Διάγραμμα
– Περίληψη Θέματος ΙΔ' τοῦ Προγράμματος Μελέτης
καί Ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς «Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία καί Παράδοση», περιόδου Γ', ἔτους 2025-2026.
(Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα 1ης/3/2026)
Κείμενο: «Ἀδελφοί, 11,24 πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱός θυγατρός Φαραώ, 25 μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἤ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν, 26 μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τόν ὀνειδισμόν τοῦ Χριστοῦ· ἀπέβλεπε γάρ εἰς τήν μισθαποδοσίαν. 32 Καί τί ἔτι λέγω; Ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περί Γεδεών, Βαράκ τε καί Σαμψών καί Ἰεφθάε, Δαυΐδ τε καί Σαμουήλ καί τῶν προφητῶν, 33 οἵ διά πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, 34 ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπό ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροί ἐν πολέμῳ, παρεμβολάς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· 35 ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τούς νεκρούς αὐτῶν· ἄλλοι δέ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τήν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· 36 ἕτεροι δέ ἐμπαιγμῶν καί μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δέ δεσμῶν καί φυλακῆς· 37 ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, 38 ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καί ὄρεσι καί σπηλαίοις καί ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. 39 Καί οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διά τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τήν ἐπαγγελίαν, 40 τοῦ Θεοῦ περί ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μή χωρίς ἡμῶν τελειωθῶσι» (Ἑβρ. 11, 24-26, 32-40)
Ἀπόδοση: «Ἀδελφοί μου, 11,24 μέ τήν πίστη ὁ Μωϋσῆς,
ὅταν ἔγινε μέγας, ἀρνήθηκε νά ὀνομάζεται γιός τῆς κόρης τοῦ Φαραώ, 25 ἀφοῦ
προτίμησε μᾶλλον νά ὑποφέρει μαζί μέ τόν λαό τοῦ Θεοῦ παρά νά ἔχει τήν πρόσκαιρη
ἀπόλαυση τῆς ἁμαρτίας. 26 Θεώρησε μεγαλύτερο πλοῦτο ἀπό τούς θησαυρούς τῆς
Αἰγύπτου τόν ἐξευτελισμό χάριν τοῦ Χριστοῦ, ἀποβλέποντας στήν ἀνταπόδοση. 32
Καί τί νά πῶ ἀκόμη; Δέν μοῦ ἐπιτρέπει ὁ χρόνος νά σᾶς διηγηθῶ γιά τόν Γεδεών,
τόν Βαράκ, τόν Σαμψών, τόν Ἰεφθάε, τόν Δαβίδ, τόν Σαμουήλ καί τούς προφῆτες. 33
Αὐτοί μέ τήν πίστη ἀνέτρεψαν βασίλεια, ἔπραξαν ἔργα δικαιοσύνης, πέτυχαν τήν
πραγματοποίηση τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ, ἔκλεισαν στόματα λιονταριῶν, 34 ἔσβησαν
τή δύναμη τῆς φωτιᾶς, διέφυγαν τή σφαγή, ἔγιναν ἀπό ἀδύνατοι δυνατοί, ἀνεδείχθησαν
ἰσχυροί στόν πόλεμο, ἔτρεψαν σέ φυγή παρατάξεις ἐχθρῶν. 35 Γυναῖκες ἔλαβαν τούς
νεκρούς τους πού ἀναστήθηκαν, ἄλλοι βασανίστηκαν, ἀλλά δέν δέχθηκαν νά ἀφεθοῦν
ἐλεύθεροι, γιά νά γευθοῦν μιά ἄλλη καλύτερη ἀνάσταση. 36 Ἄλλοι δοκιμάστηκαν μέ
ἐμπαιγμούς καί μέ μαστιγώσεις, ἀκόμη καί μέ δεσμά καί μέ φυλακή. 37
Λιθοβολήθηκαν, πριονίστηκαν, ὑπέστησαν πολλές δοκιμασίες, θανατώθηκαν μέ
μαχαίρι, περιπλανήθηκαν φορῶντας δέρματα προβάτων καί αἰγῶν, στερήθηκαν,
ὑπέφεραν θλίψεις καί κακουχίες, 38 γιά τά ὁποῖα δέν εἶναι ἄξιος ὁ κόσμος.
Περιπλανήθηκαν σέ ἔρημους τόπους, σέ βουνά, σέ σπήλαια καί σέ τρύπες τῆς γῆς.
39 Ὅλοι αὐτοί, ἄν καί εἶχαν τήν καλή μαρτυρία γιά τήν πίστη τους, δέν ἀπόλαυσαν
ὅσα ἔχει ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός, 40 ὁ Ὁποῖος εἶχε προβλέψει κάτι καλύτερο γιά ἐμᾶς
γιά νά μή φθάσουν ἐκεῖνοι στήν τελείωση χωρίς ἐμᾶς».
Εἰσαγωγικά: Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα τῆς Α' Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν
(Κυριακῆς Ὀρθοδοξίας). Προέρχεται ἀπό τήν Πρός Ἑβραίους ἐπιστολή, συναντᾶται δέ
καί σέ ἄλλες περιπτώσεις. Περιεχόμενό του εἶναι ἡ πίστη. Εἶναι βασική βιβλική
καί θεολογική ἀλήθεια ὅτι «ἡ πίστη σώζει» ἤ ὅτι ὁ ἄνθρωπος σώζεται «διά
πίστεως», ἀλλά εἶναι ἐξ ἴσου ἀλήθεια ὅτι δέν σώζει ὁποιαδήποτε πίστη, ἀλλά μόνο
ἡ πίστη στόν Χριστό καί, μάλιστα, ἡ ὀρθή πίστη. Ἔτσι, ἡ πίστη διακρίνεται σέ
«πιστεύουσα» καί «πιστευομένη». «Πιστεύουσα» εἶναι ἡ ὑποκειμενική πίστη: τό
«πῶς» πιστεύει κάποιος καί τό «πόσο» πιστεύει. «Πιστευομένη» εἶναι ἡ
ἀντικειμενική πίστη ἤ τό «ἀντικείμενο» τῆς πίστεως: τό «τί» πιστεύει κάποιος.
Γιά μᾶς, «πιστευομένη πίστη» εἶναι ἡ ὀρθή πίστη, ἡ Ὀρθοδοξία. Τήν Κυριακή τῆς
Ὀρθοδοξίας τιμᾶμε τούς ἀγῶνες τῶν Πατέρων γιά τήν ὀρθή πίστη ἤ γιά τό
«ἀντικείμενο» τῆς πίστεως καί «ἀντικείμενο» τῆς πίστεως εἶναι ὁ Χριστός. Ἀφορμή
εἶναι ἡ αἵρεση τῆς Εἰκονομαχίας, ἡ ὁποία συντάραξε τήν Ἐκκλησία γιά περισσότερο
ἀπό ἕναν αἰῶνα, σέ δύο φάσεις: α) 727-787 καί β) 813-843. Σταθμοί της, ἡ Ζ΄
Οἰκουμενική Σύνοδος (787 μ.Χ.) καί ἡ Ἀναστήλωση τῶν ἁγίων Εἰκόνων (843 μ.Χ.). Ἐπίκεντρο
τῆς εἰκονομαχικῆς ἔριδας ἦταν τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ: ἡ Εἰκονομαχία
ἀμφισβητοῦσε ἐμμέσως ἀλλά σαφῶς τήν πραγματικότητα τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ
Χριστοῦ. Σέ ὅλες τίς αἱρέσεις τό «κινδυνευόμενον» ἦταν ὁ Χριστός.
Πίστη, δόγμα καί Ἀλήθεια: Ἡ πίστη δέν εἶναι
γνώση. Ἡ γνώση εἶναι ἀλήθεια, πού ἀποκτᾶται μέ τή μελέτη καί τήν παρατήρηση καί
ἀφορᾶ στόν κόσμο πού μᾶς περιβάλλει (στά κτιστά). Ἡ ἀλήθεια αὐτή, ἀπό τή στιγμή
πού ἀνακαλύπτεται, εἶναι παροῦσα. Ἡ πίστη, ἀντίθετα, ἀναφέρεται σέ Ἀληθεία ἡ
ὁποία δέν ἀνακαλύπτεται, ἀλλά ἀποκαλύπτεται ἡ ἴδια. Δέν ἀνακαλύπτεται, ἐπειδή
ὑπερβαίνει ὅλες τίς φυσικές γνωστικές ἱκανότητες τοῦ ἀνθρώπου: εἶναι «ὑπέρ
αἴσθησιν», «ὑπέρ λόγον» καί «ὑπέρ νοῦν». Ἡ Ἀλήθεια αὐτή ἀφορᾶ στά ἄκτιστα (στά
περί Θεοῦ), καθώς καί στίς σχέσεις τῶν ἀκτίστων μέ τά κτιστά, καί ὄχι στά ἴδια
τά κτιστά. Πρόκειται γιά τήν Ἀλήθεια περί Θεοῦ καί, εἰδικότερα, γιά τίς
ἄκτιστες Ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Ἡ πιστευομένη αὐτή Ἀλήθεια δέν εἶναι παροῦσα, ἀλλά
ἐλπιζόμενη καί ἀναμενόμενη. Ὡστόσο, προορισμός της εἶναι νά γίνει παροῦσα καί
μετεχόμενη. Ἀπό τή στιγμή πού συμβαίνει αὐτό, ἡ πίστη παύει πλέον νά εἶναι
πίστη καί γίνεται γνώση, ἀλλά ἄλλου εἴδους καί ἄλλης μορφῆς γνώση (κάποιοι Πατέρες
ὀνομάζουν τή γνώση αὐτή «βεβαία πίστη»). Τά παραπάνω σημαίνουν ὅτι: α) ἡ πίστη
δέν ταυτίζεται μέ τήν Ἀληθεία καί β) προορισμός τῆς πίστεως εἶναι νά
καταργηθεῖ. Ὄντως, ἡ πίστη πρόκειται νά καταργηθεῖ! Κάποτε ὅλοι θά γνωρίσουμε
ὅσα τώρα πιστεύουμε, ἀκόμη καί ὅσοι δέν τά πιστεύουν: «Νυνί δέ μένει πίστις,
ἐλπίς, ἀγάπη, τά τρία ταῦτα· μείζων δέ τούτων ἡ ἀγάπη» (Α' Κορ. 13,13), ἡ δέ
ἀγάπη «οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α' Κορ. 13,8)! Ὡστόσο, προορισμός μας εἶναι νά
γνωρίσουμε τήν Ἀλήθεια ἀπό τήν παροῦσα ζωή. Κάποιοι τό ἐπιτυγχάνουν αὐτό,
γνωρίζοντας τήν Ἀλήθεια τῆς πίστεως διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὄχι «ἐκ μέρους»
ἤ «δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι», ἀλλά «πρόσωπον πρός πρόσωπον». Αὐτοί,
χρησιμοποιώντας τήν ἀνθρώπινη λογική καί δανειζόμενοι κτιστά ρήματα καί νοήματα
ἀπό τήν ἀνθρώπινη γνώση, διατυπώνουν τή θεία Ἀλήθεια σέ «δόγματα», τά ὁποῖα στή
συνέχεια ἐπικυρώνει ἡ Ἐκκλησία σέ Οἰκουμενικές Συνόδους. Τά «δόγματα» εἶναι
κτιστές διατυπώσεις (κτιστά ρήματα, νοήματα ἤ παραδείγματα), πού ὑποδεικνύουν
τήν ἄκτιστη καί σώζουσα θεία Ἀλήθεια. Τά δόγματα δέν ταυτίζονται μέ τήν
Ἀλήθεια, ἀλλά τήν ὑποδεικνύουν. Ἡ ἀξία τους ἔγκειται στό ὅτι ὁδηγοῦν μέ
ἀσφάλεια στήν Ἀλήθεια, εἶναι ὁδοδείκτες πρός τήν Ἀλήθεια. Οἱ Πατέρες, ἄν καί
ἀγωνίστηκαν σθεναρά γιά τήν ὑπεράσπιση τῶν δογμάτων, γνώριζαν πολύ καλά ὅτι
προορισμός τῶν δογμάτων εἶναι νά καταργηθοῦν! Πότε; Ὅταν κάποιος γνωρίσει τήν
ἴδια τήν Ἀλήθεια, πού ὑποδεικνύουν τά δόγματα. Ἡ ταύτιση τῶν δογμάτων μέ τήν ἴδια
τήν Ἀλήθεια εἶναι συγκεκαλυμένη καί ἐπικίνδυνη μορφή εἰδωλολατρίας. Ὅσο, ὅμως,
δέν γνωρίζουμε τήν ἴδια τήν Ἀλήθεια, πορευόμεθα διά πίστεως, καί πίστη στή
συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει ἐμπιστοσύνη: α) πρωτίστως στούς λόγους τοῦ
Κυρίου, ὁ Ὁποῖος κατά τήν ἐπί γῆς παρουσία Του, μᾶς ἀποκάλυψε τήν Ἀλήθεια,
ἐπίσης μέσῳ κτιστῶν ρημάτων, νοημάτων καί παραδειγμάτων, β) στή μαρτυρία ὅσων
γνώρισαν τήν ἴδια τήν Ἀλήθεια ἀπό τήν παροῦσα ζωή, δηλ. στή μαρτυρία
(διδασκαλία) τῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Ἁγίων, καί γ) στίς δογματικές
διατυπώσεις τῆς Ἐκκλησίας (στά ἐκκλησιαστικά δόγματα).
Ἡ αἵρεση ὡς ἀποστασία ἀπό τήν Ἀλήθεια: Σέ ἀντίθεση μέ τά παραπάνω, μποροῦμε νά κατανοήσουμε καί νά ὁρίσουμε τί εἶναι ἡ αἵρεση. Ἄν τό δόγμα εἶναι δείκτης πρός τόν ἀληθινό Θεό, αἵρεση εἶναι ἡ ἀλλοίωση τοῦ δείκτη, πού ὑποδεικνύει ἄλλον «θεό», τόν «θεόν τοῦ αἰῶνος τούτου» (Α' Κορ. 4,4) ἤ τόν «ἄρχοντα τοῦ κόσμου τούτου» (Ἰω. 12,31). Ἡ αἵρεση, ὡς «μικρή» ἀλλοίωση τοῦ περιεχομένου τῆς πίστεως, ὁδηγεῖ μακράν καί ἐκτός τοῦ Θεοῦ. Ἄν περιεχόμενο τῆς πίστεως εἶναι τό «Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ», ἡ αἵρεση κηρύττει «εὐαγγέλιον ἕτερον» καί «ἄλλον Ἰησοῦν» (Β' Κορ. 11, 4). Οὐσιαστικά, ἡ αἵρεση εἶναι ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ: αἱρετικοί εἶναι οἱ «τόν ἀγοράσαντα αὐτούς Δεσπότην ἀρνούμενοι» (Β' Πέτρ. 2,1). Ἄν τό δόγμα ὑποδεικνύει τήν Ἀλήθεια, ἡ αἵρεση εἶναι «πλάνη» ὡς πρός τήν Ἀλήθεια, «ἀστοχία», «ἀποστασία», «ἑτεροδοδασκαλία», «ναυάγιον», «διαστροφή» κ.ἄ., κατά τήν Καινή Διαθήκη. Οἱ αἱρετικοί, ὡς «πλανῶντες καί πλανώμενοι» (Β' Τιμ. 3,13), ἐπλανήθησαν πρῶτα οἱ ἴδιοι καί στή συνέχεια, «λαλοῦντες διεστραμμένα» (Πραξ. 20,30), παρασύρουν στήν πλάνη τους καί ὅσους τούς ἀκολουθοῦν. Ἄν τό δόγμα ὁδηγεῖ στήν ἐν Χριστῷ σωτηρία, οἱ αἱρέσεις ὁδηγοῦν στήν ἀπώλεια: οἱ ἴδιες ἀποκαλοῦνται «αἱρέσεις ἀπωλείας» (Β' Πέτρ. 2,1), οἱ δέ ἐκπρόσωποί τους «λύκοι βαρεῖς» (Πραξ. 20,29) καί «λύκοι ἅρπαγες» (Ματθ. 7,15). Ἄν πηγή τοῦ δόγματος εἶναι ἡ αὐτοαποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, πηγή τῶν αἱρέσεων εἶναι ἡ ἀνθρώπινη λογική καί ἡ ἑλληνική φιλοσοφία καί, εἰδικότερα, ἡ ἀριστοτελική. Εἶναι γνωστή ἡ θέση τῶν Πατέρων, ὅτι οἱ αἱρετικοί «θεολογοῦν ἀριστοτελικῶς» καί ὅτι ἡ διδασκαλία τους δέν εἶναι Θεολογία, ἀλλά «τεχνολογία» (συρραφή ἁγιογραφικῶν χωρίων). Τούς αἱρετικούς πάντοτε χαρακτηρίζει προσχηματική «προσήλωση» καί «εὐλάβεια» πρός τήν Ἁγία Γραφή: παλαιότερα κατηγοροῦσαν τούς Πατέρες ὅτι χρησιμοποιοῦν «καινούς» (νέους, ἄγνωστους) καί «ἀγράφους» (πού δέν ἐμπεριέχονται στήν Ἁγία Γραφή) ὅρους καί σήμερα κατηγοροῦν τούς Ὀρθοδόξους γιά «ἄγνοια» τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ὡστόσο, οἱ αἱρετικοί δέν «πάσχουν τά τοῦ Θεοῦ», ἀλλ’ ἁπλῶς διανοοῦνται περί Θεοῦ. Μέθοδός τους εἶναι ὁ ἀριστοτελικός συλλογισμός (τουλάχιστον τῶν ἀρχαίων καί μεγάλων αἱρετικῶν), ὅμως ὁ ἀριστοτελικός συλλογισμός δέν ὁδηγεῖ σέ γνώση τοῦ Θεοῦ. Τέλος, ἄν τό δόγμα εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐμπνεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (ὄχι μέ τήν μαγική ἀντίληψη ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα ἀποκαλύπτει τά κτιστά ρήματα ἤ νοήματα ἤ παραδείγματα τῆς διατυπώσεως τοῦ δόγματος, ἀλλά μέ τήν ἔννοια ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα ὁδηγεῖ τούς Ἁγίους τοῦ Θεοῦ «εἰς πᾶσαν τήν Ἀλήθειαν», Ἰω. 16,13), ἡ αἵρεση εἶναι «σπορά» καί «βοτάνη» τοῦ διαβόλου, τά δέ κηρύγματά της εἶναι «διδασκαλίαι δαιμονίων» (Α' Τιμ. 4,1)!
(«Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία καί Παράδοση», Πρόγραμμα
Μελέτης καί Ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου
Τριπόλεως. Ὑπεύθυνος π. Σωτήριος Ὀ. Ἀθανασούλιας. Περίοδος Γ΄, ἔτος 2025-2026).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου