Διάγραμμα
– Περίληψη Θέματος ΙΖ' τοῦ Προγράμματος Μελέτης
καί Ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς «Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία καί Παράδοση», περιόδου Γ', ἔτους 2025-2026.
(Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα 22ας/3/2026)
Κείμενο: «Ἀδελφοί, 6,13 τῷ Ἀβραάμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεί κατ’ οὐδενός εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ’ ἑαυτοῦ, 14 λέγων· ἦ μήν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καί πληθύνων πληθυνῶ σε· 15 καί οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας. 16 Ἄνθρωποι μέν γάρ κατά τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καί πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος· 17 ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεός ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τό ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ, 18 ἵνα διά δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυράν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος· 19 ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καί βεβαίαν καί εἰσερχομένην εἰς τό ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, 20 ὅπου πρόδρομος ὑπέρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατά τήν τάξιν Μελχισεδέκ ἀρχιερεύς γενόμενος εἰς τόν αἰῶνα» (Ἑβρ. 6, 13-20).
Ἀπόδοση: «Ἀδελφοί μου, 6,13 ὅταν ὁ Θεός ἔδωσε
ὑποσχέσεις στόν Ἀβραάμ, ὁρκίσθηκε στόν ἑαυτό Του, ἀφοῦ δέν εἶχε ἄλλον
μεγαλύτερο νά ὁρκισθεῖ, 14 καί τοῦ εἶπε· Ὄντως, θά σέ εὐλογήσω μέ κάθε εὐλογία
καί θά σοῦ χαρίσω πλῆθος ἀπογόνων! 15 Κι ὁ Ἀβραάμ, μέ τήν ὑπομονή του, εἶδε νά
τοῦ ἐκπληρώνονται οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ. 16 Οἱ ἄνθρωποι ὁρκίζονται σέ κάποιον
ἀνώτερό τους, καί ὁ ὅρκος τούς διώχνει κάθε ἀμφιβολία, ἐπιβεβαιώνοντας τά
ὑποσχόμενα. 17 Ἔτσι, ὅταν ὁ Θεός θέλησε νά δείξει πιό καθαρά στούς κληρονόμους
τῶν ὑποσχέσεών Του ὅτι ἡ ἀπόφασή Του ἦταν ἀμετάκλητη, τήν ἐγγυήθηκε μέ ὅρκο. 18
Γιά δύο, λοιπόν, ἀμετάβλητα πράγματα, γιά τά ὁποῖα εἶναι ἀδύνατο νά διαψευστεῖ
ὁ Θεός, ὀφείλουμε, ὅσοι καταφύγαμε σ’ Αὐτόν, νά μείνουμε σταθεροί σέ ὅσα
ἐλπίζουμε. 19 Καί τήν ἐλπίδα αὐτή τήν ἔχουμε σάν ἄγκυρα, πού μᾶς ἀσφαλίζει καί
μᾶς βεβαιώνει, ὁδηγώντας μας πίσω ἀπό τό καταπέτασμα (τοῦ οὐρανοῦ), 20 ἐκεῖ πού
μπῆκε πρίν ἀπό μᾶς καί γιά χάρη μας ὁ Ἰησοῦς, ὡς αἰώνιος ἀρχιερέας, ὅπως ὁ
Μελχισεδέκ».
Εἰσαγωγικά: Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα τῆς Δ' Κυριακῆς τῶν
Νηστειῶν (Ἰωάννου τῆς Κλίμακας), προερχόμενο ἐπίσης ἀπό τήν Πρός Ἑβραίους ἐπιστολή.
Μπορεῖ νά θεωρηθεῖ συνέχεια τοῦ Ἀναγνώσματος τῆς προηγούμενης Κυριακῆς. Θέμα
του εἶναι τό πρόσωπο, τό ἔργο καί ἡ Ἀρχιερωσύνη τοῦ Χριστοῦ, τά ἀποτελέσματα
τοῦ ἔργου Του σέ μᾶς καί ἡ στάση μας ἔναντι τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ ἔργου Του.
Προφανῶς, ὁ ἱερός συγγραφέας ἀπευθύνεται σέ πιστούς, πού κλονίζονται ἀπό
πειρασμούς. Ὁ Χριστός ὑποσχέθηκε τόν δοξασμό ὅσων τόν ἀκολουθοῦν, πού πηγάζει
ἀπό τή Θυσία Του, καί τή συμμετοχή τους στά αἰώνια ἀγαθά. Ὅμως, οἱ καταστάσεις
αὐτές δέν ἦταν παροῦσες, τουλάχιστον στούς περισσότερους, ἤ καθυστεροῦσαν νά
ἔρθουν. Ἄς σημειωθεῖ, ὅτι οἱ Χριστιανοί τῆς ἀποστολικῆς ἐποχῆς πίστευαν ὅτι ἡ
Δευτέρα καί ἐν Δόξῃ Παρουσία τοῦ Χριστοῦ θά συμβεῖ πολύ γρήγορα, πίστευαν ὅτι
θά γίνει στήν ἐποχή τους, ὅτι ὅλοι σχεδόν θά τήν ζήσουν. Ὁ Ἀπόστολος τονίζει
ὅτι, ὅσα ὑποσχέθηκε ὁ Χριστός, ὁπωσδήποτε θά δοθοῦν. Ὅ,τι ὑπόσχεται ὁ Θεός, τό
πραγματοποιεῖ, καί ὅπως ἐνεργοῦσε στήν Παλαιά Διαθήκη, ἔτσι ἐνεργεῖ πάντα. Γιά
παράδειγμα, ὑποσχέθηκε στόν Ἀβραάμ πλούσιες εὐλογίες καί πλῆθος ἀπογόνων,
ἐπιβεβαιώνοντας τίς ὑποσχέσεις μέ ὅρκο στόν ἴδιο τόν Ἑαυτό Του. Ὅμως, περνοῦσαν
τά χρόνια καί ὁ Ἀβραάμ παρέμενε ἄτεκνος. Ὡστόσο, ὅ,τι ὑποσχέθηκε ὁ Θεός
πραγματοποιήθηκε, ἔστω καί μετά ἀπό πολλά χρόνια. Οἱ προϋποθέσεις ἀπό τήν
πλευρά τοῦ Ἀβραάμ γιά τήν ἐκπλήρωση τῶν θείων ἐπαγγελιῶν ἦταν ἡ πίστη, ἡ ἐλπίδα
καί ἡ ὑπομονή (μακροθυμία): ὁ Ἀβραάμ εἶδε νά ἐκπληρώνονται ὅσα τοῦ ὑποσχέθηκε ὁ
Θεός, ἐπειδή α) πίστεψε ὅτι ὄντως θά ἐκπληρωθοῦν, β) διατήρησε ἀκλόνητη τήν
ἐλπίδα του καί γ) περίμενε, ἔδειξε ὑπομονή, μακροθύμησε. Τό ἀντίθετο συνέβη σέ
ἄλλη περίπτωση: ὁ Θεός ὐποσχέθηκε στούς Ἰουδαίους, πού ἀπελευθερώθηκαν ἀπό τήν
Αἴγυπτο, ὅτι θά τούς ὁδηγήσει στή Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Ἐκεῖνοι πίστεψαν στή θεία
ὑπόσχεση καί ἀκολούθησαν τόν Μωϋσῆ μέ ἀναπτερωμένες ἐλπίδες. Εἶδαν, μάλιστα, νά
ἀνοίγει ἐνώπιόν τους ἡ Ἐρυθρά Θάλασσα καί πέρασαν ἀπέναντι! Ὅμως, στήν ἔρημο,
ὅταν προέκυψαν μεγάλοι πειρασμοί, δυσπίστησαν, ἀπελπίστηκαν καί ἀγανάκτησαν.
Ὅσοι ἔπραξαν ἔτσι, ἔπεσαν ὅλοι νεκροί στήν ἔρημο καί κανένας τους δέν ἔφτασε
στή Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Ἡ ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ ἐκπληρώθηκε στούς ἀπογόνους τους καί
σέ ἐλάχιστους, πού διατήρησαν ἀκλόνητη τήν πίστη καί τήν ἐλπίδα καί, τελικά,
ἔφτασαν στόν προορισμό τους.
Τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ: Κάτι ἀντίστοιχο συμβαίνει καί μέ τό
ἔργο τοῦ Χριστοῦ, ἰδιαίτερα μέ τήν κορυφαία ἐκδήλωσή του, τή Θυσία, ὅπως προτυπώνεται
στόν Ναό καί στή λατρεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Στόν Ναό ἐκεῖνο, τό Καταπέτασμα,
βαρύ καί πολύτιμο ἀπό τήν ὀροφή μέχρι τό ἔδαφος, χώριζε τόν κυρίως χῶρο του, τά
«Ἅγια», ἀπό τό ἱερότερο μέρος, τά «Ἅγια τῶν Ἁγίων», τά ὁποῖα εἰκόνιζαν τόν
«οὐρανό», τόν «θρόνο», ἤ μᾶλλον τήν πραγματική παρουσία τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ ἔμπαινε
μόνο ὁ Ἀρχιερέας μία φορά τόν χρόνο, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε προσφέρει τήν
προβλεπόμενη θυσία. Ἡ κίνηση αὐτή προεικόνιζε, ὅτι κάποτε ὁ ἄνθρωπος θά
μπορέσει νά ἀνέβει στόν οὐρανό καί νά συμφιλιωθεῖ μέ τόν Θεό, μετά ἀπό μιά
μεγάλη Θυσία. Ὁ Χριστός, ἀφοῦ θυσιάστηκε στόν Σταυρό καί ἀφοῦ νίκησε τόν θάνατο
μέ τήν Ἀναστασή Του, δέν εἰσῆλθε στά αἰσθητά «Ἅγια τῶν Ἁγίων», ὡς Μέγας
Ἀρχιερέας, ἀλλά στά οὐράνια καί πραγματικά, στήν «ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός»
καθέδρα, διαπερνῶντας καί καταργῶντας τό ἀόρατο καταπέτασμα («μεσότοιχον»), πού
χώριζε τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό. Εἰσῆλθε δέ γιά χάρη μας καί ὡς «πρόδρομος»
δικός μας, γιά νά τον ἀκολουθήσουμε στήν ἴδια κατάσταση: «Ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ
Πατρός μου μοναί πολλαί εἰσιν ... Πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν· καί ἐάν
πορευθῶ καί ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον, πάλιν ἔρχομαι καί παραλήψομαι ὑμᾶς πρός
ἐμαυτόν, ἵνα ὅπου εἰμί ἐγώ, καί ὑμεῖς ἦτε» (Ἰω. 14, 2-3). Ὄντως, μέ τήν Ἀνάληψη
ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ ἀνέβηκε στόν οὐρανό καί «κάθεται» πλέον ἐκεῖ πού
ἦταν πάντοτε ἡ θεία φύση Του. Ἡ Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀπαρχή τοῦ δοξασμοῦ ὅσων
ἔχουν ἑνωθεῖ μαζί Του μέ τά Μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος καί τῆς Θείας Εὐχαριστίας
καί διατηροῦν τήν ἕνωση μαζί Του. Ὅμως, πρός τό παρόν, ἡ πρόσβαση στόν ἐν
Χριστῷ δοξασμό γίνεται διά πίστεως, ἐλπίδος καί ὑπομονῆς. Ὡστόσο, κάποιοι ἀπό
τήν παροῦσα ἤδη ζωή λαμβάνουν τόν «ἀρραβῶνα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν», δηλ.
μετέχουν στή Δόξα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ὄχι μόνιμα, καί αὐτοί εἶναι οἱ Προφῆτες τῆς
Παλαιᾶς Διαθήκης, οἱ Ἀπόστολοι τῆς Καινῆς καί οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας.
Οἱ πειρασμοί καί ἠ θεραπεία τους: Οἱ περισσότεροι, ὅμως, ἀπό τούς πιστούς, ὅσοι πιστεύουν, ἐλπίζουν καί ἀναμένουν μέ ὑπομονή τά «μέλλοντα ἀγαθά», κλονίζονται πολλές φορές ἀπό πειρασμούς. Τέτοιοι εἶναι, συνήθως, οἱ λογισμοί ὀλιγοπιστίας ἤ καί ἀπιστίας, ἀπελπισίας καί ἀμφιβολίας. Εἶναι, ἐπίσης, οἱ καταστάσεις τῆς ἀκηδίας, τῆς ἀδιαφορίας, τῆς ἀναισθησίας, τῆς σκληροκαρδίας κ.ἄ. Εἶναι ἡ νόσος τῆς ἁμαρτίας, πού μᾶς περιβάλλει ἀπό παντοῦ. Εἶναι, τέλος, οἱ ἀκούσιες συμφορές, οἱ θλίψεις καί οἱ περιστάσεις, τά κάθε εἴδους προβλήματα, ὁ ἀγῶνας γιά τήν ἐπιβίωση, ἡ ἀσθένεια καί ὁ θάνατος. Οἱ πειρασμοί προέρχονται συνήθως: α) ἀπό τόν ἁμαρτωλό ἑαυτό μας, δηλ. ἀπό τήν ἐμπαθῆ μας κατάσταση καί ἀπό τή ροπή πρός τήν ἁμαρτία, β) ἀπό τό περιβάλλον, δηλ. ἀπό τούς ἄλλους, ἀπ’ ὅ,τι συνήθως ἀποκαλεῖται «κόσμος» («κόσμος», εἶναι ἀκριβῶς τό φρόνημα τῆς ἁμαρτίας), γ) πρωτίστως καί κυρίως ἀπό τόν ἴδιο τόν διάβολο, πού ἐνεργεῖ «πολυμερῶς καί πολυτρόπως», διά τῆς ἁμαρτίας τῶν λογισμῶν, τῶν συνανθρώπων κ.ἄ., δ) ἀπό τήν ἄγνοιά μας σχετικά μέ τό πῶς ἐνεργεῖ ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος πολλές φορές «κρύπτεται» ἤ φαίνεται ὅτι μᾶς ἐγκαταλείπει, ἤ δέν ἀπαντᾶ στά αἰτήματά μας ἤ καθυστερεῖ ὑπερβολικά νά ἀνταποκριθεῖ ἤ δέν ἐπεμβαίνει γιά τήν προστασία μας ἀπό κινδύνους φυσικούς καί πνευματικούς. Ὡστόσο, ἡ «θεοεγκατάλειψη» εἶναι κατάσταση, πού ὑπέστη ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καί θά τήν ὑποστοῦν ὅλοι ὅσοι τόν ἀκολουθοῦν! Ἤδη ὁ Ψαλμωδός διαμαρτύρεται· «Ἐξεγέρθητι· ἱνατί ὑπνοῖς, Κύριε;» (Ψαλμ. 43,25). Ἐμεῖς, βέβαια, ζητοῦμε τήν ἀποτροπή τῶν πειρασμῶν («μή εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν»!), ἀλλά οἱ πειρασμοί ὁπωσδήποτε θά ἔρθουν. Δέν προέρχονται ἀπό τόν Θεό («ὁ γάρ Θεός ἀπείραστός ἐστι κακῶν, πειράζει δέ αὐτός οὐδένα», Ἰακ. 2,13), ὅμως τούς ἐπιτρέπει γιά παιδαγωγικούς λόγους: «Διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Πραξ. 14, 22), «ἔπαρον γάρ τούς πειρασμούς καί οὐδείς ὁ σωζόμενος»! (ἅγ. Ἀντώνιος). Πῶς, ὅμως, ἀντιμετωπίζονται οἱ πειρασμοί; Πρῶτα, διά τοῦ Χριστοῦ: «Ἐν ᾧ γάρ πέπονθεν αὐτός πειρασθείς, δύναται τοῖς πειραζομένοις βοηθῆσαι» (Ἑβρ. 2,18). Ἐπειτα, μέ πολλούς ἄλλους τρόπους, ἕνας ἀπό τούς ὁποίους εἶναι ἡ καλλιέργεια τῶν ἀντίστοιχων ἀρετῶν. Ὄντως, οἱ ἀρετές μποροῦν νά καλλιεργοῦνται καί νά ἐπαυξάνονται. Στή συγκεκριμένη περίπτωση ὁ Ἀποστολος προβάλλει τρεῖς: α) τήν πίστη, ἡ ὁποία σαφῶς ὑπονοεῖται, β) τήν ἐλπίδα καί γ) τήν ὑπομονή. Ἡ πίστη εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση τῆς σωτηρίας μας. Ἡ ἐλπίδα (στενή συγγενής τῆς πίστης), μᾶς ὁδηγεῖ «εἰς τό ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος», στόν οὐρανό, ἐκεῖ «ὅπου πρόδρομος ὑπέρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς», ὡς Ἄνθρωπος. Καί ἡ ὑπομονή ἐξασφαλίζει, τελικά, τή σωτηρία μας: «ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τάς ψυχάς ὑμῶν» (Λουκ. 5,19), «ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται» (Ματθ. 10,22)!
(«Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία καί Παράδοση», Πρόγραμμα
Μελέτης καί Ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ἱ. Ναοῦ Ἁγίου Βασιλείου
Τριπόλεως. Ὑπεύθυνος π. Σωτήριος Ὀ. Ἀθανασούλιας. Περίοδος Γ΄, ἔτος 2025-2026).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου