Διάγραμμα
– Περίληψη Θέματος ΙΕ' τοῦ Προγράμματος Μελέτης
καί Ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς «Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία καί Παράδοση», περιόδου Γ', ἔτους 2025-2026.
(Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα 8ης/3/2026)
Κείμενο: «1,10 Κατ’ ἀρχάς σύ, Κύριε, τήν γῆν ἐθεμελίωσας, καί ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί· 11 αὐτοί ἀπολοῦνται, σύ δέ διαμένεις· καί πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται, 12 καί ὡσεί περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτούς, καί ἀλλαγήσονται· σύ δέ ὁ αὐτός εἶ, καί τά ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσι. 13 Πρός τίνα δέ τῶν ἀγγέλων εἴρηκέ ποτε· Κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τούς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου; 14 Οὐχί πάντες εἰσί λειτουργικά πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διά τούς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν; 2,2 Εἰ γάρ ὁ δι’ ἀγγέλων λαληθείς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καί πᾶσα παράβασις καί παρακοή ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν, 3 πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; ἥτις ἀρχήν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διά τοῦ Κυρίου, ὑπό τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη;» (Ἑβρ. 1,10 - 2,3).
Ἀπόδοση: «1,10 Σύ Κύριε στήν ἀρχή θεμελίωσες τή γῆ καί
ἔργα τῶν χειρῶν σου εἶναι οἱ οὐρανοί. 11 Αὐτοί θά καταστραφοῦν, ἀλλά σύ παραμένεις·
ὅλοι θά παλαιώσουν σάν ἔνδυμα, 12 σάν μανδύα θά τούς τυλίξεις καί θά ἀλλαγοῦν.
Σύ ὅμως εἶσαι ὁ ἴδιος καί τά ἔτη σου ποτέ δέν θά τελειώσουν. 13 Σέ ποιόν ἀπό
τούς Ἀγγέλους εἶπε ποτέ ὁ Θεός· Κάθησε στά δεξιά μου, μέχρι νά κάνω τούς
ἐχθρούς σου ὑποπόδιο τῶν ποδιῶν σου; 14 Δέν εἶναι ὅλοι πνεύματα, πού ὑπηρετοῦν
καί ἀποστέλλονται σέ ἀποστολές χάριν ἐκείνων, πού μέλλουν νά κληρονομήσουν
σωτηρία; 2,1 Γι’ αὐτό πρέπει ἐμεῖς νά προσέχουμε περισσότερο σέ ὅσα ἀκούσαμε,
μή τυχόν ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό αὐτά. 2 Γιατί ἄν ὁ λόγος, πού κηρύχθηκε μέσῳ
Ἀγγέλων, εἶχε κῦρος καί κάθε παράβαση καί παρακοή ἔλαβε δίκαιη ἀνταπόδοση, 3
πῶς θά ξεφύγουμε ἐμεῖς, ἄν ἀμελήσουμε γιά μιά τόσο μεγάλη σωτηρία; Ἡ ὁποία ἄρχισε
νά κηρύττεται ἀπό τόν Κύριο καί ἔπειτα μᾶς βεβαιώθηκε ἀπό ἐκείνους πού τήν
ἄκουσαν;».
Εἰσαγωγικά: Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα τῆς Β' Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν
(ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ), προερχόμενο ἀπό τήν Πρός Ἑβραίους ἐπιστολή. Περιεχόμενό του εἶναι τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ·
τό Ἀνάγνωσμα ὁμιλεῖ περί τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, σέ τρεῖς
διαστάσεις: α) ὁ Χριστός ὡς Δημιουργός καί ἡ σχέση του μέ τόν ὁρατό κόσμο, β) ἡ
σχέση Του μέ τούς Ἀγγέλους (τόν ἀόρατο κόσμο) ἤ μᾶλλον ἡ ὑπεροχή τοῦ Χριστοῦ
ἔναντι τῶν Ἀγγέλων καί γ) τό κύρος τοῦ λόγου, τοῦ κηρύγματος καί τῶν ἐντολῶν
τοῦ Χριστοῦ. Στό κλίμα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς προβάλλεται τό
πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὡς κέντρο τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν καί ὡς στόχος τῆς μακρᾶς
αὐτῆς περιόδου, πού ἀπολήγει στό Πάσχα, στήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ἐπίσης,
προβάλλεται τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, λόγῳ τῆς ἀμφισβήτησής του ἀπό τίς
παντοειδεῖς αἱρέσεις, τή νίκη ἐναντίον τῶν ὁποίων ἑόρτασε ἡ Ἐκκλησία τήν
παρελθοῦσα Κυριακή (τῆς Ὀρθοδοξίας), καί, εἰδικότερα, ἐναντίον τῶν αἱρέσεων τοῦ
14ου μ.Χ. αἰ., στήν ὁποία πρωτοστάτησε ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς
Ὁ Χριστός καί ὁ ὁρατός κόσμος: Ἡ σχέση Θεοῦ καί
κόσμου εἶναι ἀλήθεια τῆς πίστεως (ἀποκεκαλυμένη ἀλήθεια). Ἡ σχέση αὐτή δέν
εἶναι διαπιστώσιμη ἀπό τόν ἄνθρωπο: οὔτε ἡ ἐπιστήμη, οὔτε ἡ φιλοσοφία, οὔτε
ὁποιαδήποτε ἀνθρώπινη ἐνέργεια μποροῦν νά διαπιστώσουν κάποια σχέση τοῦ κόσμου
μέ τόν Θεό. Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἰσχύει καί γιά τήν ἀρχή ἤ γιά τό τέλος τοῦ κόσμου.
Ὅσα λέγονται γιά τήν ἀρχή τοῦ κόσμου εἶναι μόνο ὑποθέσεις («θεωρίες», κατά τήν
ἐπιστημονική ὁρολογία) καί παραμένουν ὑποθέσεις («θεωρίες»), ἀφοῦ, μέχρι τώρα
τουλάχιστον, δέν ἔχουν ἀποδειχθεῖ πειραματικά, δηλ. δέν ἔχει ἀναπαραχθεῖ στό
ἐργαστήριο ἕνας παρόμοιος κόσμος. Σύμφωνα μέ τίς θεωρίες αὐτές, ὁ κόσμος εἴτε
εἶναι αἰώνιος, χωρίς ἀρχή καί τέλος, εἴτε προέκυψε τυχαῖα, κάτω ἀπό κάποιες
εἰδικές συνθῆκες. Στήν αἰωνιότητα τοῦ κόσμου πίστευε ὁ ἀρχαῖος Ἑλληνισμός καί ἡ
ἀντίληψη αὐτή κυριαρχοῦσε κατά τήν ἐμφάνιση τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἡ βιβλική
ἀντίληψη, ὅτι ὁ κόσμος εἶναι κτιστός (δημιούργημα), ὅτι δημιουργήθηκε ἐκ τοῦ
μηδενός («ἐξ οὐκ ὄντων») καί ὅτι εἶναι προϊόν ὄχι τῆς Οὐσίας, ἀλλά τῆς
Βουλήσεως ἤ Ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, ἀνέτρεπε ἐκ βάθρων ὁλόκληρη τήν ἑλληνική καί
τήν τότε κρατοῦσα κοσμοθεωρία. Μέχρι σήμερα θεωρεῖται γιά τούς πολλούς
ἀπαράδεκτη, ὡς ἀσυμβίβαστη μέ τή φιλοσοφική ἀρχή ὅτι «τίποτε δέν προέρχεται ἀπό
τό μηδέν». Κατά τό παρόν Ἀνάγνωσμα, ὁ Χριστός (ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ) εἶναι ὁ
πραγματικός Δημιουργός τοῦ κόσμου, ὁ «αὐτουργός» τῆς δημιουργίας. Ὁ Θεός Πατήρ
δέν δημιουργεῖ, ἀλλά μόνο «εὐδοκεῖ» (ἀποφασίζει), ὁ δέ Υἱός πραγματοποιεῖ τήν
«εὐδοκία» τοῦ Πατρός («αὐτουργεῖ») καί τό Ἅγιο Πνεῦμα «συνεργεῖ» στή
δημιουργία: «Πάντα δι’ αὐτοῦ (τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ) ἐγένετο, καί χωρίς αὐτοῦ
ἐγένετο οὐδέ ἕν ὅ γέγονεν» (Ἰω. 1,3), «Ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καί ὁ κόσμος
αὐτόν οὐκ ἔγνω» (Ἰω. 1,10), «Δι’ οὗ τά πάντα ἐγένετο» (Σύμβολο Πίστεως). Ὁ
Χριστός εἶναι ἠ Ἀρχή καί τό Τέλος τοῦ κόσμου, τό Α καί τό Ω (Ἀπόκ. 22, 13).
Εἶναι τό αἰώνιο καί ἀμετάβλητο σέ σχέση μέ τόν κόσμο, εἶναι τό «ἀεί ὡσαύτως
ἔχον», πού ἀναζητοῦσε ἡ ἑλληνική φιλοσοφία ἤ ἡ «οὐσία» τοῦ κόσμου. Ἡ «οὐσία»
αὐτή δέν βρίσκεται ἐντός τοῦ κόσμου, ἀλλά ἐκτός του: «οὐσία» τοῦ κόσμου εἶναι ὁ
Χριστός (ἀκριβέστερα ἡ ἄκτιστη θεία Ἐνέργεια, ἡ ὁποία δημιουργεῖ καί συντηρεῖ
τόν κόσμο). Ὁ κόσμος, ὡς πρός τήν παροῦσα μορφή του τουλάχιστον, πορεύεται πρός
τό τέλος του. Δέν θά καταργηθεῖ ἐντελῶς, ἀλλά θά ἀλλάξει ριζικά: θά γίνει
«καινός οὐρανός καί καινή γῆ» (Ἀποκ. 21,1). «Παράγει τό σχῆμα τοῦ κόσμου
τούτου» (Α' Κορ. 7,31). «Ἰδού καινά ποιῶ πάντα» (Ἀποκ. 21,5)!
Ὁ Χριστός καί ὁ ἀόρατος κόσμος: Ὑπάρχει, ὅμως, καί ὁ
ἀόρατος κόσμος, τῶν Ἀγγέλων, τῶν δαιμόνων καί τῶν ἀνθρώπινων ψυχῶν. Ὁ κόσμος
αὐτός εἶναι, ἐπίσης, κτιστός. Οὔτε οἱ Ἄγγελοι, οὔτε οἱ ψυχές προϋπῆρχαν. Κάποτε
ἄρχισαν νά ὑπάρχουν. Οἱ ψυχές καί οἱ Ἄγγελοι εἶναι μέν ἀθάνατοι, ἀλλά «κατά
χάριν». «Κατά φύσιν» εἶναι θνητές ὀντότητες. Αὐτό σημαίνει ὅτι εἶναι πολύ πιό
κοντά στόν ὁρατό κόσμο ἀπ’ ὅτι στόν ἄκτιστο Θεό, ἀφοῦ μεταξύ κτιστοῦ καί
ἀκτίστου δέν ὑπάρχει καμία ὁμοιότητα, ἀλλά ὑπάρχει «ἄπειρη ποιοτική διαφορά».
«Αὐτός τῶν Ἀγγέλων ἐστί Ποιητής καί Δημιουργός, ἐκ τοῦ μή ὄντος εἰς τό εἶναι
παραγαγών αὐτούς ... Ἄγγελος ἐστίν οὐσία νοερά, ἀεικίνητος, αὐτεξούσιος, ἀσώματος,
Θεῷ λειτουργοῦσα, κατά χάριν ἐν τῇ φύσει τό ἀθάνατον εἰληφυῖα, ἧς οὐσίας τό
εἶδος καί τόν ὅρον μόνος ὁ Κτίστης ἐπίσταται» (ἅγ. Ἰω. Δαμασκηνός). Ὡστόσο, ἡ
Παλαιά Διαθήκη κάνει λόγο καί γιά τόν Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελο, ὁ Ὁποῖος
ἀποκαλεῖται ἐπίσης «Κύριος», «Θεός», «Θεός τῶν πατέρων ἡμῶν», «Ὁ ὤν»
(«Γιαχβέ»), «Θεός ἰσχυρός», «Ἐξουσιαστής» κ.ἄ. καί ὁ Ὁποῖος, σέ συγκεκριμένο
χρόνο, ἔγινε ἄνθρωπος καί ὡς «Παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν». Λόγῳ τοῦ κινδύνου τῆς
ταύτισης αὐτοῦ τοῦ Ἀγγέλου μέ τούς κτιστούς Ἀγγέλους, ἐπιχειρηματολογεῖ ὁ ἱερός
συγγραφέας γιά τήν ὑπεροχή Του ἔναντι τῶν κτιστῶν Ἀγγέλων. Ὁ Ἄγγελος αὐτός, ὁ
Μεγάλης Βουλῆς, ὁ Ὁποῖος εἶναι, βέβαια, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἵσταται «ἐκ
δεξιῶν» τοῦ Πατρός, ὡς Ἐξουσιαστής, οἱ δέ κτιστοί Ἄγγελοι εἶναι «λειτουργικά
(ὑπηρετικά) πνεύματα», πού διακονοῦν τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Ἄγγελος αὐτός
μοιάζει μέ τούς κτιστούς Ἀγγέλους μόνο στό ὄνομα, τό ὁποῖο προέρχεται ἀπό τίς
Ἐνέργειές Του: ἀποκαλεῖται «Ἄγγελος», ἐπειδή ἀκριβῶς ἐξαγγέλει, φανερώνει,
ἀποκαλύπτει κ.λπ. τή «βουλή» ἤ βούληση τοῦ Θεοῦ Πατρός.
Ὁ Χριστός καί ὁ λόγος Του: Στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος ἀπεκάλυπτε τή «βουλή» (ἤ τά «προστάγματα» καί «δικαιώματα») τοῦ Θεοῦ στούς τότε Ἁγίους (στούς Προφῆτες), καί μέσω τῶν Προφητῶν στόν Λαό. Τό ἴδιο ἔκανε καί μέσω τῶν κτιστῶν Ἀγγέλων Του. Ὅταν ἔγινε ἄνθρωπος, ἀπεκάλυπτε πλέον ὁ Ἴδιος, τά «προστάγματα» καί «δικαιώματα» τοῦ Θεοῦ, δηλ. ὅσα εἶχε ἤδη ἀποκαλύψει ἤ καί ἀκόμη περισσότερα. Ὅσα ἀπεκάλυπτε πρίν, μέσω τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἀγγέλων Του ἦταν ἐγκυρώτατα, ἀφοῦ εἶχαν θεία προέλευση. Ὅσα ἀποκάλυπτε ὁ Ἴδιος στήν Ἐνανθρώπησή Του καί διά τοῦ στόματός Του εἶναι ἀκόμη πιό ἔγκυρα ἤ μᾶλλον ἄξια μεγαλύτερης προσοχῆς. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ζωηφόρος: ἐμπεριέχει ζωή καί μεταδίδει ζωή. Ἡ ἐφαρμογή του ἐξασφαλίζει τήν αἰώνια καί ἀληθινή ζωή, ἡ δέ παράβασή του ἐπιφέρει τόν θάνατο. Τήν ἀλήθεια αὐτή ὁ ἱερός συγγραφέας τήν διατυπώνει μέ νομικούς ὅρους. Μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ ἰσχύει ὅ,τι περίπου ἰσχύει μέ τόν ἀνθρώπινο νόμο: ὁ παραβάτης του τιμωρεῖται. Κατά παρόμοιο τρόπο, οἱ Πατέρες ὁμιλοῦν περί «πνευματικοῦ νόμου», ὁ ὁποῖος ὄντως ὑπάρχει καί ἰσχύει. Δέν ταυτίζεται, ὅμως, ἀπόλυτα μέ τόν ἀνθρώπινο νόμο, ὁ ὁποῖος ἀγνοεῖ σχεδόν τή μετάνοια, τή συγχώρηση κ.ἄ. Διά τοῦ «πνευματικοῦ νόμου» ἐκφράζεται ἡ «δικαιοσύνη» τοῦ Θεοῦ. Ὡστόσο, ἡ οὐσία του ἔγκειται στό ὅτι ὁ Θεός, διά τῶν «ἐνταλμάτων» καί τῶν «προσταγμάτων» Του, ὐποδεικνύει σ’ ἐμᾶς «ὁδούς σωτηρίας», δηλ. μᾶς ἀποκαλύπτει τρόπους καί μεθόδους γιά νά σωθοῦμε. Ὁ σκοπός τους εἶναι θεραπευτικός καί σωτηριολογικός. Ὅταν κάποιος τά ἀκολουθεῖ σώζεται, ὅταν τά ἀθετεῖ αὐτοτιμωρεῖται. Οὐσιαστικά, ὁ Θεός δέν τιμωρεῖ κανέναν, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος αὐτοτιμωρεῖται καί αὐτοκαταστρέφεται: ὁ ἁμαρτάνων γίνεται «αὐτοκατάκριτος» (Τίτ. 3,11)!
(«Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία καί Παράδοση», Πρόγραμμα
Μελέτης καί Ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου
Τριπόλεως. Ὑπεύθυνος π. Σωτήριος Ὀ. Ἀθανασούλιας. Περίοδος Γ΄, ἔτος 2025-2026).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου