Διάγραμμα – Περίληψη Θέματος Ε΄ τοῦ Προγράμματος Ὀρθόδοξης Κατήχησης «Ὀρθοδοξία Ἑλληνισμός Ρωμηοσύνη», περιόδου Γ΄, ἔτους 2025-2026.
Εἰσαγωγικά: Ἡ συνάντηση Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ διῆλθε πολλές φάσεις, θετικές καί ἀρνητικές (κυρίως ἀρνητικές) μέχρι νά καταλήξει στήν αὐθεντική της καί μόνιμη μορφή στό ἔργο τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ρίζες της βρίσκονται στόν ἑλληνιστικό Ἰουδαϊσμό τῶν Φίλωνα (20 π.Χ. - 45 μ.Χ.), Ἰωσήπου (37-100 μ.Χ.) κ.ἄ., οἱ δέ ἀπαρχές της στήν Καινή Διαθήκη, κυρίως στό ἔργο τῶν ἀποστόλου Παύλου καί εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη. Ἡ πρώτη ἀντίδραση τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἔναντι τοῦ Χριστιανισμοῦ ἦταν οἱ μεγάλοι Διωγμοί τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων. Τήν ἴδια περίπου ἐποχή οἱ τότε «σοφοί» τοῦ Ἑλληνισμοῦ διέβαλλαν τόν Χριστιανισμό μέ ἀνυπόστατες κατηγορίες, στίς ὁποῖες ἀπάντησαν οἱ Ἀπολογητές τοῦ β' μ.Χ. αἰ. Ἀπό τόν γ' μ.Χ. αἰ. ἀκμάζουν οἱ «Κατηχητικές Σχολές» τῆς Ἀλεξανδρείας καί τῆς Ἀντιοχείας. Παράλληλα καί στό ἑξῆς, ἀρχίζουν νά ἐμφανίζονται οἱ μεγάλοι αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦν τήν μή αὐθεντική συνάντηση Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ, τήν δέ αὐθεντική ἐκπροσωποῦν οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ μή αὐθεντική συνάντηση: Αἰτία ὅλων σχεδόν τῶν
χριστιανικῶν αἱρέσεων ἦταν ἡ ὑπερεκτίμηση τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, ἰδιαίτερα
τῆς ἀριστοτελικῆς, καί ἡ ὑποταγή τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως στίς κατηγορίες τῆς
φιλοσοφίας. Ἔτσι, κατά τούς Πατέρες, οἱ αἱρετικοί «θεολογοῦν ἀριστοτελικῶς»
(δηλ. μέ συλλογισμούς καί ὄχι ἐμπειρικά) ἤ «τεχνολογοῦν» καί δέν θεολογοῦν, καί
πλανῶνται ἐπειδή θεωροῦν ὅτι «ταὐτόν ἐστι οὐσία καί ὑπόστασις». Οἱ μεγάλες
αἱρέσεις καί οἱ ἐκπρόσωποί τους: Μοναρχιανισμός:
Σαββέλιος (π. 240), Παῦλος Ἀντιοχείας Σαμοσατεύς (π. 200-275). Ἀρειανισμός: Ἄρειος (265-336), Εὐνόμιος
Κυζίκου (320-390). Πνευματομαχία:
Μακεδόνιος Κων/πόλεως (†364). Πελαγιανισμός: Πελάγιος (†420). Ἀπολλιναρισμός: Ἀπολλινάριος Λαοδικείας
(310-390). Νεστοριανισμός: Νεστόριος
Κων/λεως (395-451), Διόδωρος Ταρσοῦ (330-392), Θεόδωρος Μοψουεστίας (350-428). Μονοφυσιτισμός: Εὐτυχής (π. 378-451),
Σεβῆρος Ἀντιοχείας (†538), Τιμόθεος Ἀλεξανδρείας ὁ Αἴλουρος (457-460), Πέτρος
Ἀντιοχείας ὁ Κναφεύς (465-466). Μονοθελητισμός
- Μονονεργητισμός: Σέργιος Κων/λεως (610-638), Πύρρος Κων/λεως (638-641,
645). «Κλασικισμός»: Ἰωάννης Ἰταλός
(1025-1090), Μιχαήλ Ψελλός (1018-1078). Σχολαστικισμός:
Ἡ φραγκολατινικές διδασκαλίες περί ἐκπορεύσεως (filioque), σωτηρίας, Χάριτος,
ἐλευθερίας, γνώσεως Θεοῦ κ.ἄ. Ἀντιησυχασμός:
Βαρλαάμ ὁ Καλαβρός (1290-1350), Γρηγόριος Ἀκίνδυνος (1310-1350), Νικηφόρος
Γρηγορᾶς (1295-1360).
Ἡ αὐθεντική συνάντηση: Οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας διατύπωσαν
τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως μέ ὅρους τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, χωρίς νά ἀλλοιώσουν
τό περιεχόμενό της. Μέ τά ἐπιχειρήματά τους κατατρόπωσαν τίς μεγάλες αἱρέσεις,
ἡ δέ διδασκαλία τους ἐπεκράτησε καί ἐπικυρώθηκε ἀπό Οἰκουμενικές Συνόδους. Σέ
πολλές περιπτώσεις ἀναγκάστηκαν νά ἐπεξεργαστοῦν γνωστούς φιλοσοφικούς ὅρους,
προάγοντας τό ἔργο τῶν κλασικῶν ἑλλήνων φιλοσόφων. Οἱ πιό γνωστοί Πατέρες -
σταθμοί τῆς συνάντησης Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ εἶναι: Ἀθανάσιος Ἀλεξανδρείας
ὁ Μέγας (295-373). Βασίλειος Καισαρείας ὁ Μέγας (330-378). Γρηγόριος Κων/λεως ὁ
Θεολόγος (328-390). Γρηγόριος Νύσσης (335-395). Ἰωάννης Κων/λεως ὁ Χρυσόστομος
(350-407). Κύριλλος Ἀλεξανδρείας (370-444). Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής (580-662).
Σωφρόνιος Ἱεροσολύμων (575-639). Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (680-755). Φώτιος
Κων/λεως ὁ Μέγας (820-896). Γρηγόριος Θεσ/νίκης ὁ Παλαμᾶς (1296-1359). Μᾶρκος
Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός (1392-1445).
Συνάντηση, σύμπτωση καί σύνθεση: Ἡ συνάντηση
Χριστιανισμοῦ καί Ἑλληνισμοῦ εἶναι γεγονός ἀδιαμφισβήτητο. Ποιός ἦταν ὅμως ὁ
χαρακτήρας της; Ὑπάρχει σύμπτωση μεταξύ τῶν δύο φαινομένων; Ὑπάρχουν κοινά
σημεῖα; Ὑπάρχουν διαφορές; Ὑπῆρξε κάποια σύνθεση μεταξύ Χριστιανισμοῦ καί
Ἑλληνισμοῦ; Γιά νά ἀπαντηθοῦν αὐτά τά ἐρωτήματα, πρέπει νά συγκριθοῦν οἱ
ἀντιλήψεις τῶν δύο κόσμων, Ἑλληνισμοῦ καί Χριστιανισμοῦ, στά σπουδαιότερα
θέματα, πού ἀπασχολοῦν κάθε ἄνθρωπο: α) στά περί Θεοῦ, β) στά περί κόσμου καί
γ) στά περί ἀνθρώπου.
Ἡ περί Θεοῦ ἀντίληψη: Εἶναι αὐτονόητο, ὅτι οἱ περί Θεοῦ
ἀντιλήψεις τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τοῦ Ἑλληνισμοῦ διαφέρουν ριζικά. Ὁ ἀρχέγονος
Ἑλληνισμός πίστευε σέ πολλούς «θεούς»: στό «δωδεκάθεο» καί σέ ἄλλους «θεούς»
(Διόνυσος, Πάνας), στούς ὁποίους στήν πορεία τοῦ χρόνου προσέθετε νέους ξένης
προέλευσης (Ἴσιδα, Κυβέλη, Μίθρας). Ὁ Χριστιανισμός, ἀντίθετα, διακηρύττει ἐξ
ἀρχῆς τήν αὐτοαποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ὅτι «Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου ... οὐκ
ἔσονταί σοι θεοί ἕτεροι πλήν ἐμοῦ. Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδέ παντός
ὁμοίωμα ... οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς, οὐδὲ μή λατρεύσεις αὐτοῖς» (Ἐξ. 20, 2-5),
καί ὅτι «Πάντες οἱ θεοί τῶν ἐθνῶν δαιμόνια» (Ψαλμ. 95,5)! Οἱ «θεοί» τοῦ
Ἑλληνισμοῦ ἐμφανίζονται γεμάτοι ἀνθρώπινα πάθη καί ἐλαττώματα, ὥστε νά ἰσχύει ἡ
ἀντίληψη τοῦ Ludwig Feuerbach (1804-1872) ὅτι ὁ ἄνθρωπος «δημιούργησε» (φαντάστηκε)
τόν Θεό «κατ’ εἰκόνα» καί «καθ’ ὁμοίωσιν» δική του, ἀλλά καί τοῦ ἁγίου
Χρυσοστόμου, ὅτι οἱ «ἕλληνες» (εἰδωλολάτρες) «τόν γάρ θυμόν Ἄρην ἐκάλεσαν, καί
τήν ἐπιθυμίαν Ἀφροδίτην, καί τήν μέθην Διόνυσον, καί τήν πλεονεξίαν Ἑρμῆν· καί
οὕτω τά πάθη θεοποιήσαντες, ἐνομοθέτησαν». Ἀκόμη καί στόν κλασικό Ἑλληνισμό, ἡ
περί Θεοῦ ἀντίληψη τοῦ Πλατωνισμοῦ, ὅτι ὀ Θεός εἶναι τό «ὕψιστο ὄν» ἤ τό
«ὔψιστο ἀγαθό», παραπέμπει σέ μιά ἀπρόσωπη ἰδέα περί Θεοῦ, σέ μιά θεωρητική
σύλληψη. Ὅμως, γιά τόν Χριστιανισμό, ὁ Θεός εἶναι Ζῶν καί προσωπικός, εἶναι
Ζωή. Εἶναι ζωντανό Πρόσωπο, πού ἐπικοινωνεῖ μέ τόν ἄνθρωπο, ἤ μᾶλλον εἶναι τρία
θεῖα Πρόσωπα: Πατήρ, Υἱός καί Ἅγιο Πνεῦμα. Ἡ περί Ἁγίας Τριάδος διδασκαλία
εἶναι ἄγνωστη στόν Πλάτωνα. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τόν Ἀριστοτέλη: Τό «πρῶτον
κινοῦν ἀκίνητον» τοῦ Ἀριστοτέλη, τό ὁποῖο εἶναι «καθαρά ἐνέργεια», δέν ἔχει
καμία σχέση μέ τόν ζωντανό Θεό τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ὁποῖος, α) δέν εἶναι ἀκίνητος,
ἀλλά κινεῖται καί β) δέν εἶναι μόνο Ἐνέργεια, ἀλλά εἶναι πρωτίστως Οὐσία.
Ἐπιπλέον, ὁ Παντοδύναμος Θεός τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι μέρος τοῦ κόσμου, ἀλλά
εἶναι ἐκτός τοῦ κόσμου καί ἀνεξάρτητος τοῦ κόσμου. Εἰδικότερα, «κατ’ Ἐνέργειαν»
εἶναι «πανταχοῦ παρών», ἀλλά «κατ’ Οὐσίαν» εἶναι «πανταχοῦ ἀπών»!
Ἡ περί κόσμου ἀντίληψη: Οἱ περί κόσμου ἀντιλήψεις, ἐπίσης, διαφέρουν
ριζικά. Γιά τόν Ἑλληνισμό, ὁ κόσμος εἶναι αἰώνιος καί ἀδημιούργητος, ὅπως ὁ
«θεός» ἤ οἱ «θεοί. Δέν ἔχει ἀρχή καί τέλος. Ἔχει προτεραιότητα ἔναντι τοῦ
«θεοῦ»: πρῶτα ὑπάρχει ὁ κόσμος καί ἔπειται ὁ «θεός» ἤ οἱ «θεοί», πού ἀποτελοῦν
μέρος του. Ἀποτελεῖ κλειστό σύστημα, πού ἐμπεριέχει τά πάντα (κάτι σάν κύκλος ἤ
σάν σφαίρα), καί διέπεται ἀπό αἰώνιους καί ἀκατάλυτους νόμους, στούς ὁποίους
ὑποτάσσονται τόσο οἱ ἄνθρωποι, ὅσο καί οἱ «θεοί». Στό σύνολό του εἶναι
τελειότητα καί ἁρμονία, χωρίς νά ἐπιδέχεται βελτιώσεις. Δέν τόν δημιούργησε
κάποιος «θεός» ἤ ἄνθρωπος. Ὅπου γίνεται λόγος γιά «δημιουργία», ὑπονοεῖται ἡ
διαμόρφωση τῶν ἐπιμέρους ὄντων, πού τόν ἀπαρτίζουν, ἀπό προϋπάρχουσα αἰώνια ὕλη
καί μέ βάση αἰώνια πρότυπα («ἰδέες»). Ἡ χριστιανική ἀντίληψη ὅτι ὁ κόσμος ἀποτελεῖ
δημιουργία τοῦ Θεοῦ, καί μάλιστα ἀπό τό μηδέν, ἀνατρέπει ἐκ βάθρων ὁλόκληρη τήν
ἑλληνική κοσμοθεωρία. Ὁ κόσμος, λοιπόν, δέν ὑπῆρχε πάντοτε. Κάποτε ἄρχισε νά
ὑπάρχει: δημιουργήθηκε «ἐν χρόνῳ». Ἔχει ἀρχή καί θά ἔχει τέλος (τουλάχιστον
στήν παροῦσα μορφή του). Προέρχεται ἀπό τό μηδέν, τό ὁποῖο τόν συνέχει καί τόν
περιβάλλει ἀπό παντοῦ. Αἰτία του εἶναι ἡ Βούληση τοῦ Θεοῦ, καί ὄχι ἡ Οὐσία Του,
πού σημαίνει ὅτι ὁ κόσμος εἶναι ἀποτέλεσμα ἐλευθερίας καί ἐπιλογῆς καί ἀποτελεῖ
οὐσιαστικά «ἐνδεχόμενο». Εἶναι ἀπόλυτα ἐξαρτώμενος ἀπό τόν Θεό: ἦλθε στήν ὕπαρξη
ἀπό τή δημιουργική Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά χρειάζονται ἐνδιάμεσα («αἰώνια
πρότυπα») γιά τή δημιουργία του, διατηρεῖται στήν ὕπαρξη ἀπό τήν προνοητική
Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ (θεία Πρόνοια), καί κυβερνᾶται ἀπό νόμους τούς ὁποίους ὁ Θεός
θέτει καί καταργεῖ ὅποτε θέλει.
Ἡ περί ἀνθρώπου ἀντίληψη: Ὁ ἄνθρωπος, γιά τόν ἀρχαῖο Ἑλληνισμό, ἀποτελεῖ ἁπλό ἐξάρτημα τοῦ κόσμου. Δέν ἔχει ἡγεμονική θέση ἐντός του καί ὁ κόσμος δέν ἔγινε γι’ αὐτόν, οὔτε ὑπάρχει γι’ αὐτόν. Εἶναι ὑποταγμένος στούς αἰώνιους νόμους, πού διέπουν τόν κόσμο καί, οὐσιαστικά, στερεῖται ἐλευθερίας. Προορισμός του εἶναι νά ὑποτάσσεται στή μοίρα, ζῶντας «κατά μόρον». Κάθε ἀπόπειρα νά τήν ὑπερβεῖ, νά ἐνεργήσει «ὑπέρ μόρον» καί νά ἐπιχειρήσει κάποιο ἄλμα πρός τήν ἐλευθερία, συνιστᾶ «ὕβριν», ἡ ὁποία ἐπιφέρει ἀναγκαστικά τήν «νέμεσιν», τήν τιμωρία καί τή συντριβή. Ἡ μόνη ἐνδεδειγμένη στάση του ἔναντι τοῦ κόσμου εἶναι ὁ θαυμασμός καί ἡ λατρεία (εἰδωλολατρία). Ἡ ἐπιστήμη ἔχει σκοπό νά κατανοήσει τόν κόσμο καί τούς νόμους του καί νά τά περιγράψει, ποτέ ὅμως νά βελτιώσει τόν κόσμο. Ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα. Ἡ ψυχή εἶναι αἰώνια καί ἀθάνατη. Δέν ἔχει τέλος, ἀλλά οὔτε ἀρχή. Ζοῦσε κάποτε σέ ἕναν ἰδεώδη κόσμο, στόν ὁποῖο εἶχε τέλεια γνώση καί ἀπό τόν ὁποῖο ἐξέπεσε καί ἐγκλωβίστηκε σέ ὑλικό σῶμα, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ «σῆμα» (τάφο) ἤ «δεσμωτήριον» (φυλακή) τῆς ψυχῆς. Τό σῶμα εἶναι τό κατώτερο καί κακό μέρος τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ λύτρωση ταυτίζεται μέ τήν ἀπαλλαγή ἀπό αὐτό καί μέ τήν ἐπιστροφή τῆς ψυχῆς στόν αἰώνιο κόσμο τῆς προέλευσής της. Κάποιες φορές ἐπανέρχεται μέ ἄλλο ἀνθρώπινο σῶμα καί πάλι ἐπιστρέφει στόν τόπο τῆς προέλευσής της (μετενσάρκωση). Γιά τόν Χριστιανισμό, ἀντίθετα, ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖ ἰδιαίτερη δημιουργία τοῦ Θεοῦ: ἔχει δημιουργηθεῖ «κατ’ εἰκόνα» καί «καθ’ ὁμοίωσιν» τοῦ Θεοῦ. Οὐσιαστικό στοιχεῖο τοῦ «κατ’ εἰκόνα» εἶναι τό «αὐτεξούσιον», ἡ ἐλευθερία: ὁ ἄνθρωπος ἔχει ὄντως ἐλεύθερη βούληση. Ἡ θέση του στόν κόσμο εἶναι ἡγενονική: εἶναι «βασιλεύς τῶν ἐπί γῆς, βασιλευόμενος ἄνωθεν». Ὁ ὁρατός τουλάχιστον κόσμος ἔγινε γιά τόν ἄνθρωπο, εἶναι ὁ εὐρύτερος «οἶκος» του καί ὁ ἀνθρωπος ἀποτελεῖ συμπερίληψη ὁλόκληρου τοῦ κόσμου: εἶναι «μικρός κόσμος». Ἀποτελεῖται ἀπό σῶμα καί ψυχή. Καί τά δύο μέρη του εἶναι δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ καί «καλά λίαν»: δέν ὑπάρχει «καλό» καί «κακό» μέρος τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε γιά νά μετέχει στή Δόξα τοῦ Θεοῦ, κατάσταση ἡ ὁποία στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση ἀποκαλεῖται «Παράδεισος». Ὅμως, ἐξέπεσε ἀπό τήν κατάσταση αὐτή, κάνοντας (κακή) χρήση τῆς ἐλευθερίας του. Ἡ αἰτία τῆς πτώσης δέν ἦταν στό σῶμα, ἀλλά στήν ψυχή. Εἰδικότερα, ὑπάρχει «μέρος τῆς ψυχῆς τό καθαρώτατον», τό ὁποῖο ἀποκαλεῖται «νοῦς» καί τό ὁποῖο ἀγνοεῖ ἡ ἀρχαία ἑλληνική παράδοση. Αὐτό τό «ὁπτικόν» μέρος ἦταν τό «πταῖσαν καί πρωτοπαθῆσαν» στήν τραγωδία τῆς πτώσεως καί τώρα βρίσκεται σέ κατάσταση ἀδράνειας, ὑπολειτουργίας ἤ βαρύτατης ἀσθενείας. Ὁ μεταπτωτικός ἄνθρωπος εἶναι ὑπό τήν ἐξουσία τοῦ διαβόλου καί τῆς ἁμαρτίας καί ὑπό τό κράτος τοῦ θανάτου. Γιά τή σωτηρία του ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος, «ἵνα διά τοῦ θανάτου καταργήσῃ τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ’ ἔστι τόν διάβολον» (Ἑβρ. 2,14). Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἄνοιξε τήν πύλη τοῦ Παραδείσου: οἱ ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό μποροῦν ἀπό αὐτή τή ζωή νά ἀπολαμβάνουν τή Δόξα Του, μετέχοντας στήν «πρώτη ἀνάσταση» (ἀνάσταση τῆς ψυχῆς). Ὅμως, ἀναμένεται καί «δεύτερη ἀνάσταση», ὅταν ὁ Χριστός θά ἔλθει καί πάλι μέ ὅλη τή Δόξα Του καί θά ἀναστήσει τά σώματα τῶν νεκρῶν, ἀποκαθιστώντας τόν ἄνθρωπο στήν ὁλότητά του. Τότε ὅλοι θά γνωρίσουν τή Δόξα Του, ἀλλά οἱ μέν δίκαιοι, ὡς «Ζωήν αἰώνιον», οἱ δέ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί ὡς «Κόλασιν αἰώνιον».
(«Ὀρθοδοξία Ἑλληνισμός Ρωμηοσύνη», Πρόγραμμα
Ὀρθόδοξης Κατήχησης, Τρίπολη, Πνευματικό Κέντρο Μητροπολιτικοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου
Βασιλείου Τριπόλεως, πλατεία Ἐθνάρχου Μακαρίου. Ὑπεύθυνος π. Σωτήριος Ὀ.
Ἀθανασούλιας. Περίοδος Γ΄, ἔτος 2025-2026).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου