ΤΕΥΧΟΣ
135 ΤΡΙΠΟΛΗ
ΑΠΡΙΛΙΟΣ - ΙΟΥΝΙΟΣ 2026
ΠΟΙΟΙ
ΔΙΕΣΩΣΑΝ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΜΝΗΜΕΙΑ
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
ΣΕ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΥΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΩΝ
Ἡ θρησκεία τῶν πόλεων καί ἡ θρησκεία τῶν χωρικῶν
Στό διαδίκτυο εἴδαμε ἀναδημοσιευμένο ἀπό τό περιοδικό «Ἀκτῖνες» (τ. 704, 2009, σ. 266-274 καί τ. 705, 2009, σ. 297-303), ἕνα ἐξαιρετικό ἄρθρο τοῦ κ. Γιάννη Τσέντου μέ τίτλο «Ἡ τύχη τῶν ἀρχαίων μνημείων. Ἀπό τόν Παγανισμό στόν Χριστιανισμό». Ὁ συγγραφέας του, μέ ἀκλόνητα ἱστορικά ἐπιχειρήματα, ἀπαντᾶ σέ ἀνυπόστατους ἰσχυρισμούς Ἑλλήνων Ἀρχαιολατρῶν - Νεοπαγανιστῶν, ὅτι οἱ Χριστιανοί κατέστρεψαν τά ἀρχαῖα μνημεῖα, ἔργα τέχνης τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνισμοῦ, εἰδικότερα δέ τά ἀγάλματα καί τούς ναούς τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς θρησκείας. Ὅπως εἶναι γνωστό, τό Νεοπαγανιστικό κίνημα τῶν ἡμερῶν μας ἐπιχειρεῖ νά ἐμφανίσει τούς Χριστιανούς ὡς κάποιους δεισιδαίμονες, ἀπαίδευτους καί ἀμαθεῖς βαρβάρους, πού ἐμφανίστηκαν ἀπό κάπου ἀλλού καί βαρύνονται μέ ἐγκλήματα ὄχι μόνο κατά τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλά καί κατά τοῦ πολιτισμοῦ. Καί προφανῶς, ἀποκρύπτει τό γεγονός, ὅτι οἱ Χριστιανοί τοῦ 4ου ἤ 5ου μ.Χ. αἰ. εἶναι οἱ ἴδιοι οἱ Ἕλληνες πρόγονοί μας, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειψαν τήν «πατρώα» θρησκεία τους, γιά νά ἀσπαστοῦν μέ προθυμία τήν πίστη στόν Χριστό, ἐνῶ εἶχαν προηγηθεῖ δύο καί πλέον αἰῶνες σκληρῶν διωγμῶν ἐναντίον αὐτῆς τῆς πίστης ἀπό τούς ὀπαδούς τῆς ἀρχαίας εἰδωλολατρίας, πού κατεῖχαν τότε τήν ἐξουσία.
Τό παραπάνω ἄρθρο, τοῦ
ὁποίου σύνοψη μεταφέρουμε στό τεῦχος αὐτό τοῦ ἐντύπου μας, ἀποδεικνύει τό
ἀκριβῶς ἀντίθετο: α) Οἱ Χριστιανοί, κατά κανόνα, δέν κατέστρεψαν ἀρχαῖα
μνημεῖα, ἀλλά, ἀντίθετα, τά διατήρησαν ἤ τουλάχιστον συνέβαλλαν στή διάσωσή
του. Βέβαια, ὑπῆρξαν ἐξαιρέσεις καί κάποιες καταστροφές ὄντως ἔγιναν, ἀλλά
αὐτές δέν ἀναιροῦν τόν κανόνα καί ἑρμηνεύονται ἀπό τίς συνθῆκες τῆς ἐποχῆς. β)
Οἱ Χριστιανοί δέν εἶναι οἱ βάρβαροι, δεισιδαίμονες καί ἀπαίδευτοι τῆς ἐποχῆς,
ἀλλά ἀντίθετα ἡ ἀμάθεια καί ἡ δεισιδαιμονία ἦταν καταστάσεις, πού κυριαχοῦσαν
μεταξύ τῶν πιστῶν τῆς ἀρχαίας θρησκείας. Ἄς δοῦμε πρῶτα αὐτόν τόν δεύτερο
ἰσχυρισμό.
Προβάλλεται, συνήθως,
ἡ ἀντίληψη, ὅτι οἱ τελευταῖοι πιστοί τοῦ ἀρχαίου θρησκεύματος πρέπει νά
ἀναζητηθούν στούς κύκλους τῶν διανοουμένων, σέ ρομαντικούς φιλοσόφους καί σέ
ἄλλους «πνευματικούς» ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς. Ὅμως, κάτι τέτοιο δέν ἴσχυε οὔτε
στή λεγόμενη κλασική (προχριστιανική) ἀρχαιότητα. Ἀρκεῖ νά μελετήσει κάποιος τά
ἔργα τῶν μεγάλων Ἑλλήνων φιλοσόφων Πλάτωνα (427-347 π.Χ.), Ἀριστοτέλη (384-322
π.Χ.) καί πολλῶν ἄλλων. Θά διαπιστώσει, ὅτι αὐτοί δέν πίστευαν στίς περί «θεῶν»
ἀντιλήψεις τῶν λαϊκῶν στρωμάτων τῆς ἐποχῆς τους καί ὅτι ἡ ἀντίληψή τους γιά τόν
Θεό πλησιάζει ἀρκετά τή μονοθεϊστική ἀντίληψη τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Εἶναι γεγονός, ὅτι
ὅταν πρωτοεμφανίστηκε ὁ Χριστιανισμός, οἱ πεπαιδευμένοι «ἐθνικοί»
(εἰδωλολάτρες) τῆς ἐποχῆς πίστεψαν ὅτι πρόκειται γιά μιά νέα δεισιδαιμονία
ἀπαίδευτων καί ἀμαθῶν ἀνθρώπων. Ἀντιμετώπισαν, λοιπόν, τή «νέα θρησκεία»
ὑποτιμητικά. Πολύ σύντομα, ὅμως, ἀποδείχθηκε, ὅτι ἐντός τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας
ἦταν ἄνθρωποι ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων καί ὅλων τῶν μορφωτικῶν ἐπιπέδων,
μεταξύ αὐτῶν καί πολλοί διανοούμενοι καί σοφοί τῆς ἐποχῆς. Ἡ πρώτη ἀντίληψη
περί τοῦ Χριστιανισμοῦ ἄρχισε νά ἀνατρέπεται ὅταν οἱ πρῶτοι Χριστιανοί
συγγραφεῖς, οἱ λεγόμενοι «Ἀπολογητές», ἄρχισαν νά ἀπαντοῦν στίς κατηγορίες τῶν
ἐθνικῶν.
Ἐξ ἄλλου, σήμερα εἶναι
γενικά ἀποδεκτό ἀπ’ ὅσους ἐρευνοῦν τίς ἀπαρχές του, ὅτι ὁ Χριστιανισμός
ἐμφανίστηκε ὡς «θρησκεία τῶν πόλεων». Στούς τρεῖς πρώτους αἰῶνες τῆς ἱστορίας
του ἦταν μιά κατά βάσιν «ἀστική θρησκεία», ἡ ὁποία ἐξαπλωνόταν ἀπό πόλη σέ
πόλη, παρακάμπτοντας τήν ἐνδιάμεση ὕπαιθρο. Ἡ ὕπαιθρος, δηλαδή ὁ χῶρος στόν
ὁποῖο κυριαρχοῦσε ἡ ἀμάθεια καί ἡ δεισιδαιμονία, ἦταν ἐκείνη πού ἀντιστάθηκε
περισσότερο στήν ἐξάπλωση τοῦ Χριστιανισμοῦ, μέ ἀποτέλεσμα τόν 4ο μ.Χ. αἰ.
μεγάλο μέρος της νά μήν ἔχει ἐκχριστιανιστεῖ. Ἔτσι, ἀπό τά τέλη τοῦ 4ου μ.Χ.
αἰ. εἶχε ἐπέλθει μιά ραγδαία ἀντιστροφή τῶν ὅρων: ἐνῶ προηγουμένως οἱ
μορφωμένοι ἐθνικοί ἔβλεπαν τόν Χριστιανισμό ὡς μιά ἀφελῆ καί δεισιδαίμονα πίστη
τῶν ἀπαιδεύτων καί ἀμαθῶν, τώρα οἱ Χριστιανοί εἶναι ἐκεῖνοι πού βλέπουν τήν
εἰδωλολατρία ὡς μιά ἀφελῆ καί δεισιδαίμονα θρησκεία τῶν χωρικῶν καί τῶν
ἀπαιδεύτων, οἱ ὁποῖοι βρίσκονταν μακριά ἀπό τά ἀγαθά τῆς παιδείας καί τοῦ
πολιτισμοῦ.
Στό πνεῦμα αὐτό, ὁ Αὐτοκράτορας Οὐαλεντινιανός (364-375), σέ Διάταγμά του τό 370, γιά πρώτη φορά ἀποκαλεῖ τήν εἰδωλολατρία θρησκεία «paganorum» («τῶν χωρικῶν»), καί στό ἑξῆς ἐπικράτησε νά ὀνομάζεται ἡ εἰδωλολατρία «Παγανισμός». Ἡ λέξη «pagani» στή λατινική σημαίνει «χωρικοί» καί «paganismus» ἤ «θρησκεία paganorum», σημαίνει «θρησκεία τῶν χωρικῶν».
Ἡ τύχη τῶν ἀρχαίων ἀγαλμάτων
Ὅμως, ποιά ἦταν ἡ τύχη τῶν ἀρχαίων μνημείων, καί πρῶτα ποιά ἦταν ἡ τύχη τῶν ἀρχαίων ἀγαλμάτων; Τά ἀγάλματα εἶναι, συνήθως, σύμβολα μιᾶς ἐποχῆς ἤ μιᾶς κατάστασης ἤ, στήν προκειμένη περίπτωση, μιᾶς θρησκείας: τά ἀγάλματα ἀπεικόνιζαν «θεούς» τῆς ἀρχαίας εἰδωλολατρίας καί, ἐπί πλέον, μόλις πρίν λίγα χρόνια, ἄν κάποιος Χριστιανός ἠρνεῖτο νά τά προσκυνήσει, ριχνόταν στά θηρία καί ἀπέθνησκε μέ μαρτυρικό θάνατο! Ὅταν ἀλλάζουν ἐποχές καί καθεστῶτα, τό συνηθέστερο φαινόμενο εἶναι νά καθαιροῦνται καί νά καταστρέφονται τά σύμβολα τοῦ προηγούμενου καθεστῶτος. Ἄν αὐτό συμβαίνει σήμερα, πολύ περισσότερο φαίνεται αὐτονόητο γιά μιά ἐποχή πρίν ἀπό 16 ἤ 15 αἰῶνες σέ πολύ διαφορετικές συνθῆκες καί καταστάσεις. Στίς μεταβατικές αὐτές ἐποχές ἤ σέ ἐποχές ἔντασης αὐτό πού προέχει εἶναι ὁ συμβολισμός τῶν ἀγαλμάτων καί κανείς, συνήθως, δέν ἐνδιαφέρεται γιά τήν καλλιτεχνική τους ἀξία.
![]() |
| Ἀναπαράσταση
τοῦ χρυσελεφάντινου ἀγάλματος τοῦ Δία στήν Ὀλυμπία. Τό πρωτότυπο δέν καταστράφηκε ἀπό τούς Χριστιανούς, ἀλλά κοσμοῦσε τήν Κωνσταντινούπολη τουλάχιστον μέχρι τά τέλη τοῦ 11ου μ.Χ. αἰ. |
Σύγχρονα παραδείγματα
ὑπάρχουν πολλά. Ἡ Γερμανία ἀποκήρυξε τό ἔνοχο παρελθόν της μετά τόν Β΄
Παγκόσμιο Πόλεμο, καταστρέφοντας ὅλα τα σύμβολα τοῦ ναζιστικοῦ καθεστῶτος. Στή
Σοβιετική Ἕνωση, ἡ «ἀποσταλινοποίηση» συνοδεύτηκε ἀπό ἀπόσυρση καί καταστροφή
ἀναρίθμητων ἀνδριάντων τοῦ Στάλιν. Ἡ κατάρρευση τοῦ ὑπαρκτοῦ σοσιαλισμοῦ
ἑορτάσθηκε μέ τήν καταστροφή τῶν ἀνδριάντων τῶν ἡγετῶν τοῦ κομμουνισμοῦ.
Εἰκόνες τέτοιων καταστροφῶν ὑπάρχουν πάμπολλες στό διαδίκτυο. Ἴσως ἡ πιό
χαρακτηριστική εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς καταστροφῆς τοῦ ἀνδριάντα τοῦ Σαντάμ Χουσεΐν
κατά τήν εἴσοδο τῶν Ἀμερικανῶν στή Βαγδάτη τό 2003. Σέ ὅλες αὐτές τίς
περιπτώσεις, οὐδείς ἔθεσε θέμα αἰσθητικῆς ἀξίας τῶν ἀγαλμάτων.
Μέ αὐτά τά δεδομένα,
ἄν καί δέν ὑπάρχουν ἱστορικές μαρτυρίες γιά καταστροφές ἀγαλμάτων ἀπό
Χριστιανούς, πρέπει νά ὑποθέσουμε ὅτι τέτοιες περιπτώσεις φυσικά θά ὑπῆρξαν. Ἡ
μοναδική ἴσως περίπτωση, πού μαρτυρεῖται στίς πηγές, εἶναι ἡ καταστροφή τοῦ
ἀγάλματος τοῦ «θεοῦ» Σαράπιδος στόν ναό του στήν Ἀλεξάνδρεια τό 391 μ.Χ.,
παρόντος τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Θεοφίλου (385-412). Τί συνέβη, ὅμως, τότε,
καί τί εἶχε προηγηθεῖ; Μέλη τῆς εἰδωλολατρικῆς κοινότητας τῆς Ἀλεξάνδρειας
στασίασαν, προχώρησαν σέ μεγάλης ἔκτασης σφαγή τῶν Χριστιανῶν, καί κατόπιν
ὀχυρώθηκαν στό Σαραπεῖο (στόν ναό τοῦ Σαράπιδος), ὅπου γιά ἱκανό χρονικό
διάστημα συνέχισαν τή διάπραξη εἰδεχθῶν ἐγκλημάτων. Ὁ Αὐτοκράτορας Θεοδόσιος
(379-395), γιά νά ἀποκαταστήσει τήν τάξη, μέ ἀπόφασή του πολύ πολιτισμένη,
ἐπιεική καί φιλάνθρωπη γιά τήν ἐποχή, διέταξε νά χορηγηθεῖ ἀμνηστία σέ ὅλους
ἀνεξαιρέτως τούς στασιαστές καί νά τούς ἐπιτραπεῖ νά ἀποχωρήσουν ἀνενόχλητοι
ἀπό τό Σαραπεῖο, παράλληλα ὅμως διέταξε νά καταστραφοῦν οἱ εἰδωλολατρικοί ναοί
τῆς Ἀλεξάνδρειας «ὡς αἴτιοι στάσεως τῷ δήμῳ». Ὁ αὐτοκρατορικός στρατός ἔφτασε
στήν πόλη, μέ σκοπό νά καταστρέψει τό ἄγαλμα, ὅμως κανείς δέν τολμοῦσε νά τό
πειράξει. Οἱ ἱερεῖς τοῦ Σαράπιδος τό εἶχαν συνδέσει μέ θρύλους καί
δεισιδαιμονίες. Ἰσχυρίζονταν ὅτι ἡ στάθμη τῶν ὑδάτων τοῦ Νείλου (καί, κατ’
ἐπέκτσιν, ὅλη ἡ ζωή τῆς Αἰγύπτου) ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικά ἀπό τή βούληση τοῦ
«θεοῦ», ἔκαναν τό ἄγαλμα νά αἰωρεῖται μέ ἕνα σύστημα ἀπό μαγνῆτες στήν ὀροφή
τοῦ ναοῦ καί στό ἐσωτερικό του (τό ἄγαλμα ἦταν ξύλινο) καί ἰσχυρίζονταν ὅτι
κανείς δέν ἔπρεπε νά τό πλησιάσει, γιατί διαφορετικά θά καταστρεφόταν ὁ κόσμος!
Τότε ἔσπευσε ἐπί τόπου ὁ Πατριάρχης Θεόφιλος καί βρῆκε τήν εὐκαιρία νά
ἀποκαλύψει τήν πλάνη. Προέτρεψε ἕναν στρατιώτη νά πλήξει τήν κεφαλή τοῦ ξοάνου.
Ἐκεῖνος, μέ μεγάλο δισταγμό, ὑπάκουσε. Ὅταν ἔδωσε τό κτύπημα, «ἀναφώνησαν οἱ
πάντες», ἀλλά ὁ Σάραπις οὔτε πόνεσε, οὔτε μίλησε, οὔτε, βέβαια, ὁ κόσμος
καταστράφηκε, ἀλλά, ὅταν τοῦ ἀφαίρεσαν τήν κεφαλή, ἕνα πλῆθος ἀπό ποντικούς
βγῆκε ἀπό τό ξόανο, σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τοῦ Θεοδωρήτου Κύρου (Ἐκκλ. Ἱστορία,
Ε΄, κβ΄, PG, τ. 82, στ. 1248), γιατί ὁ «θεός» ἦταν κατοικητήριο τῶν ποντικῶν!
Στήν ἐποχή μας κανείς
δέν μπορεῖ νά φαντασθεῖ ἕναν ἀνδριάντα τοῦ Χίτλερ νά «κοσμεῖ» μιά πλατεῖα στή
σημερινή Γερμανία ἤ ἕναν ἀνδριάντα τοῦ Ὀσάμα Μπίν Λάντεν στό κέντρο τῆς Νέας
Ὑόρκης, λόγω τῆς αἰσθητικῆς καί καλλιτεχνικῆς τους ἀξίας! Κάτι τέτοιο φαίνεται
ἀσύλληπτο καί ἐξωπραγματικό. Ὡστόσο, οἱ Χριστιανοί ἔκαναν αὐτό ἀκριβῶς τό
ἀσύλληπτο καί ἐξωπραγματικό: κόσμησαν τήν πρωτεύουσα τῆς Αὐτοκρατορίας τους, τή
χριστιανική Κωνσταντινούπολη, ἴσως καί ἄλλες μεγάλες πόλεις, μέ ἀγάλματα
ἀρχαίων «θεῶν», λόγῳ ἀκριβῶς τῆς αἰσθητικῆς τους ἀξίας! Ἄς δοῦμε κάποιες
χαρακτηριστικές μαρτυρίες:
«Ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας
μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἤδη ἐπί Μεγάλου Κωνσταντίνου ἡ Κωνσταντινούπολη εἶχε γίνει
ἕνα ἀπέραντο ὑπαίθριο μουσεῖο, τό ὁποῖο φιλοξενοῦσε ὑπέροχα χάλκινα ἀγάλματα,
τά κορυφαῖα ἀριστουργήματα τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλυπτικῆς τέχνης ... Στήν
Κωνσταντινούπολη εἶχε μεταφερθεῖ καί ὁ περίφημος ἀναθηματικός τρίποδας πού
εἶχαν ἀφιερώσει οἱ Ἕλληνες στούς Δελφούς μετά τή νίκη τους στή μάχη τῶν
Πλαταιῶν...
Στίς ἀγορές τῆς
Χριστιανικῆς πρωτεύουσας ἔστεκαν ὁ Πύθιος Ἀπόλλων καί ὁ Σμίνθιος Ἀπόλλων (ἔργο
τοῦ σπουδαίου γλύπτη Σκόπα τό ὁποῖο μνημονεύει ὁ Στράβων), ἐνῶ τό Παλάτιον τῆς
Κωνσταντινουπόλεως φιλοξενοῦσε τίς περίφημες Ἐλικωνίδες Μοῦσες (ἔργα τῶν
Κηφισοδότου, Στρογγυλίωνος καί Ὀλυμπιοσθένους, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Παυσανίας).
Ὁ Γεώργιος Κεδρηνός
στά τέλη τοῦ ἑνδεκάτου αἰῶνα μᾶς μεταφέρει ἐντυπωσιακές πληροφορίες γιά τούς
θησαυρούς τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς τέχνης πού κοσμοῦσαν τήν πρωτεύουσα τοῦ
Βυζαντίου. Μεταξύ ἄλλων, ὁ Κεδρηνός ἀναφέρει τό ἄγαλμα τῆς Λινδίας Ἀθηνᾶς, ἔργο
τῶν γλυπτῶν Σκύλλιδος καί Λιποίνου· τήν Κνιδία Ἀφροδίτη, τό ἄφθαστο δημιούργημα
τοῦ Πραξιτέλους· τή Σαμία Ἥρα, ἔργο τῶν Λυσίππου καί Βουπάλου· ἕνα ἄγαλμα πού
παρίστανε τόν Χρόνο, ἔργο ἐπίσης τοῦ Λυσίππου· ἕναν περίτεχνο πτερωτό Ἔρωτα ἀπό
τή Μύνδο τῆς Καρίας· μία Ἀμφιτρίτη, ἡ ὁποία εἶχε μεταφερθεῖ στήν
Κωνσταντινούπολη ἀπό τή Ρόδο· τήν πύλη τῆς Ἐφεσίας Ἀρτέμιδος μέ περίτεχνη
ἀνάγλυφη παράσταση τῆς Γιγαντομαχίας· καί τό περίφημο χρυσελεφάντινο ἄγαλμα τοῦ
Διός ἀπό τήν Ὀλυμπία, τό ἀριστούργημα τοῦ Φειδία, τό ὁποῖο συγκαταλεγόταν
ἀνάμεσα στά Ἑπτά Θαύματα τοῦ ἀρχαίου κόσμου.
Στήν Κωνσταντινούπολη
εἶχε ἐπίσης μεταφερθεῖ τό ἄγαλμα τῆς Ἀθηνᾶς πού κοσμοῦσε τόν σηκό τοῦ
Παρθενῶνα, ὅπως μαθαίνουμε ἀπό μιά ἐθνική πηγή, τόν βιογράφο τοῦ Πρόκλου
Μαρῖνο...
Πολλούς αἰῶνες μετά
τήν ὑποτιθέμενη καταστροφή τῶν ἀρχαίων ἀγαλμάτων ἀπό τούς Χριστιανούς, στά τέλη
τοῦ δωδεκάτου αἰῶνα, ὁ Νικήτας ὁ Χωνιάτης εἶδε στήν Κωνσταντινούπολη καί
περιγράφει ἕνα κολοσσιαῖο χάλκινο ἄγαλμα τῆς Ἥρας στημένο στήν Κωνσταντίνειο
Ἀγορά, ἕνα σύμπλεγμα πού παρίστανε τόν Πάρι νά δίδει στήν Ἀφροδίτη τό χρυσό
μῆλον τῆς Ἔριδος, ἕναν Πήγασο μέ τόν Βελλεροφόντη στή ράχη του ... καί ἕναν
θαυμαστό, ὑπερφυσικοῦ μεγέθους Ἡρακλῆ τοῦ Λυσιμάχου, τοῦ ὁποίου ἡ κνήμη καί
μόνο εἶχε μέγεθος ἀνδρός» (Γ. Τσέντου, ὅ.π., https://www.oodegr.com/neopaganismos/diogmoi/katastrofh_ierwn_1.htm).
Τί ἀπέγιναν, ὅμως, αὐτά τά ἀγάλματα; Ἄλλα μεταφέρθηκαν στή Δύση ἀπό τούς Σταυροφόρους μετά τήν ἅλωση τοῦ 1204 καί ἀπό τότε ὑπάρχουν ἐκεῖ ἤ ἀγνοεῖται ἡ τύχη τους, ἄλλα καταστράφηκαν ἀπό τούς ἴδιους Σταυροφόρους, ἄλλα ἀπό τούς Τούρκους στήν ἅλωση τοῦ 1453 καί ἄλλα ἀπό ἄλλους βαρβάρους κατακτητές, καί τέλος, ἄλλα σώζονται μέχρι σήμερα σέ μουσεῖα τῆς χώρας μας καί τοῦ ἐξωτερικοῦ. Εἶναι, ὅμως, γεγονός, ὅτι οἱ Χριστιανοί τά σεβάστηκαν καί ἔτσι διασώθηκαν, ὅσα διασώθηκαν. Τή θεωρητική βάση αὐτῆς στάσης παρέχει ὁ Κλήμης Ἀλεξανδρεύς (150-215), χριστιανός συγγραφέας τῶν ἀρχῶν τοῦ 3ου μ.Χ. αἰ.: «Νά ἐπαινεῖται, βέβαια, ἡ τέχνη, ἀλλά νά μήν ἀπατᾶ τόν ἄνθρωπο ὡς ἀλήθεια», ἀναφέρει (Προτρεπτικός πρός Ἕλληνας, 4, PG, τ. 8, στ. 156). Αὐτό σημαίνει, ὅτι οἱ Χριστιανοί σεβόμεθα μέν τά ἀρχαῖα ἀγάλματα ὡς ἔργα τέχνης, ἀλλά ἀπορρίπτουμε τήν «ἀλήθεια», πού προβάλλεται ἀπό αὐτά, δηλαδή τήν εἰδωλολατρία.
Ἡ τύχη τῶν ἀρχαίων ναῶν
Τά ἴδια περίπου
ἰσχύουν καί γιά τούς ἀρχαίους ναούς. Καί ἐδῶ ὑπῆρξαν, βέβαια, ἐξαιρέσεις
καταστροφῶν, σέ στιγμές ἔντασης καί ἀνταγωνισμοῦ, ὅμως ναοί διασώθηκαν καί
διασώθηκαν ἀπό τούς ἴδιους τούς Χριστιανούς, ὅπως θά δοῦμε στή συνέχεια.
Οἱ Νεοπαγανιστές ἐπικαλοῦνται, συνήθως, τό Διάταγμα τοῦ Αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄ (408-450) τό 435 μ.Χ., κατά τό ὁποῖο ὅλα τά ἱερά τῆς παγανιστικῆς λατρείας ἔπρεπε νά καταστραφοῦν καί νά καθαρθεῖ ὁ χῶρος τους μέ τήν ὕψωση τοῦ χριστιανικοῦ συμβόλου, τοῦ τιμίου Σταυροῦ. Ὅμως, αὐτό τό Διάταγμα, ὅπως φαίνεται, δέν ἐφαρμόστηκε στήν πράξη. Ἄν εἶχε ἐφαρμοστεῖ, γιατί μέχρι σήμερα σώζονται ἀρχαῖοι ναοί; Εἶχε, προφανῶς, «λαϊκιστικό» χαρακτήρα, ἀποσκοπώντας νά καταδείξει ὅτι ὁ Αὐτοκράτορας στηρίζει δυναμικά τήν πίστη, πού εἶχε ἤδη ἀποδεχθεῖ ὁ λαός. Ἤ μᾶλλον τό Διάταγμα ἐφαρμόστηκε μόνο κατά τό δεύτερο μέρος του, πού ἀφοροῦσε στήν κάθαρση τοῦ χώρου ἀπό τά πονηρά πνεύματα μέ τή δύναμη τοῦ Σταυροῦ. Ἀρκοῦσε, δηλαδή, νά ἀπομακρυνθοῦν ἀπό τόν ναό τό λατρευτικό ἄγαλμα καί τά σκεύη τῆς παγανιστικῆς λατρείας, νά ἐξορκιστοῦν τά πονηρά πνεύματα, πού κατοικοῦσαν ἐκεῖ, καί νά διατηρηθεῖ τό οἰκοδόμημα τοῦ ναοῦ.
![]() |
| Ὁ ναός
τοῦ Ἠφαίστου στήν Ἀθήνα (τό «Θησεῖον») σώζεται μέχρι σήμερα λόγῳ τῆς μετατροπῆς του σέ χριστιανικό Ναό. |
Ἡ πράξη αὐτή ἄνοιγε
τόν δρόμο γιά τή μετατροπή τῶν εἰδωλολατρικῶν ναῶν σέ χριστιανικούς, ὅπως ὄντως
συνέβη, καί αὐτή ἀκριβῶς ἡ μετατροπή διέσωσε τά ἀρχαῖα μνημεῖα. Δέν πρόκειται
γιά μεμονομένες περιπτώσεις, ὅπως οἱ γνωστές τοῦ Παρθενῶνα, πού μετετράπη σέ
Ναό τῆς Θεοτόκου, καί τοῦ ναοῦ τοῦ Ἠφαίστου (τοῦ «Θησείου»), πού μετετράπη σέ
Ναό τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ἀλλά γιά πολύ συνηθισμένη πρακτική. Σχετική μελέτη
καταγράφει 89 γνωστά παραδείγματα τέτοιας μετατροπῆς, ἐκτός βέβαια πολλῶν
ἄλλων, πού μᾶς εἶναι ἄγνωστα (Γ. Τσέντου, ὅ.π.).
Μήπως, ὅμως, αὐτή ἡ
μετατροπή ἀλλοίωσε τά μνημεῖα; Μήπως αὐτή τά κατέστρεψε; Συνήθως, ἡ μετατροπή
αὐτή εἶχε τρία στάδια: α) ἀποκάθαρση τοῦ χώρου μέ τήν ἀφαίρεση τοῦ λατρευτικοῦ
ἀγάλματος καί ἄλλων παγανιστικῶν συμβόλων, β) σέ μιά πιθανή μεταβατική περίοδο,
χρήση τοῦ χώρου γιά τή χριστιανική λατρεία, χωρίς καμμία ἄλλη μετατροπή καί γ)
ἀρχιτεκτονική ἀνάπλαση τοῦ χώρου, ὥστε αὐτός νά ἀνταποκρίνεται στίς ἀπαιτήσεις
τῆς χριστιανικῆς λατρείας. Ἄν ἔγιναν, λοιπόν, κάποιες παρεμβάσεις, αὐτές ἔγιναν
στήν τρίτη φάση τῆς μετατροπῆς. Τέτοιες ἦταν ἡ διαμόρφωση τῆς ἀνατολικῆς
πλευρᾶς σέ ἱερό, ἡ διάνοιξη παραθύρων γιά τόν ἐξαερισμό καί τόν φωτισμό τοῦ
ἐσωτερικοῦ (ἡ ἀρχαία λατρεία γινόταν ἔξω ἀπό τόν ναό καί γύρω ἀπό τόν βωμό, ἐνῶ
μέσα ὑπῆρχε μόνο τό λατρευόμενο ἄγαλμα τοῦ «θεοῦ»), καί ἡ χάραξη χριστιανικῶν
συμβόλων, κυρίως τοῦ σημείου τοῦ Σταυροῦ.
Αὐτές οἱ παρεμβάσεις,
πού μπορεῖ νά φαίνονται σοβαρές στούς σύγχρονους ἀρχαιολόγους, εἶναι ἐλάχιστες
σέ σχέση μέ τήν ὀφέλεια, πού προέκυψε. Ἄς ἀναλογισθοῦμε, γιατί, ἐνῶ σώζονται
ἀρκετοί ἀρχαῖοι ἑλληνικοί ναοί, δέν σώζεται καμμία σχεδόν ἀρχαία ἑλληνική
κατοικία. Τό ἐπιχείρημα ὅτι οἱ ναοί ἦταν μεγαλοπρεπέστεροι, ἐπισημότεροι,
καλύτερα κατασκευασμένοι καί μέ καλύτερα ὑλικά καί γι’ αὐτό ἐπέζησαν, δέν εὐσταθεῖ.
Ἤδη ὁ Δημοσθένης (384-322 π.Χ.) ἀναφέρει ὅτι κάτι τέτοιο συνέβαινε σέ ἕνα
μακρινό καί ἐξιδανικευμένο παρελθόν, ἐνῶ στήν ἐποχή του οἱ κατοικίες πολλῶν
πλουσίων ἦταν πιό ἐντυπωσιακές ἀπό τά δημόσια κτήρια (Κατά Ἀριστοκράτους,
206-208). Ἄν αὐτό συνέβαινε στήν ἐποχή τοῦ Δημοσθένη, μποροῦμε νά φαντασθοῦμε
τί ἴσχυε στή μετέπειτα Ἑλληνιστική καί Ρωμαϊκή ἐποχή. Γιατί, λοιπόν, δέν
σώζεται καμμία ἀρχαία κατοικία; Εἶναι φανερό, ὅτι οἱ ἀρχαῖοι ναοί διασώθηκαν
λόγῳ τῆς μετατροπῆς τους σέ χριστιανικούς ναούς. Ἄν μᾶς ἐνοχλοῦν οἱ
παρεμβάσεις, πού ἔγιναν κατά τή μετατροπή τους, αὐτό μοιάζει μέ τήν περίπτωση
ἀσθενοῦς, πού σώθηκε ἀπό ἀνίατη ἀσθένεια μέ τήν ἐπιδέξια χειρουργική ἐπέμβαση
ἑνός γιατροῦ, καί, ἀντί νά εὐγνωμονεῖ τόν γιατρό, πού τοῦ ἔσωσε τή ζωή,
διαμαρτύρεται γιά τίς οὐλές, πού ἄφησε ἡ ἐπέμβαση!
Ποῦ ὀφείλονται, ὅμως,
οἱ καταστροφές ὅσων μνημείων δέν σώθηκαν; Προφανῶς, σέ ἄλλες αἰτίες καί δέν
εἶναι ὑπεύθυνοι γι’ αὐτό οἱ «κακοί» καί «βάρβαροι» Χριστιανοί. Στό θέμα αὐτό
ἔχουμε ἀναφερθεῖ σέ ἄλλο τεῦχος τοῦ ἐντύπου μας (Νο 37, 2005). Συνοπτικά
ἀναφέρουμε ἐδῶ, ὅτι ἡ κυριότερη αἰτία ἦταν ἡ ἐγκατάλειψη (ὅ,τι ἀφήνεται στή
φθορά τοῦ χρόνου, σύντομα καταρρέει!). Ἄλλες αἰτίες ἦταν οἱ φυσικές καταστροφές
(ἕνας καταστρεπτικός σεισμός ἀρκοῦσε νά μεταβάλλει ἕναν λαμπρό νάο σέ ἐρείπια
καί τέτοιοι σεισμοί ὑπῆρξαν πολλοί), οἱ βαρβαρικές ἐπιδρομές (πολλά μνημεῖα
εἶχαν ἤδη καταστραφεῖ πρίν τήν ἐμφάνιση τοῦ Χριστιανισμοῦ), ἡ σύληση τῶν
μνημείων (ἀπό τά ἐρείπιά τους ὅποιος ἤθελε ἔπαιρνε ὑλικά γιά κάθε εἴδους
κατασκευή) κ.ἄ.
Συμπερασματικά, ὁ
Χριστιανισμός, ὅπως προκύπτει ἀπό τήν ἱστορική πορεία του, δέν σεβάστηκε μόνο
τά ἔργα τοῦ Θεοῦ στή φύση, ἀλλά σέβεται πρῶτα ἀπ’ ὅλα τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο καί
ἔπειτα σέβεται τά ἔργα τοῦ ἀνθρώπου στόν πολιτισμό. Δέν εἶναι παράγοντας
καταστροφῆς μέσα στόν κόσμο, ἀλλά παράγοντας καταλλαγῆς καί εἰρήνης.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου