Διάγραμμα
– Περίληψη Θέματος ΙΣΤ' τοῦ Προγράμματος Μελέτης
καί Ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς «Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία καί Παράδοση», περιόδου Γ', ἔτους 2025-2026.
(Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα 15ης/3/2026)
Κείμενο: «Ἀδελφοί, 4,14 ἔχοντες οὖν ἀρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τούς οὐρανούς, Ἰησοῦν τόν υἱόν τοῦ Θεοῦ, κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας. 15 Οὐ γάρ ἔχομεν ἀρχιερέα μή δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, πεπειραμένον δέ κατά πάντα καθ’ ὁμοιότητα χωρίς ἁμαρτίας. 16 Προσερχώμεθα οὖν μετά παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καί χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν. 5,1 Πᾶς γάρ ἀρχιερεύς ἐξ ἀνθρώπων λαμβανόμενος ὑπέρ ἀνθρώπων καθίσταται τά πρός τόν Θεόν, ἵνα προσφέρῃ δῶρά τε καί θυσίας ὑπέρ ἁμαρτιῶν, 2 μετριοπαθεῖν δυνάμενος τοῖς ἀγνοοῦσι καί πλανωμένοις, ἐπεί καί αὐτός περίκειται ἀσθένειαν· 3 καί διά ταύτην ὀφείλει, καθώς περί τοῦ λαοῦ, οὕτω καί περί ἑαυτοῦ προσφέρειν ὑπέρ ἁμαρτιῶν. 4 Καί οὐχ ἑαυτῷ τις λαμβάνει τήν τιμήν, ἀλλά καλούμενος ὑπό τοῦ Θεοῦ, καθάπερ καί Ἀαρών. 5 Οὕτω καί ὁ Χριστός οὐχ ἑαυτόν ἐδόξασε γενηθῆναι ἀρχιερέα, ἀλλ’ ὁ λαλήσας πρός αὐτόν· Υἱός μου εἶ σύ, ἐγώ σήμερον γεγέννηκά σε· 6 καθώς καί ἐν ἑτέρῳ λέγει· Σύ ἱερεύς εἰς τόν αἰῶνα κατά τήν τάξιν Μελχισεδέκ» (Ἑβρ. 4,14 - 5,6).
Ἀπόδοση: «Ἀδελφοί μου, 4,14 ἀφοῦ ἔχουμε τόσο μεγάλον
Ἀρχιερέα, ὁ Ὁποῖος εἶναι πάνω ἀπό τούς οὐρανούς, τόν Ἰησοῦ, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ,
ἄς κρατᾶμε σταθερά τήν πίστη πού ὁμολογοῦμε. 15 Γιατί δέν ἔχουμε Ἀρχιερέα, πού
δέν μπορεῖ νά μᾶς συμπαθήσει στίς ἀδυναμίες μας, ἀλλά ἔχουμε Κάποιον, πού ἔχει
περάσει ὅλες τίς δοκιμασίες, ἀφοῦ εἶναι ὅμοιος μέ ἐμᾶς, ἀλλά χωρίς τήν ἁμαρτία.
16 Ἄς προσερχόμεθα, λοιπόν, μέ πεποίθηση μπροστά στόν θρόνο τῆς Χάρης Του, γιά
νά λάβουμε ἔλεος καί νά βροῦμε χάρη, ὅταν θά ἔχουμε ἀνάγκη γιά βοήθεια. 5,1
Κάθε Ἀρχιερέας λαμβάνεται ἀπό τούς ἀνθρώπους καί γιά χάρη τῶν ἀνθρώπων
ἐγκαθίσταται νά ὑπηρετεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, προσφέροντας δῶρα καί θυσίες γιά τίς
ἁμαρτίες τους. 2 Μπορεῖ νά εἶναι συγκαταβατικός σέ ἐκείνους πού βρίσκονται σέ
ἄγνοια καί πλάνη, γιατί κι αὐτός περιβάλλεται ἀπό ἀδυναμία, 3 λόγῳ τῆς ὁποίας
εἶναι ὑποχρεωμένος νά προσφέρει θυσίες γιά τήν ἄφεση καί τῶν δικῶν του
ἁμαρτιῶν, ὅπως κάνει καί γιά τόν λαό. 4 Κανείς δέν παίρνει μόνος του τήν τιμή
αὐτή τῆς Ἀρχιερωσύνης, ἀλλά μόνο ὅταν καλεῖται ἀπό τόν Θεό, ὅπως ἀκριβῶς καί ὁ
Ἀαρών. 5 Ἔτσι καί ὁ Χριστός, δέν ἔλαβε μόνος Του γιά τόν Ἑαυτό Του τή δόξα νά
γίνει Ἀρχιερέας, ἀλλά ἔγινε Ἀρχιερέας ἀπό Ἐκεῖνον πού τοῦ εἶπε· Σύ εἶσαι Υἱός
μου, ἐγώ σήμερα σέ ἐγέννησα, 6 ὅπως καί σέ ἄλλο μέρος λέει· Σύ εἶσαι αἰώνιος
Ἱερέας, σύμφωνα μέ τήν τάξη τοῦ Μελχισεδέκ».
Εἰσαγωγικά: Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα τῆς Γ' Κυριακῆς τῶν
Νηστειῶν (Σταυροπροσκυνήσεως), προερχόμενο ἐπίσης ἀπό τήν Πρός Ἑβραίους ἐπιστολή.
Περιεχόμενό του εἶναι τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί, εἰδικότερα, ἡ Ἀρχιερωσύνη τοῦ
Χριστοῦ. Στό θέμα αὐτό ἀναφέρεται ἐκτενῶς ἡ Πρός Ἑβραίους ἐπιστολή. Σύμφωνα μέ
τή δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἐνυπάρχουν
τρία ἀξιώματα: α) τό Βασιλικό (ὁ Χριστός εἶναι, ὁ Παντοκράτωρ, ὁ αἰώνιος
Βασιλεύς οὐρανοῦ καί γῆς, ὁ «Κύριος τῶν κυριευόντων καί Βασιλεύς τῶν
βασιλευόντων»), β) τό Προφητικό (ὁ Χριστός εἶναι ὁ αἰώνιος Διδάσκαλος τῆς
ἀληθείας, ἤ μᾶλλον εἶναι αὐτή ἡ ἴδια ἡ Ἀλήθεια) καί γ) τό Ἀρχιερατικό (ὁ
Χριστός εἶναι ὁ αἰώνιος Ἀρχιερέας, ὁ Ὁποῖος προσέφερε τόν Ἑαυτό Του θυσία, «μιά
γιά πάντα», «ἐφάπαξ», «ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καί σωτηρίας»). Τήν Κυριακή τῆς
Σταυροπροσκυνήσεως προβάλλεται γιά προσκύνηση ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι
τό κατ’ ἐξοχήν «σημεῖο» τῆς Θυσίας Του, ἀλλά καί τό κατ’ ἐξοχήν «σημεῖο» τῆς
σωτηρίας μας. Ἡ Θυσία τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό «ἀντικείμενο» ἤ τό «ἔργο» τῆς
Ἀρχιερωσύνης Του, γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία ἐπέλεξε γιά τήν ἡμέρα αὐτή ἀποστολικό
Ἀνάγνωσμα, ἀναφερόμενο στήν Ἀρχιερωσύνη τοῦ Χριστοῦ.
Τί εἶναι ὁ Χριστός: Στό ἐρώτημα, Τί εἶναι ὁ Χριστός, ἡ Ἐκκλησία ἀπαντᾶ
μέ τό στόμα τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ὅτι εἶναι «ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ.
16,16). Ὁ Χριστός εἶναι κατ’ ἀρχήν ἱστορικό πρόσωπο, πού ἔζησε ἀνάμεσά μας καί
σταυρώθηκε «ἐπί Ποντίου Πιλάτου». Ὅσοι τόν γνώριζαν ἐξωτερικά, τόν ἔβλεπαν σάν
κοινό ἄνθρωπο, ἴσως σάν σόφο ἤ σάν φωτισμένο ἤ σάν Ἅγιο ἤ σάν Προφήτη, ὅπως
ἀκριβῶς ἰσχύει καί σήμερα γιά ὅσους προσεγγίζουν τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ
ἐπιφανειακά. Αὐτό συνέβαινε, ἐπειδή ὁ Κύριος δέν ἀπεκάλυπτε ἀμέσως ποιός
ἀκριβῶς ἦταν. Εἰδικότερα, δέν ἀπεκάλυπτε τήν Δόξα Του ἤ τήν Θεότητά Του, ἡ
ὁποία «ἐκρύπτετο ὑπό τήν ἀνθρωπότητα». Ἀπεκάλυπτε, βέβαια, σταδιακά ποιός
πραγματικά ἦταν διά τοῦ λόγου Του (τοῦ κηρύγματος) καί διά τῶν ἔργων Του (τῶν
θαυμάτων), χωρίς, ὅμως, νά ἀποκαλύπτει (σέ ὅλους τουλάχιστον) καί τή Δόξα Του.
Ὅσοι πίστευαν στόν λόγο καί στό ἔργο Του, ἄρχιζαν νά ταυτίζουν τό ἱστορικό
πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ μέ τόν «Κύριο τῆς Δόξης» ἤ μέ τόν «Θεό τῶν Πατέρων ἡμῶν», πού
ἐμφανιζόταν στήν Παλαιά Διαθήκη. Ἡ ταύτιση αὐτή δέν ἦταν καί δέν εἶναι
ἀνθρώπινη ἀνακάλυψη, ἀλλά εἶναι θεία ἀποκάλυψη: «μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ,
ὅτι σάρξ καί αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ’ ὁ Πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς»
(Ματθ. 16,17). Ὅσοι ἀργότερα κατόρθωσαν νά δοῦν καί τή Δόξα Του, ὅπως οἱ
Μαθητές στή Μεταμόρφωση καί στήν Πεντηκοστή, διαπίστωσαν καί ἐμπειρικά ὅ,τι εἶχαν
ταυτίσει προηγουμένως διά πίστεως, δηλ. ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ «Κύριος τῆς
Δόξης». Τήν ἐμπειρική αὐτή ἀλήθεια ἡ δογματική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας τήν
διατύπωσε μέ τήν ἔκφραση ὅτι ὁ Χριστός εἶναι «δύο τέλειες φύσεις ἤ οὐσίες»,
θεία καί ἀνθρώπινη, καί «ἕνα πρόσωπο ἤ μία ὑπόσταση», τό πρόσωπο ἤ ἡ ὑπόσταση
τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ἤ διαφορετικά, ὁ Χριστός εἶναι «τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος,
ὁ αὐτός». Ὁ ὅρος «ὁ αὐτός» εἶναι ἀπαραίτητος στό σημεῖο αὐτό, γιατί σημαίνει τό
ἕνα πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου· διαφορετικά ἡ ἔκφραση παραπέμπει σαφῶς στόν Νεστοριανισμό.
Οἱ δύο φύσεις ἑνώθηκαν στό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου «ἀτρέπτως», «ἀναλλοιώτως», «ἀχωρίστως»
καί «ἀδιαιρέτως». Ἡ ἔκφραση «τέλειος ἄνθρωπος» δέν ἔχει ἐδώ ἠθική σημασία, δηλ.
δέν δηλώνει τήν ἀναμαρτησία τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά τήν πληρότητα τήν ἀνθρώπινης
φύσης Του: ὁ Χριστός προσέλαβε ὁλόκληρη τήν ἀνθρώπινη φύση, ὅλα τά ἀνθρώπινα
στοιχεῖα, ἐκτός ἀπό τήν ἁμαρτία, γιατί ἡ ἁμαρτία δέν εἶναι μέρος τῆς ἀνθρώπινης
φύσης, ἀλλά κατάσταση πού εἰσέβαλε σ’ αὐτήν ἐξωτερικά καί μετέπειτα (εἶναι
στοιχεῖο «συμβεβηκός», «ἐπεισελθόν» καί «ἐπισυμβάν» στήν ἀνθρώπινη φύση). Τό
γεγονός ὅτι ὁ Χριστός ἔγινε «κατά πάντα» ὅμοιος μέ ἐμᾶς, σημαίνει ὅτι εἶναι ὁ
πρεσβύτερος Ἀδελφός μας («πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς», Ρωμ. 8,21) καί ὅτι
μπορεῖ μᾶς καταλαβαίνει ἀπόλυτα («δυνάμενος συμπαθῆσαι»), γιατί ὑπέστη ὅλα τά
ἀνθρώπινα προβλήματα, ἀκόμη καί τόν θάνατο, τόν φρικτό διά τοῦ Σταυροῦ θάνατο!
Ἡ αἰτία τῆς
Ἐνανθρωπήσεως:
Γιατί, ὅμως, ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος; Τό Σύμβολο τῆς Πίστεως ἀπαντᾶ· «δι’ ἡμᾶς
τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν». Ὅμως, ἡ σωτηρία δέν μποροῦσε νά
ἐπιτευχθεῖ οὔτε μέ τήν ὀρθή διδασκαλία περί Θεοῦ, οὔτε μέ τή γνώση τοῦ
θελήματός Του, οὔτε καί μέ τήν προσαρμογή μας στό θέλημά Του. Ἔπρεπε νά
καταλυθεῖ ἡ ἐξουσία τοῦ διαβόλου καί νά καταργηθεῖ ὁ «ἔσχατος ἐχθρός» τοῦ ἀνθρώπου,
ὁ θάνατος. Αὐτά ἔγιναν μόνο μέ τό Πάθος (τή Σταύρωση) καί τήν Ἀνάσταση τοῦ
Χριστοῦ. Ὄντως, στήν Παλαιά Διαθήκη ἀκόμη καί ὅσοι εἶχαν δεῖ τόν Θεό, ὅσοι
εἶχαν γνήσιες θεοπτικές ἐμπειρίες, παρέμεναν αἰχμάλωτοι τοῦ Διαβόλου μέχρι τήν
Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ἡ Θυσία τοῦ Χριστοῦ (τό Πάθος, ἡ Σταύρωση καί ὁ Θάνατος)
τόν καθιστᾶ Ἀρχιερέα Μέγα τῆς σωτηρίας μας. Ἐπίσης, ἀπό τή Θυσία Του πήγασε
ἄφεση ἁμαρτιῶν, πού εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση τῆς σωτηρίας. Στήν Π. Διαθήκη ἡ
Ἀρχιερωσύνη ἦταν συνδεδεμένη μέ τίς θυσίες καί οἱ θυσίες γίνονταν γιά τήν ἄφεση
τῶν ἁμαρτιῶν καί γιά τήν «ἐξιλέωση» (συμφιλίωση μέ τόν Θεό), προεικονίζοντας τή
μία καί μοναδική Θυσία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός, ὡς Μέγας Ἀρχιερεύς, προσέφερε
τόν Ἑαυτό Του Θυσία, «ἐφ’ ἅπαξ» (μιά γιά πάντα), ὡς Θύτης, Θύμα καί Ἀποδέκτης
τῆς Θυσίας. Διαφέρει ἀπό τούς ἀνθρώπους ἀρχιερεῖς στό ὅτι ὁ Ἴδιος, ὡς
ἀναμάρτητος, προσέφερε τή Θυσία μόνο γιά τούς ἄλλους καί ὄχι γιά τόν Ἑαυτό Του,
μόνο γιά τόν Λαό. Οἱ ἀρχιερεῖς τῶν ἀνθρώπων, ἐπειδή εἶναι καί οἱ ἴδιοι
ἁμαρτωλοί («περίκεινται ἀσθένειαν»), προσφέρουν θυσίες πρῶτα γιά τόν ἑαυτό τους
καί ἔπειτα γιά τόν Λαό. Οἱ ἀρχιερεῖς τῆς Κ. Διαθήκης (Ἐκκλησίας), ἐπιτελώντας
τήν «ἀνάμνησιν» τῆς Θυσίας τοῦ Χριστοῦ, τή Θεία Εὐχαριστία, ἐνεργοποιοῦν κάθε
φορά τά ἀποτελέσματα τῆς Θυσίας Του, σέ ὅσους ἔχουν γίνει «φίλοι» καί «οἰκεῖοι»
τοῦ Χριστοῦ διά τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος. Ἡ Ἱερωσύνη εἶναι θεία κλήσις. Δέν εἶναι
ὑφαρπαγή τιμῆς. Ὁ Ἴδιος ὁ Θεός καλεῖ καί ὁ Ἴδιος ἐμφυτεύει τίς κλίσεις, σέ
ὅσους προορίζει γιά τή διακονία τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας τῶν συνανθρώπων
τους.
Ἡ δύναμη τοῦ Σταυροῦ: Στή Θυσία τοῦ Χριστοῦ κεντρική θέση ἔχει ὁ Σταυρός, τόν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία προβάλλει γιά προσκύνηση στό μέσο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ καθιστᾶ τό πρώην τιμωρητικό ὄργανο καί τό πρώην φονικό ὅπλο, τό ἰσχυρότερο ὅπλο κατά τοῦ Διαβόλου, τήν πρώην κατάρα, εὐλογία. Ἀπό τή Θυσία τοῦ Χριστοῦ ὁ Σταυρός ἔλαβε δύναμη καί Χάρη, ἔγινε «Θεοῦ δύναμις καί Θεοῦ σοφία». Γιά τούς ἀπίστους παραμένει «Ἰουδαῖοις μέν σκάνδαλον, Ἕλλησι δέ μωρία» (Α΄ Κορ. 1,23). Ὁ Σταυρός ἀντλεῖ τή δύναμή του ἀπό τό πρόσωπο καί, εἰδικότερα, ἀπό τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἔλαβε δύναμη, ἐπειδή ἀκολούθησε ἡ Ἀνάσταση: ὁ Σταυρός ὁδηγεῖ στήν Ἀνάσταση. Εἶναι πηγή ἀναστάσεως, χαρᾶς καί ζωῆς: «Ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ»! Ἀποκαλεῖται δέ «ζωηφόρος Σταυρός»! Ὡς μέγα γεγονός καί σημεῖο, προτυπώνεται στήν Π. Διαθήκη. Ἡ δύναμή του ἐκδηλώνεται ἀκόμη καί πρίν τή Σταύρωση τοῦ Κυρίου, ὅπως στή διαβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας (Ἐξ. 14,16), στήν ὕψωση τοῦ χάλκινου φιδιοῦ στήν ἔρημο (Ἀρ. 21, 8-9), στόν πόλεμο τῶν Ἰουδαίων μέ τούς Ἀμαλικῆτες (Ἐξ. 17, 8-13) κ.ἄ. Ἐνεργεῖ καί σώζει πρό τῆς Σταυρώσεως, στή Σταύρωση καί μετά τή Σταύρωση. Κανένας δέν σώζεται χωρίς τόν Σταυρό! Ἰδαίτερα μετά τή Σταυρώση ἐκδιώκει δαίμονες, θεραπεύει ἀσθένειες, παρέχει δύναμη ἐναντίον τῶν παθῶν καί τῆς ἁμαρτίας, τρέφει τίς ἀρετές, ἀποτρέπει κάθε κακό κ.ἄ. Κάθε πιστός καλεῖται νά ἀκολουθήσει τόν Χριστό διά τοῦ Σταυροῦ στήν Ἀνάσταση («συμπορευθῶμεν αὐτῷ καί συσταυρωθῶμεν») καί νά σηκώσει τόν προσωπικό του σταυρό. Προσωπικός σταυρός εἶναι, ὁ ἀγῶνας κατά τῆς ἁμαρτίας, τοῦ κακοῦ καί τοῦ Διαβόλου (ὁ «ἀόρατος πόλεμος»), ὁ κόπος γιά τήν καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν (κάθε ἀρετή εἶναι σταυρός!), ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὑπακοή στό θέλημά Του, ἡ ἄρνηση τοῦ δικοῦ μας θελήματος, κάθε πνευματικό ἔργο (νηστεία, προσευχή), οἱ καθημερινοί πειρασμοί, οἱ ἀκούσιες συμφορές τοῦ βίου, οἱ θλίψεις καί οἱ περιστάσεις, τά καθημερινά προβλήματα, ὁ ἀγῶνας γιά τήν ἐπιβίωση, ἡ ἀσθένεια καί ὁ θάνατος. Γιά τόν πιστό, ὁ προσωπικός σταυρός εἶναι ὁδός πρός τήν ἀνάσταση, πρός τήν ὁμοίωση καί τήν ἕνωση μέ τόν Θεό, πρός τήν ἀληθινή ζωή, πρός τήν αἰωνιότητα, πρός τή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
(«Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία καί Παράδοση», Πρόγραμμα
Μελέτης καί Ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου
Τριπόλεως. Ὑπεύθυνος π. Σωτήριος Ὀ. Ἀθανασούλιας. Περίοδος Γ΄, ἔτος 2025-2026).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου