός ἤκμαζε καί
μεγαλουργοῦσε. Ὅσο ἡ σχέση αὐτή χαλάρωνε, ὅσο προηγοῦντο ἄλλες «προτεραιότητες»
καί ὅσο ὁ Χριστός ἐκτοπιζόνταν στό περιθώριο, τόσο τά προβλήματα αὐξάνονταν καί
πολλαπλασιάζονταν καί τόσο τό κακό μέ ὅλες τίς μορφές του κυριαρχοῦσε στήν
ἐθνική, στήν κοινωνική καί στήν προσωπική μας ζωή.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου