γαπητοί φίλοι,

Σς καλωσορίζω στό προσωπικό μου ἱστολόγιο καί σς εχομαι καλή περιήγηση. Σ’ ατό θά βρετε κείμενα θεολογικο καί πνευματικο περιεχομένου, πως κείμενα ναφερόμενα στήν πίστη καί Παράδοση τς κκλησίας, ντιαιρετικά κείμενα, κείμενα πνευματικς οκοδομς, κείμενα ναφερόμενα σέ προβληματισμούς καί ναζητήσεις τς ποχς μας καί, γενικά, διάφορα στοιχεα πό τήν πίστη καί ζωή τς ρθόδοξης κκλησίας.

Εχομαι τά κείμενα ατά καί κάθε νάρτηση σ’ ατό τό ἱστολόγιο νά φανον χρήσιμα σέ σους νδιαφέρονται, νά προβληματίσουν θετικά, νά φυπνίσουν καί νά οκοδομήσουν πνευματικά.

ελογία καί Χάρις το Κυρίου νά εναι πάντοτε μαζί σας.

Μετά τιμς καί γάπης.

π. Σωτήριος θανασούλιας

φημέριος Μητροπολιτικο ερο Ναο γίου Βασιλείου Τριπόλεως.

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Χριστολογικό δόγμα και Οικουμενικές Σύνοδοι

 

 ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΟ ΔΟΓΜΑΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΟΔΟΙ*

 

ΙΕΡΕΩΣ 
ΣΩΤΗΡΙΟΥ Ο. ΑΘΑΝΑΣΟΥΛΙΑ

 

ΜΕΡΟΣ Α':

Ο ΝΕΣΤΟΡΙΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ

 

Θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἡ πίστη ὅτι ὁ Χριστός εἶναι «ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος»,[1] μᾶλλον δέ Ἐκκλησία εἶναι τό ἴδιο τό Σῶμα τοῦ Ζῶντος Χριστοῦ[2] ἤ «Αὐτός ὁ Θεάνθρωπος Χριστός παρατεινόμενος εἰς ὅλους τούς αἰῶνας καί ὅλην τήν αἰωνιότητα».[3] Ἡ πίστη αὐτή στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, στήν ὁποία θεμελιώνεται τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, δέν εἶναι κάποια ἰδέα ἤ ἰδεολογία ἤ μιά ἀντίληψη θεωρητικοῦ περιεχομένου, ἀλλά μιά ἀλήθεια πού ἐμπεριέχει ζωή, μιά ἀλήθεια πού σώζει.[4] Δέν ἔχει ἀνθρώπινη προέλευση καί δέν ἀνήκει στά «στοιχεῖα τοῦ κόσμου τούτου». Εἶναι ἀποκάλυψη τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, εἴτε κατά τήν «ἐν σαρκί» παρουσία Του στόν κόσμο, εἴτε κατά τήν «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» ἐπιδημία Του στούς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς μέχρι σήμερα. Ὡστόσο, γιά νά εἶναι ἡ ἀλήθεια αὐτή σωστική καί ζωηφόρος, γιά νά σώζει πραγματικά, πρέπει νά διατηρεῖται ἀκέραια καί ἀναλλοίωτη. Κάθε ἀλλοίωσή της, κάθε παραχάραξή της, κάθε μεταβολή της ὑποδεικνύει ἕναν ἄλλο «χριστό», ὁ ὁποῖος δέν σώζει, οὔτε παρέχει ζωή, γιατί δέν εἶναι ὁ Χριστός τῆς Ἐκκλησίας, δέν εἶναι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, πού ἔγινε ἄνθρωπος. Ἡ διατύπωση αὐτῆς τῆς ἀλήθειας γιά τό ποιός ἀκριβῶς εἶναι ὁ Χριστός ἀπό τήν Πατερική καί Συνοδική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας συνιστᾶ τό Χριστολογικό δόγμα. Ἡ ἀλλοίωσή της, ἤ μᾶλλον οἱ ἀλλοιώσεις της, ἀπ’ ὅσους ἐπιχειροῦν νά ἑρμηνεύσουν μέ τή λογική τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ συνιστοῦν Χριστολογική αἵρεση, ἤ μᾶλλον Χριστολογικές αἱρέσεις.

Τέτοιες αἱρέσεις ὑπῆρξαν πολλές στήν πορεία τοῦ χρόνου. Οἱ πρῶτες ἀπό αὐτές ἦταν ἐπακόλουθα καί συνέπειες τῶν μεγάλων Τριαδολογικῶν αἱρέσεων τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων, οἱ ὁποῖες ἐπιχειροῦσαν νά ἑρμηνεύσουν μέ τή λογική καί μέ τίς κατηγορίες τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας τό μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, δηλαδή νά συμβιβάσουν τήν ἑνότητα τοῦ Θεοῦ μέ τήν τριαδικότητά Του. Αὐτό ἀκριβῶς ἔκανε ἡ πιό γνωστή ἀπό τίς μεγάλες Τριαδολογικές αἱρέσεις, ὁ Ἀρειανισμός, εἶχε ὅμως ἤδη προηγηθεῖ μιά ἄλλη, λιγότερο γνωστή στούς μή εἰδικούς αἵρεση, ὁ Μοναρχιανισμός, μέ δύο μορφές: α) τόν Δυναμικό Μοναρχιανισμό καί β) τόν Τροπικό Μοναρχιανισμό. Οἱ Μοναρχιανοί ἐπιχειροῦσαν νά διασφαλίσουν τήν ἑνότητα ἤ τήν μοναδικότητα τοῦ Θεοῦ, διαφυλάσσοντάς την, δῆθεν, ἀπό τόν κίνδυνο τῆς τριθεΐας ἤ τῆς πολυθεΐας. Ἔτσι, ἄν ὁ ἕνας Θεός τῆς Βίβλου εἶναι ὁ Θεός - Πατήρ, προκύπτει τό ἐρώτημα τί ἀκριβῶς εἶναι τά ἄλλα δύο πρόσωπα, πού ἐμφανίζονται στά ἱερά κείμενα μέ τίς ἴδιες ἰδιότητες: ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Σ’ αὐτό τό ἐρώτημα οἱ δύο κλάδοι τοῦ Μοναρχιανισμοῦ ἔδωσαν ἐντελῶς διαφορετικές ἀπαντήσεις. Ὁ αἱρετικός Ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς (π. 200-275), ἐκπρόσωπος τοῦ Δυναμικοῦ Μοναρχιανισμοῦ, ἰσχυριζόταν ὅτι ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἀπρόσωπες καί ἀνυπόστατες[5] «δυνάμεις» (ἐνέργειες) τοῦ Πατρός. Ὁ αἱρετικός Σαβέλλιος († πρό τοῦ 257), ἐκπρόσωπος τοῦ Τροπικοῦ Μοναρχιανισμοῦ, ἰσχυριζόταν ὅτι ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι διαφορετικές μορφές ἤ «τρόποι», μέ τούς ὁποίους ὁ ἴδιος Θεός ἐμφανίζεται στόν κόσμο. Ἔτσι, ὁ ἕνας καί μοναδικός Θεός, κατά τόν Σαβέλλιο, στή μέν Παλαιά Διαθήκη ἐμφανίζεται ὡς Πατήρ, στή δέ Καινή Διαθήκη ὡς Υἱός καί στήν Ἐκκλησία (μετά τήν Πεντηκοστή) ὡς Ἅγιο Πνεῦμα.[6]

Οἱ προεκτάσεις τῶν αἱρετικῶν αὐτῶν ἀντιλήψεων στή θεώρηση τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐμφανεῖς. Κατά τούς Δυναμικούς Μοναρχιανούς, ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἦταν ἕνα ἱστορικό πρόσωπο, στό ὁποῖο ἐνοίκησε ἤ κατοίκησε ὁ Λόγος (ἡ «δύναμις») τοῦ Θεοῦ κατά τό Βάπτισμά Του στόν Ἰορδάνη. Πρίν ἀπό τό γεγονός αὐτό, ὁ Ἰησοῦς ἦταν ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος. Γενικά, ὁ Χριστός ἦταν ἕνας θεοφόρος ἄνθρωπος γιά τούς Δυναμικούς Μοναρχιανούς, κάτι ἀντίστοιχο τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν ὁποίων ὑπερεῖχε μόνο ὡς πρός τόν βαθμό τῆς ἁγιότητας. Αὐτό σημαίνει, ὅτι ὁ Χριστός δέν ἦταν ὄντως Θεός, ἀλλά ἔγινε «θεός» μέ τήν προσωπική του προσπάθεια, δηλαδή «ἐκ προκοπῆς»! Γιά τούς Τροπικούς Μοναρχιανούς, ἀντίθετα, στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ ἐνσαρκώθηκε ὁ ἴδιος ὁ Θεός - Πατήρ, ὁ Ὁποῖος, μάλιστα, καί «ἔπαθε» πάνω στόν Σταυρό, γι’ αὐτό οἱ Τροπικοί Μοναρχιανοί ὀνομάζοντο καί «Πατροπασχῖτες». Μεγάλη Σύνοδος Ἐπισκόπων στήν Ἀντιόχεια τό 268 μ.Χ. καταδίκασε τόν Παῦλο Σαμοσατέα, ὡστόσο ἡ ἀλήθεια γιά τήν Ἁγία Τριάδα δέν εἶχε ἀκόμη διατυπωθεῖ μέ συγκεκριμένους ὅρους. Αὐτό ἔγινε ἀργότερα ἀπό τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (325) καί τούς Πατέρες Μέγα Ἀθανάσιο (295-373), Μέγα Βασίλειο (330-378), Γρηγόριο τόν Θεολόγο (328-390) καί Γρηγόριο Νύσσης (335-395). Ἡ αἵρεση τοῦ Σαβελλίου, ἀντίθετα, ἐπέζησε γιά περισσότερο ἀπό ἕναν αἰώνα, υἱοθετήθηκε μέ μικρές παραλλαγές ἀπό τούς Μάρκελλο Ἀγκύρας (280-374), Φωτεινό Σιρμίου (τέλη δ΄ αἰ.) καί ἄλλους αἱρετικούς τῆς ἐποχῆς καί καταδικάστηκε τελικά ἀπό τήν Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (381).

Λίγο ἀργότερα ὁ αἱρεσιάρχης Ἄρειος (265-336) ἔθεσε σαφῶς τό ἐρώτημα ἄν ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι κτιστός ἤ ἄκτιστος, στό ὁποῖο ἀπαντοῦσε κατηγορηματικά ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶναι κτιστός καί γενήθηκε (κτίστηκε - δημιουργήθηκε) «ἐν χρόνῳ», διατυπώνοντας τή «ριζοσπαστικότερη αἵρεση τοῦ Χριστιανισμοῦ».[7] Ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρείου προσέκρουε σαφῶς στήν κοινή ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας: ὁ προσκυνούμενος καί λατρευόμενος ἀπό τό πλήρωμά της Χριστός δέν ἦταν «Θεός ἀληθινός»,[8] κατά τίς ἀντιλήψεις τοῦ Ἀρείου, ἀλλά ἕνα δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ἔστω τό ἀνώτερο καί τελειότερο τῶν κτισμάτων, μή δυνάμενο ὅμως νά παρέχει σωτηρία, ἡ δέ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας καθίστατο μιά ἀκόμη μορφή εἰδωλολατρίας, παράλληλη σ’ αὐτές τῶν πολυθεϊστικῶν θρησκειῶν.[9] Ὁ Ἀρειανισμός καταδικάστηκε ἀπό τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο στή Νίκαια τῆς Βυθινίας (325), μέ βάση τή διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου (295-373). Ἡ Σύνοδος διατύπωσε τήν ἀλήθεια περί τῆς Ἁγίας Τριάδος μέ ὅρους δανεισμένους ἀπό τήν ἑλληνική φιλοσοφία. Εἰδικότερα, χρησιμοποιήθηκαν τήν ἐποχή ἐκείνη οἱ ὅροι «οὐσία», «φύσις» καί «ὑπόστασις», καθώς καί τά παράγωγά τους, οἱ ὁποῖοι σήμαιναν ἀρχικά τό ἴδιο ἀκριβῶς πράγμα: ἐκεῖνο τό ὁποῖο ὄντως ὑπάρχει, ἐκεῖνο τό ὁποῖο διακεκριμένως ὑπάρχει, ἐκεῖνο τό ὁποῖο δέν ὀφείλει τήν ὕπαρξή του σέ κάτι ἄλλο (ἐκεῖνο τό ὁποῖο δέν εἶναι «συμβεβηκός»).[10] Ἡ ὁρολογία αὐτή ἐπέφερε καίριο πλῆγμα στόν Ἀρειανισμό, ἰδίως ὁ παράγωγος ὅρος «ὁμοούσιος», ὡστόσο, ἐνῶ τόνιζε ἐπαρκῶς τήν ἑνότητα τοῦ Θεοῦ καί τό «κοινόν» τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, δέν ἐξέφραζε καί τήν πραγματική διάκρισή τους. Γιά τή διάκριση μεταξύ Πατρός, Υἱοῦ καί Ἁγίου Πνεύματος χρησιμοποιεῖτο τήν ἐποχή ἐκείνη ὁ ὅρος «πρόσωπον», ὅμως ὁ ὅρος αὐτός δέν ἦταν φιλοσοφικός, οὔτε ὀντολογικός (δέν σήμαινε τό ὄν, τό ὄντως ὑπάρχον), ἀλλά ἦταν ὅρος θεατρικός. Προερχόμενος ἀπό τόν χῶρο τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ θεάτρου, σήμαινε τόν προσωρινό ῥόλο, πού ἀσκεῖ ὁ ἠθοποιός ἐπί τῆς σκηνῆς, καί ἦταν ταυτόσημος μέ τό «προσωπεῖον».[11] Τό ὅρο αὐτό χρησιμοποιοῦσε καί ὁ Σαβέλλιος, τήν αἵρεση τοῦ ὁποίου κάλυπτε ἀπόλυτα ἡ ὁρολογία τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Ἔτσι, ἔπρεπε νά γίνει μιά ἀναπροσαρμογή τῆς θεολογικῆς ὁρολογίας τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὥστε, ἀφ’ ἑνός μέν νά ἀντιμεπωπίζεται καί ἡ αἵρεση τοῦ Σαβελλίου, ἀφ’ ἑτέρου δέ νά ἀντιμετωπίζεται ἡ ἀναζωπύρωση τοῦ Ἀρειανισμοῦ ἀπό τόν αἱρετικό Εὐνόμιο Κυζίκου (320-390). Ὁ Εὐνόμιος, μετά τήν κατατρόπωση τῆς πρώτης μορφῆς τοῦ Ἀρειανισμοῦ μέ τά ἐπιχειρήματα τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ἐπεχείρησε νά τόν ἀνασυντάξει μέ νέα ἐπιχειρήματα μετά τήν κοίμηση τοῦ Ἀθανασίου.[12] Τό ἔργο αὐτό (τήν ἀναπροσαρμογή τῆς θεολογικῆς ὁρολογίας τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τήν ἀντιμετώπιση τοῦ Εὐνομίου, καθώς καί νέων αἱρέσεων, ὅπως οἱ Πνευματομάχοι) ἀνέλαβαν οἱ τρεῖς Καππαδόκες Πατέρες Μέγας Βασίλειος (330-378), Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (328-390) καί Γρηγόριος Νύσσης (335-395). Αὐτοί, ἀφ’ ἑνός μέν διαχώρισαν τήν ἔννοια τῆς «ὑποστάσεως» ἀπό αὐτές τῆς «οὐσίας» καί τῆς «φύσεως», ἀφ’ ἑτέρου δέ προσέδωσαν στόν ὅρο «πρόσωπον» ὀντολογικό περιεχόμενο καί τόν ταύτισαν μέ τήν «ὑπόστασιν», ὥστε οἱ ὅροι «φύσις» καί «οὐσία» νά σημαίνουν τό «κοινόν» πολλῶν ὁμοειδῶν ἐπιμέρους ὄντων, οἱ δέ ὅροι «ὑπόστασις» καί «πρόσωπον» νά σημαίνουν τό «ἴδιον», τό συγκεκριμένο ὄν, τό διακεκριμένο ἀπό τά ἄλλα ἐπιμέρους ὄντα τῆς ἴδιας φύσεως ἤ οὐσίας.[13] Μεγάλη Σύνοδος Ἐπισκόπων στήν Ἀλεξάνδρεια τό 362, προεδρεύοντος τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, δέχθηκε ὅτι ὅσοι ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄλλης «ὑποστάσεως» ὡς πρός τόν Πατέρα δέν εἶναι κατ’ ἀνάγκην αἱρετικοί, δηλαδή δέχθηκε οὐσιαστικά τήν θεολογική ὁρολογία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων.[14] Μέ αὐτά τά δεδομένα, τό Τριαδικό δόγμα ἔλαβε τήν ὁριστική μορφή: ὁ Θεός εἶναι «μία φύσις ἤ μία οὐσία καί τρεῖς ὑποστάσεις ἤ τρία πρόσωπα» (Πατήρ, Υἱός καί Ἅγιο Πνεῦμα).

 

*     *     *

 

Μέχρι τά τέλη τοῦ δ΄ μ.Χ. αἰώνα, ὅταν ὁλοκληρώθηκε ἡ διατύπωση τοῦ Τριαδικοῦ δόγματος, δέν ὑπῆρξαν μεγάλες Χριστολογικές αἱρέσεις, δηλαδή αἱρέσεις ἀναφερόμενες ἀποκλειστικά στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ὑπῆρξαν, βέβαια, οἱ σοβαρές ἐπιπτώσεις τῶν Τριαδολογικῶν αἱρέσεων στή Χριστολογία, ὅπως εἴδαμε. Μοναδική ἴσως ἐξαίρεση ἀποτέλεσε ἡ αἵρεση τοῦ Ἀπολλιναρίου Λαοδικείας (310-390), ὁ ὁποῖος, εἴτε μέ ἀφετηρία γνωστές τριχοτομιστικές ἀντιλήψεις περί ἀνθρώπου, κατά τίς ὁποῖες ὁ ἄνθρωπος διακρίνεται σέ «σῶμα», «ψυχή» καί «νοῦ» ἤ σέ «σῶμα», «ἄλογο ψυχή» καί «λογική ψυχή» καί ὄχι ἁπλά σέ «σῶμα» καί «ψυχή», ὅπως δεχόταν καί δέχεται ἡ Ἐκκλησία, εἴτε μέ ἀφετηρία τή διάκριση μεταξύ «νοῦ» καί «λόγου» στόν ἄνθρωπο, δίδασκε ὅτι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δέν ἑνώθηκε μέ πλήρη καί τέλεια (ὁλόκληρη) ἀνθρώπινη φύση, ἐπειδή «δύο τέλεια ἕν γενέσθαι οὐ δύναται»,[15] ἀλλά τή θέση τοῦ «νοῦ» ἤ τῆς «λογικῆς» καί «ἐλευθέρας ψυχῆς» τοῦ ἀνθρώπου Ἰησοῦ κατέλαβε ὁ Θεός Λόγος.[16] Στήν αἵρεση τοῦ Ἀπολλιναρίου ἀπάντησε καταλυτικά ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (328-390), μέ τό ἐπιχείρημα ὅτι, ἄν ἰσχύουν αὐτά καί ἄν ὁ «νοῦς» εἶναι τό ἀνώτερο καί «καθαρώτατον»[17] μέρος τοῦ ἀνθρώπου, τότε τό σημαντικότερο αὐτό μέρος δέν ἑνώθηκε μέ τόν Θεό καί ἔμεινε ἐκτός σωτηρίας. Ἐπιπλέον, ἄν ὁ «νοῦς» εἶναι τό ὄργανο ἐκεῖνο, μέ τό ὁποῖο περισσότερο ἁμάρτησε ὁ ἄνθρωπος κατά τήν πτώση του καί τό ὁποῖο περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο μέρος ὑπέστη τίς συνέπειές της (ἄν εἶναι «τό πταῖσαν καί πρωτοπαθῆσαν» μέρος τοῦ ἀνθρώπου, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό[18]), τότε ὅ,τι εἶχε περισσότερο ἀνάγκη θεραπείας ἔμεινε ἀθεράπευτο. Θεραπεύεται δέ καί σώζεται μόνο ὅ,τι ἑνώνεται μέ τόν Θεό: «τό γάρ ἀπρόσληπτον, ἀθεράπευτον· ὅ δέ ἥνωται τῷ Θεῷ, τοῦτο καί σώζεται»![19] Ὁ Ἀπολλινάριος καταδικάστηκε, τελικά, ἀπό τήν Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (381) μεταξύ ἄλλων αἱρετικῶν.[20]

Οἱ μεγάλες Χριστολογικές αἱρέσεις ἐμφανίστηκαν ἀπό τίς ἀρχές ἤ τά μέσα τοῦ ε΄ μ.Χ. αἰώνα, μέ ἀφορμή τίς ἀντιλήψεις τοῦ αἱρετικοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινοπόλεως Νεστορίου (395-451), ὁ ὁποῖος χώριζε τήν θεότητα ἀπό τήν ἀνθρωπότητα στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ὡστόσο, κυοφορήθηκαν ἐνωρύτερα καί μάλιστα στό περιβάλλον τῆς Κατηχητικῆς Σχολῆς τῆς Ἀντιοχείας, ὅπου ἐκαλλιεργεῖτο ἰδιαίτερα ἡ ἀριστοτελική φιλοσοφία.[21] Τό πρόβλημα περί τοῦ τί εἶναι ὁ Χριστός προσελάμβανε πλέον τή μορφή τοῦ τί ἀκριβῶς ἑνώθηκαν στό πρόσωπο τοῦ ἱστορικοῦ Ἰησοῦ, καθώς καί μέ ποιόν τρόπο αὐτά ἑνώθηκαν, ἐπιχειρήθηκε δέ νά κατανοηθεῖ ὁ τρόπος τῆς ἑνώσεως μέ τίς ἀρχές τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καί εἰδικότερα τῆς ἀριστοτελικῆς. Ἔτσι, ὁρισμένες φιλοσοφικές ἀρχές, ὅπως «δύο τέλεια ἕν γενεσθαι οὐ δύναται», «οὐκ ἔστιν φύσιν ἀπρόσωπον ἤ ἀνυπόστατον εἰπεῖν» κ.ἄ., ἐπέδρασαν καθοριστικά στή δημιουργία τῶν Χριστολογικῶν αἱρέσεων.[22]

Ἀπό τούς προδρόμους τοῦ Νεστορίου, ὅπως εἴδαμε, ὁ Παῦλος Ἀντιοχείας ὁ Σαμοσατεύς (π. 200-275) δίδασκε ὅτι ὁ Χριστός ἦταν ἕνας θεοφόρος ἀνθρώπος, στόν ὁποῖο ἐνοίκησε ἡ θεότητα ἤ ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐνοίκησε ἡ θεότητα στόν Μωϋσῆ καί στούς Προφῆτες, μέ τή διαφορά ὅτι ὁ Χριστός ἔγινε ναός τοῦ πληρώματος τῆς θεότητος. Αὐτό, μάλιστα, δέν συνέβη ἐξ ἀρχῆς («ἐξ ἄκρας συλλήψεως»), ἀλλά κατά τό Βάπτισμά Του στόν Ἰορδάνη ποταμό. Κατά τόν Παῦλο Σαμοσατέα, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει «κατ’ οὐσίαν» σχέση ἤ «κατ’ οὐσίαν» ἕνωση μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου, ἀκτίστου καί κτιστοῦ, ἐπειδή «κατ’ οὐσίαν» ἤ «κατά φύσιν» σημαίνει «κατ’ ἀνάγκην», κατά τήν ἀντίληψη τῶν ἀντιοχειανῶν θεολόγων. Ἄρα, ὁ μόνος τρόπος ἑνώσεως εἶναι ἡ «κατ’ ἐνέργειαν» ἤ «κατά βούλησιν» ἤ «κατ’ εὐδοκίαν» ἕνωση. Μέ ἄλλα λόγια, ὅλο τό γεγονός ἤ τό μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Λόγου συνίσταται στήν σύμπτωση ἤ στήν ἕνωση δύο ἐνεργειῶν ἤ δύο βουλήσεων, τῆς θείας καί τῆς ἀνθρώπινης, ὥστε νά προκύπτει μία κοινή ἐνέργεια καί μία θέληση (μιά προδρομική μορφή τῶν αἱρέσεων τοῦ Μονοενεργητισμοῦ καί τοῦ Μονοθελητισμοῦ) καί, ἐξ αἰτίας αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς «κατ’ ἐνέργειαν» ἤ «κατά βούλησιν» ἤ «κατ’ εὐδοκίαν» ἑνώσεως, τά δύο πρόσωπα τοῦ Χριστοῦ γίνονται «ἕν πρόσωπον», τό περίφημο «πρόσωπον τῆς ἑνώσεως» κατά τίς ἀντιλήψεις τῶν Νεστοριανῶν. Αὐτά σημαίνουν ἐπίσης, ὅτι ὁ Χριστός δέν ἦταν Θεός, ἀλλά ἔγινε Θεός ἀπό ἄνθρωπος, δηλαδή ἦταν Θεός μέ ἠθική καί ὄχι μέ φυσική ἔννοια, ἡ δέ θεώσή Του ἦταν ἀποτέλεσμα προκοπῆς τῆς ἀνθρώπινης φύσης Του, γι’ αὐτό καί χρησιμοποιοῦσε τήν ἔκφραση «ἐκ προκοπῆς τεθεοποιεῖσθαι».[23]

Ἄλλος πρόδρομος τοῦ Νεστοριανισμοῦ καί χαρακτηριστικός ἐκπρόσωπος τῆς ἀντιοχειανῆς θεολογίας, ἦταν ὁ Διόδωρος Ταρσοῦ (330-392), τοῦ ὁποίου οἱ ἀντιλήψεις δέν εἶναι ἐπαρκῶς γνωστές. Ὁ Διόδωρος, προκειμένου νά ἀποφύγει τή σύγχυση μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου, δίδασκε περίπου ὅτι στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ συνυπάρχουν δύο τέλειοι καί διαφορετικοί ὡς πρός τή φύση τους υἱοί: ἄλλος εἶναι ὁ πρό αἰώνων Υἱός τοῦ Θεοῦ καί ἄλλος εἶναι ὁ ἐν χρόνῳ υἱός τοῦ Δαυίδ. Αὐτοί εἶναι χωρισμένοι ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλο καί μόνο καταχρηστικά ἑνώνονται: ὁ ἕνας εἶναι «φύσει Υἱός» καί ὁ ἄλλος εἶναι «χάριτι υἱός», ἄλλη γέννηση φυσική ἔχει ὁ ἕνας καί ἄλλη γέννηση φυσική ἔχει ὁ ἄλλος. Ὡστόσο, καταχρηστικά μόνο μπορεῖ ὁ «Υἱός τοῦ Θεοῦ» νά ἀποκαλεῖται «υἱός τοῦ Δαβίδ» καί τό ἀντίθετο.[24]

Κατ’ ἐξοχήν διαμορφωτής τοῦ Νεστοριανισμοῦ ὑπῆρξε ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας (350-428), σέ σημεῖο μάλιστα ὥστε ὁ Νεστόριος νά ἐπαναλαμβάνει ἁπλῶς τίς ἀντιλήψεις τοῦ διδασκάλου του Θεοδώρου. Ὁ Θεόδωρος πίστευε ὀρθῶς ὅτι ὁ ἄκτιστος Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε τέλεια κτιστή ἀνθρώπινη φύση καί ἑνώθηκε μέ αὐτήν, δηλαδή ἀπέρριπτε καί τόν Ἀρειανισμό καί τόν Ἀπολλιναρισμό.[25] Στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἑνώθηκαν δύο τέλειες φύσεις. Μέ ποιόν τρόπο, ὅμως; Ἄν ἰσχύουν οἱ ἀρχές, «οὐκ ἔστιν φύσιν ἀπρόσωπον ἤ ἀνυπόστατον εἰπεῖν» καί «δύο τέλεια ἕν γενέσθαι οὐ δύναται», τότε «ἐν Χριστῷ» ὑπάρχουν ὄχι μόνο δύο τέλειες φύσεις, ἀλλά καί δύο τέλεια «πρόσωπα» ἤ «ὑποστάσεις», ὅμως ἡ Ἐκκλησία πιστεύει σέ ἕναν μόνο Χριστό καί Κύριο καί ὄχι σέ δύο. Ποιό εἶναι, λοιπόν, τό σημεῖο ἐπαφῆς ἤ ἡ μορφή τῆς ἑνώσεως; Ἡ «κατά φύσιν» ἤ «κατ’ οὐσίαν» ἕνωση πρέπει νά ἀποκλειστεῖ, ἐπειδή τέτοιου εἴδους ἕνωση μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου δέν μπορεῖ ποτέ νά συμβεῖ. Ἐπιπλέον, ἀκόμη κι ἄν συνέβαινε, ἐπειδή «κατά φύσιν» σημαίνει «κατ’ ἀνάγκην»,[26] αὐτό δέν θά εἶχε κάποια ἠθική ἀξία, ἀφοῦ ὅ,τι γίνεται ἐλεύθερα καί «κατά βούλησιν», ἔχει ἰδιαίτερη αἴγλη ἔναντι ἐκείνου πού γίνεται «κατά φύσιν» καί μέ ἀναγκαιότητα ἤ μέ νομοτέλεια. Ἡ «κατ’ ἐνέργειαν» ἕνωση, τουλάχιστον ὅπως τήν πρέσβευε ὁ Παῦλος Σαμοσατεύς, ἀπορρίπτεται ἐπίσης ἀπό τόν Θεόδωρο, ὁ ὁποῖος ἀποδεχόταν τή διάκριση μεταξύ οὐσίας καί ἐνέργειας ἐπί τοῦ Θεοῦ. Μιά τέτοια μορφή ἑνώσεως καθιστᾶ τόν Χριστό ἁπλῶς θεοφόρο ἄνθρωπο,[27] ὅπως εἴδαμε, καί ἐπιπλέον θά σήμαινε ὅτι ὁ Θεός ἐνεργεῖ μόνο «ἐν Χριστῷ» καί ὄχι παντοῦ καί μέ ἄλλους τρόπους.[28] Ἔπρεπει, λοιπόν, νά ἀναζητηθεῖ μιά τρίτη λύση πέρα ἀπό τίς δύο γνωστές μορφές ἑνώσεως, τήν «κατά φύσιν» ἤ «κατ’ οὐσίαν» καί τήν «κατ’ ἐνέργειαν» ἕνωση. Αὐτή εἶναι ἡ «κατ’ εὐδοκίαν» ἕνωση, κατά τόν Θεόδωρο. Τί σημαίνει «εὐδοκία»; «Εὐδοκία δέ λέγεται ἡ ἀρίστη καί καλλίστη θέλησις τοῦ Θεοῦ».[29] «Εὐδοκία» εἶναι ἡ θέληση! Τό σημεῖο ἑνώσεως, λοιπόν, στόν Χριστό εἶναι ἡ σύμπτωση ἤ ἡ ταύτιση δύο θελήσεων: τῆς θελήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ καί τῆς θελήσεως τοῦ ἀνθρώπου Ἰησοῦ. Ἔτσι, πίστευε ὁ Θεόδωρος, ἐξασφαλίζεται ἡ ἠθική ἐλευθερία, ἀφ’ ἑνός μέν τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἀφ’ ἑτέρου δέ τοῦ ἀνθρώπου Ἰησοῦ. Ὁ Ἰησοῦς ὡς ἄνθρωπος, ἦταν τρεπτός καί ἀλλοιωτός, κατά τόν Θεόδωρο. Δέν ἦταν ἀπαλλαγμένος ἀπό τή ῥοπή πρός τά πάθη καί τήν ἁμαρτία καί εἶχε τή δυνατότητα νά ἁμαρτήσει, ἀλλά ἡ θέλησή Του προχωροῦσε σέ συνεχῶς περισσότερο ἀξιόμισθες καί τέλειες πράξεις, ὥστε, τελικά, ἐπῆλθε ἡ πλήρης ταύτισή της μέ τή θέληση τοῦ Θεοῦ.[30] Ἡ τελειότητα καί ἡ θέωση τοῦ Ἰησοῦ ἦταν ἠθικῆς καί ὄχι ὀντολογικῆς φύσεως.

Ἀναγκαία συνέπεια αὐτῶν τῶν ἀντιλήψεων εἶναι ὅτι «ἐν Χριστῷ» ὑπάρχουν, γιά τήν ἀκρίβεια (κυριολεκτικά), δύο τέλειες φύσεις καί δύο τέλεια πρόσωπα. Καταχρηστικά μόνο γίνεται λόγος γιά «ἕνα πρόσωπο», τό περίφημο «πρόσωπον τῆς ἑνώσεως» τῶν Νεστοριανῶν, λόγω τῆς πλήρους ταυτίσεως τῶν θελήσεων καί μόνο τῶν δύο προσώπων. Ὅταν ἡ Ἁγία Γραφή λέει ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔλαβε «μορφήν δούλου»,[31] κυριολεκτεῖ, κατά τόν Θεόδωρο, ὅταν ὅμως, λέει ὅτι «ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο»,[32] ὁμιλεῖ καταχρηστικά, μεταφορικά καί κατά τό φαινόμενο. Ἐπειδή δέ, κατά τίς ἀριστοτελικές προϋποθέσεις, πηγή τῶν ἐνεργειῶν εἶναι τό πρόσωπο καί ὄχι ἡ φύση, μπορεῖ νά γίνεται λόγος καί γιά «μία ἐνέργεια» στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.[33]

Ὁ τρόπος αὐτός τῆς ἑνώσεως ὀνομάζεται καί «συνάφεια», πού σημαίνει ἁπλή ἐπαφή δύο ἐντελῶς ξεχωριστῶν ὄντων. Εἶναι φανερό, ὅτι σέ μιά τέτοια ἕνωση δέν ἔχει καμμία θέση ἡ «κοινοποίηση» ἤ «ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων».[34] Πράγματι, ἀφορμή τῆς αἱρέσεως τοῦ Θεοδώρου ἦταν ἡ ἐφαρμογή τῆς ἠθικοδεοντολογικῆς ἀρχῆς τοῦ καλοῦ καί τοῦ δέοντος στήν κατά σάρκα γέννηση τοῦ Θεοῦ Λόγου, τοῦ ἑνός τῆς Τριάδος. Ὁ Θεόδωρος θεώρησε ἀκαλῆ καί ἄπρεπη γιά τόν ὑπερένδοξο Θεό τή διέλευσή Του ἀπό τό γεννητικό σύστημα μιᾶς γυναίκας καί ἀρνήθηκε τήν ἐκκλησιαστική διδασκαλία ὅτι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔχει δύο γεννήσεις: μία ἐκτός χρόνου («πρό πάντων τῶν αἰώνων») ἀπό τόν Πατέρα καί μία ἐντός τοῦ τόπου καί τοῦ χρόνου[35] «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου».

Οἱ ἀντιλήψεις τοῦ Θεοδώρου Μοψουστίας ἔγιναν εὐρύτατα γνωστές, ὅταν ὁ ἀντιοχειανός μαθητής του Νεστόριος (395-451) ἔγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ἐκεῖ ὑποστήριξε ὁμόφρονα Κληρικό του, προερχόμενο ἐπίσης ἀπό τήν Ἀντιόχεια, ὁ ὁποῖος σέ κήρυγμα παρόντος τοῦ Νεστορίου, καταφέρθηκε μέ σφοδρότητα ἐναντίον τοῦ ὅρου «Θεοτόκος». Τό γεγονός προκάλεσε τίς ἔντονες ἀντιδράσεις τοῦ Λαοῦ. Ἤδη, ὅμως, ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας δίδασκε ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία μόνο καταχρηστικῶς μπορεῖ νά ἀποκαλεῖται «Θεοτόκος», ἐνῶ κυριολεκτικά («φύσει τοῦ πράγματος») πρέπει νά ὀνομάζεται «ἀνθρωποτόκος».[36] Ὡστόσο, ὁ ὅρος «Θεοτόκος» οὔτε νέος ἦταν, οὔτε ἄγνωστος στήν Πατερική Παράδοση. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (328-390), μάλιστα, σαφῶς ἀναφέρει ὅτι, ὅποιος δέν ἀποδέχεται τήν ἁγία Μαρία, ὡς Θεοτόκο, εἶναι ἐκτός τῆς θεότητος.[37] Ὅμως, ὁ Νεστόριος δέν ἀνῆκε σ’ αὐτό τό πνευματικό κλίμα. Οἱ ἀντιλήψεις του δέν διαφέρουν σχεδόν ἀπ’ αὐτές τοῦ Θεοδώρου. Πίστευε ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία γέννησε «ψιλόν ἄνθρωπον», «συμπαρελθόντος αὐτῷ τοῦ Λόγου»,[38] ὁ Ὁποῖος ἁπλά «προῆλθεν» ἤ «παρῆλθεν» ἤ διῆλθε ἀπό αὐτήν, ὅπως διέρχεται κάτι ἀπό ἕναν σωλῆνα. Αὐτό σημαίνει, ὅτι ἡ ἁγία Παρθένος οὔτε εἶναι, οὔτε πρέπει νά ὀνομάζεται «Θεοτόκος», ἀλλά εἶναι καί πρέπει νά ἀποκαλεῖται «Χριστοτόκος» ἤ «ἀνθρωποκτόκος». Ὁ Ἰησοῦς δέν ἦταν Θεός, ἀλλά κατοικητήριο ἤ φορέας τοῦ Θεοῦ. Ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων τῶν δύο φύσεων δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ. Οἱ δύο φύσεις διακρίνονται μεταξύ τους, ἡ δέ ἕνωσή τους ἐκλαμβάνεται ὡς ἁπλή «συνάφεια», κατά τό παράδειγμα δύο σανίδων τοποθετημένων ἡ μία πάνω στήν ἄλλη, ἤ ὡς ἕνωση ἠθική ἤ σχετική, κατά τό παράδειγμα τῶν δύο συζύγων ἤ τῶν δύο φίλων. Στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ δέν ἔπαθε, οὔτε ἀναστήθηκε ὁ Θεός Λόγος «σαρκί», ἀλλά «ἀνθρώπου γέγονε τό πάθος καί ἀνθρώπου ἡ ἀνάστασις».[39] Ἐπίσης, ὁ Ἰησοῦς ὑπέστη τό Πάθος καί ὑπέρ τοῦ Ἑαυτοῦ Του, τό δέ Σῶμα τῆς Θείας Εὐχαριστίας εἶναι Σῶμα ἀνθρώπινο. Ὁ Νεστόριος δεχόταν «ἕνωσιν προσκυνήσεως» (μιά προσκύνηση), μέ τήν ἔννοια τῆς «συμπροσκυνήσεως» τοῦ ἀνθρώπου Ἰησοῦ μέ τόν Θεό Λόγο ἤ τῆς ἀπονομῆς στόν ἄνθρωπο Ἰησοῦ «προσκύνησιν κατ’ ἀναφοράν» μόνο: «διά τόν φοροῦντα τόν φορούμενον σέβω, διά τόν ἀόρατον προσκυνῶ τόν ὁρώμενον», ἰσχυριζόταν.[40]

Ἐναντίον τοῦ Νεστορίου ἀντέδρασε ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας (370-444). Ἔχοντας καί τήν πλήρη ἐξουσιοδότηση τοῦ Πάπα Ῥώμης Κελεστίνου (422-432), ἀπέστειλε τρεῖς ἐπιστολές στόν Νεστόριο, γνωστές ἀπό τίς ἀρχικές τους φράσεις, «Ἄνδρες αἰδέσιμοι» (429), «Καταφλυαροῦσι» (430) καί «Τοῦ Σωτῆρος» (430). Στήν τρίτη ἀπό αὐτές καί Συνοδική ἐπιστολή, ἐξ ὀνόματος καί τῶν Ἐπισκόπων τῆς «Αἰγυπτιακῆς διοικήσεως», ἐπισύναψε τά Δώδεκα Κεφάλαια, δηλαδή δώδεκα δογματικές διατυπώσεις μέ τή μορφή Ἀναθεματισμῶν, τά ὁποῖα ἔπρεπε νά ἀποδεχθεῖ ὁ Νεστόριος γιά νά εἶναι ἀποδεκτός στήν ἐκκλησιαστική κοινωνία. Στίς ἐπιστολές διατύπωνε τήν ἐκκλησιαστική διδασκαλία ὅτι ὁ ἴδιος («αὐτός») ὁ Θεός Λόγος σαρκώθηκε, ἔγινε ἄνθρωπος καί ἔπαθε γιά τή σωτηρία μας, δηλαδή προσέλαβε ἀνθρώπινη φύση καί τήν ἕνωσε στόν Ἑαυτό Του «καθ’ ὑπόστασιν». Ἡ ἔκφραση αὐτή, πού εἰσήγαγε ὁ ἅγιος Κύριλλος, σημαίνει ὅτι «διάφοροι μέν αἱ πρός ἑνότητα τήν ἀληθινήν συνενεχθεῖσαι φύσεις, εἷς δέ ἐξ ἀμφοῖν Χριστός καί Υἱός».[41] «Καθ’ ὑπόστασιν» ἕνωση σημαίνει ἐπιπλέον, ὅτι ἡ ἕνωση δέν ἔγινε «κατά θέλησιν» ἤ «κατ’ εὐδοκίαν», ὅπως ἰσχυρίζονταν οἱ Νεστοριανοί. Ἀποτελέσματα δέ τοῦ τρόπου αὐτοῦ τῆς ἑνώσεως εἶναι ὅτι ὁ Θεός Λόγος ἔχει δύο γεννήσεις, «τῆς ἰδίας σαρκός (ἀνθρώπινης φύσης) τήν γέννησιν οἰκειούμενος»,[42] ὅτι ὁ Θεός Λόγος ἔπαθε «σαρκί», μέ τήν ἔννοια ὅτι «ἦν ὁ ἀπαθής ἐν τῷ πάσχοντι σώματι» (στήν πάσχουσα ἀνθρώπινη φύση Του),[43] «τά τῆς ἰδίας σαρκός ἀπαθῶς οἰκειούμενος πάθη»,[44] ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία εἶναι καί ἀποκαλεῖται «Θεοτόκος» κ.ἄ. Μεταξύ ἄλλων ὁ Νεστόριος ἔπρεπε: α) Νά ἀποδεχθεῖ τόν ὅρο «Θεοτόκος», καθώς καί τήν ἐν χρόνῳ δεύτερη γέννηση τοῦ Θεοῦ Λόγου. β) Νά ἀποδεχθεῖ τήν «καθ’ ὑπόστασιν» ἕνωση. γ) Νά ἀπορρίψει τήν ἐν Χριστῷ διαίρεση τῶν ὑποστάσεων καί τήν «κατά συνάφειαν» ἕνωση. δ) Νά ἀποδεχθεῖ ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὄντως Θεός καί ὄχι ἄνθρωπος θεοφόρος ἤ ἄνθρωπος στόν ὁποῖο ἐνεργεῖ ὁ Θεός Λόγος. ε) Νά ἀπορρίψει τήν ἀντίληψη ὅτι ὁ Θεός Λόγος εἶναι Δεσπότης τῆς ἀνθρώπινης φύσης Του. στ) Νά ἀποδεχθεῖ τή μία προσκύνηση τοῦ Θεοῦ Λόγου «μετά τῆς ἰδίας σαρκός». ζ) Νά ἀπορρίψει τήν ἀντίληψη ὅτι ὁ Θεός Λόγος προσέφερε τή θυσία καί ὑπέρ τοῦ Ἑαυτοῦ Του κ.ἄ.[45]

Ἡ ἀπροθυμία τοῦ Νεστορίου νά ἀποδεχθεῖ τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας καί τίς δογματικές διατυπώσεις τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, καθώς καί οἱ εὐρύτατες διαστάσεις τοῦ θέματος προκάλεσαν τή σύγκληση τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στήν Ἔφεσο τό 431 μ.Χ., μέ τήν προεδρία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, ὁ ὁποῖος ἐνεργοῦσε καί ἐξ ὀνόματος τοῦ Πάπα Ῥώμης Κελεστίνου. Ἡ Σύνοδος καθαίρεσε τόν Νεστόριο ὡς αἱρετικό, καταδίκασε αἱρετικές ἀντιλήψεις του καί ἐπικύρωσε τή διδασκαλία τῶν ἐπιστολῶν τοῦ ἁγίου Κυρίλλου καί τά Δώδεκα Κεφάλαια. Ὡστόσο, τίς ἀποφάσεις της δέν δέχθηκε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀντιοχείας Ἰωάννης (428-441) καί οἱ Ἐπίσκοποι τῆς δικαιοδοσίας του (τῆς «Ἀνατολικῆς διοικήσεως»), οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν καθυστερημένα στήν Ἔφεσο, συγκρότησαν παρασυναγωγή καί ἀφώρισαν τόν ἅγιο Κύριλλο καί τούς πρωτεργάτες τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐπακολούθησε ἔκρυθμη κατάσταση στήν Ἐκκλησία καί ἀκοινωνησία μεταξύ Ἀλεξανδρινῶν καί «Ἀνατολικῶν» (Ἀντιοχειανῶν) Ἐπισκόπων γιά μία διετία. Στό διάστημα αὐτό γίνονταν ἐπαφές μέσω ἀντιπροσώπων καί ἐπεξεργάζονταν κείμενα. Ἡ ἐπίτευξη τῆς εἰρήνης καί ἡ ἀποκατάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας ἔγιναν τό 433 καί ὀνομάστηκαν «Διαλλαγαί», ἑορτάστηκαν δέ μέ ἐπισημότητα στήν Ἀλεξάνδρεια καί στήν Ἀντιόχεια. Ἡ ἀποκατάσταση ἔγινε μέ βάση τήν «Ἔκθεσιν Πίστεως τῶν Διαλλαγῶν», ἕνα σύντομο κείμενο συμφωνίας, τό ὁποῖο συνέταξε προφανῶς ὁ Θεοδώρητος Κύρου (393-457), τό ἐπεξεργάστηκαν οἱ δύο πλευρές καί τό συμπεριέλαβε ὁ ἅγιος Κύριλλος στήν περίφημη ἐπιστολή του πρός τόν Ἀντιοχείας Ἰωάννη μέ τόν τίτλο «Εὐφρανέσθωσαν οἱ οὐρανοί» (433). Στήν «Ἔκθεσιν» τῶν Διαλλαγῶν δέν ἀναφέρονται τά Δώδεκα Κεφάλαια τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, οὔτε ὑπάρχει ἡ ἔκφραση «καθ’ ὑπόστασιν» ἕνωση. Ὅμως, τό κείμενο δέχεται σαφῶς τήν ἁγία Παρθένο ὡς ἀληθῶς «Θεοτόκον», δέχεται τήν ἐν χρόνῳ δεύτερη γέννηση τοῦ Θεοῦ Λόγου, κάνει λόγο γιά δύο τέλειες φύσεις καί ἕνα πρόσωπο «ἐν Χριστῷ», χρησιμοποιεῖ τήν ἐναλλακτική φράση «ἕνα Χριστόν, ἕνα Υἱόν, ἕνα Κύριον ὁμολογοῦμεν» ἀντί τῆς ἐκφράσεως «καθ’ ὑπόστασιν» τοῦ ἁγίου Κυρίλλου καί, τέλος, ἐπισημαίνει ὅτι οἱ περί τοῦ Χριστοῦ ἁγιογραφικές ἐκφράσεις, ἄλλες συνάπτουν καί ἀναφέρονται στό ἕνα πρόσωπο τοῦ Κυρίου καί ἄλλες διαιροῦν καί ἀναφέρονται στίς δύο φύσεις Του, ἀπ’ ὅσες δέ διαιροῦν, ἄλλες ἀναφέρονται στή θεότητα τοῦ Χριστοῦ καί ἄλλες στήν ἀνθρωπότητά Του.[46] Μετά τά παραπάνω, ὁ Ἀντιοχείας Ἰωάννης ἀναγνώρισε τήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο καί ἀποκήρυξε τή δική του σύνοδο στήν Ἔφεσο, ὡς παρασυναγωγή. Ὁ Ἀντιοχείας Ἰωάννης, στόν ὁποῖο στήριζε προφανῶς ὅλες τίς ἐλπίδες του ὁ Νεστόριος, ἦταν ὀρθοδοξότατος Ἐπίσκοπος. Δέν ἀνῆκε στό κλίμα τῶν Ἀντιοχειανῶν θεολόγων καί πρό τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου σέ ἐπιστολή του πρός τόν Νεστόριο εἶχε ἤδη διαφοροποιηθεῖ ἀπό τίς ἀντιλήψεις τοῦ Νεστορίου.[47]

 

*     *     *

 

Οἱ Διαλλαγές ἀπογοήτευσαν τούς ὀπαδούς τῶν ἄκρων, ἄρχισαν δέ νά ἐμφανίζονται προβλήματα σχετικά μέ τήν ἑρμηνεία τους. Κατά τούς πρωτεργάτες τους Κύριλλο Ἀλεξανδρείας καί Ἰωάννη Ἀντιοχείας, σήμαιναν σαφῶς ἀποδοχή τόσο τῶν Δώδεκα Κεφαλαίων τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ὅσο καί τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ὡστόσο, ἀκραῖοι ὀπαδοί τοῦ ἁγίου Κυρίλλου θεώρησαν ὅτι ὁ Κύριλλος ἀναγκάστηκε νά προβεῖ σέ ὑποχωρήσεις γιά τήν ἐπίτευξη τῆς εἰρήνης, ἐνῶ ἄλλοι πίστευαν ὅτι οἱ Διαλλαγές σιωπηρῶς καί τεχνιέντως παραμέρισαν τά Δώδεκα Κεφάλαια ἀπό τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Μεταξύ τῶν Νεστοριανῶν ἤ Νεστοριανιζόντων «Ἀνατολικῶν» (Ἀντιοχειανῶν) Ἐπισκόπων ἐμφανίστηκαν δύο ἐσφαλμένες τοποθετήσεις ἔναντι τῶν Διαλλαγῶν: α) Ἐξ αἰτίας τῆς μή μνείας τῶν Δώδεκα Κεφαλαίων στήν «Ἔκθεσιν» τῶν Διαλλαγῶν κάποιοι ἰσχυρίζονταν ὅτι ὁ ἅγιος Κύριλλος συναισθάνθηκε τά σφάλματά του, τά διόρθωσε, δέχθηκε τήν Ὀρθόδοξη ὁμολογία τοῦ Ἰωάννου Ἀντιοχείας καί τώρα βρίσκεται «ἐν αἰσχύνῃ» καί διδάσκει ἐνάντια ὅσων δίδασκε στήν ἀρχή. β) Ἀντίθετα, Ἐπίσκοποι τῆς Δευτέρας Κιλικίας θεώρησαν ὅτι μέ τίς Διαλλαγές κυρώθηκαν τά Δώδεκα Κεφάλαια ἀπό τόν Πατριάρχη τους Ἰωάννη. Συγκρότησαν, λοιπόν, Σύνοδο καί ἀφώρισαν τόν ἅγιο Κύριλλο, μέχρι αὐτός νά ἀναθεματίσει τά Δώδεκα Κεφάλαια. Αὐτά ἀνάγκασαν τόν Ἰωάννη Ἀντιοχείας νά διακηρύξει ἐπίσημα ὅτι οἱ Διαλλαγές σημαίνουν ἀποδοχή τόσο τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅσο καί τῶν Δώδεκα Κεφαλαίων τοῦ ἁγίου Κυρίλλου.[48]

Εἶναι φανερό, ὅτι ὁ Νεστοριανισμός δέν εἶχε ἐκλείψει μέ τήν καταδίκη του ἀπό τήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο. Σέ κάποιες περιοχές, μάλιστα (Συρία κ.ἄ), ἄκμαζε ἐντός τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας παρασκηνιακά καί συγκεκαλυμένα, μετά δέ τήν καταδίκη τοῦ ἄλλου ἄκρου του, τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, ἀπό τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος (451) οἱ ὀπαδοί του ἔλαβαν νέο θάρρος. Κάποιοι εἶδαν τίς ἀποφάσεις της ὡς ἕνα εἶδος ἀναθεώρησης τῶν ἀποφάσεων τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί «ἐπιστροφῆς» στίς ἀντιλήψεις τοῦ Νεστορίου καί στή θεολογία τῶν Ἀντιοχειανῶν, παρά τό γεγονός ὅτι ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος α) ἐπικύρωσε καί ἐπανέλαβε τήν προσωπική καταδίκη τοῦ Νεστορίου,[49] β) ἀναγνώρισε ἐπίσημα τήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Ἐφέσου τοῦ 431, ὡς ἰσόκυρη μέ τήν Α΄ τῆς Νικαίας (325) καί μέ τή Β΄ τῆς Κωνσταντινουπόλεως (381) καί γ) ἔκανε λόγο στόν Ὅρο της γιά «ἕν πρόσωπον καί μίαν ὑπόστασιν» τοῦ Θεοῦ Λόγου καί γιά ἕνωση τῶν δύο φύσεων «ἀδιαιρέτως» καί «ἀχωρίστως».[50] Προφανῶς, ὅσο καί ὅπου ἐπικρατοῦσε ὁ Μονοφυσιτισμός, οἱ Νεστοριανοί ἦταν κατά κάποιον τρόπο διωκόμενοι. Ὅπως εἶναι γνωστό, ὁ Μονοφυσιτισμός ἐμφανίστηκε ὡς ἀκραῖος ἀντινεστοριανισμός, ὅμως ὁ ἀντινεστοριανισμός του ἦταν ἐπικάλυμμα αἱρέσεως. Ὡστόσο, τό ἑδραιούμενο κύρος τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ἡ προσωπική καταδίκη τοῦ Νεστορίου ἀνάγκασε τούς ὀπαδούς του νά στραφοῦν πρός τόν Θεόδωρο Μοψουεστίας, τόν διδάσκαλο τοῦ Νεστορίου, καί νά ἀποδέχονται μέν τήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, νά ἐπιχειροῦν δέ νά ἑρμηνεύσουν τίς ἀποφάσεις της σύμφωνα μέ τίς ἀντιλήψεις τοῦ Θεοδώρου.

Κατ’ ἐξοχήν ἐκπρόσωπος τῶν Νεστοριανῶν αὐτή τήν περίοδο ἀνεδείχθη ὁ Θεοδώρητος Κύρου (393-457), ὁ ὁποῖος ἦταν ὀπαδός τῶν ἀντιλήψεων τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας καί βαρύνεται μέ σωρεία ἐνεργειῶν κατά τοῦ ἁγίου Κυρίλλου καί τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.[51] Σέ διάφορες περιπτώσεις εἶχε ἐκφραστεῖ ὑβριστικά γιά τόν ἅγιο Κύριλλο, ἀποκαλώντας τον αἱρετικό ἤ αἱρεσιάρχη, θεωροῦσε αἱρετικά τά Δώδεκα Κεφάλαια, εἶχε πρωτοστατήσει στήν παρασυναγωγή τοῦ Ἰωάννου Ἀντιοχείας στήν Ἔφεσο κατά τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (431), εἶχε ἐκφωνήσει λόγους ὑπέρ τοῦ Νεστορίου, συνέταξε «Πεντάλογον» κατά τοῦ ἁγίου Κυρίλλου καί τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅπου ὁμιλεῖ γιά δύο φύσεις καί δύο πρόσωπα, ὅπως ἀκριβῶς καί ὁ Θεόδωρος κ.ἄ. Ὡστόσο, τό 433 δέχθηκε τίς Διαλλαγές καί πιθανῶς αὐτός συνέταξε τό κείμενο τῆς συμφωνίας, ἀπέφευγε ὅμως νά ἀναθεματίσει προσωπικά τόν Νεστόριο. Ὅταν λίγο ἀργότερα ὁ ἅγιος Κύριλλος ἔγραψε ἔργο «Κατά Θεοδώρου καί Διοδώρου», ὁ Θεοδώρητος ἔγραψε Ἀπολογία «Ὑπέρ Διοδώρου καί Θεοδώρου τῶν τῆς ἀληθοῦς θεοσεβείας προμάχων». Μέ τήν ἐμφάνιση τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ μετεῖχε ἐνεργά στόν ἀντιμονοφυσιτικό ἀγώνα, μεταξύ ἄλλων μέ τό ἔργο του «Ἐρανιστής ἤ Πολύμορφος», στό ὁποῖο πάλι ἐπαινοῦνται οἱ Διόδωρος καί Θεόδωρος. Ὅταν τό 448 ἐκδόθηκε Σάκρα τοῦ Αὐτοκράτορος Θεοδοσίου (408-450), ἡ ὁποία προέβαλε τά Δώδεκα Κεφάλαια ὡς κριτήρια τῆς ὀρθῆς πίστεως, ἀντέδρασε καί συμμετεῖχε σέ διαδήλωση στήν Ἀντιόχεια κατά τοῦ Αὐτοκράτορος. Στή λεγόμενη «Ληστρική» (μονοφυσιτική) Σύνοδο τῆς Ἐφέσου τό 449 ὁ Θεοδώρητος καταδικάστηκε ἀπών καί ἀναπολόγητος, δηλαδή ἀντικανονικά, μέ βάση τά συγγράμματά του καί τίς ἐνέργειές του, ὡς Νεστοριανός. Ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (451) ἀνεθεώρησε τήν ἀντικανονική καταδίκη του, δέχθηκε, ὅμως, τίς ἐναντίον του κατηγορίες. Ἔτσι, ὁ Θεοδώρητος εἰσῆλθε σέ νέα κρίση. Ἐνῶ ἀπέφευγε συστηματικά νά ἀναθεματίσει τόν Νεστόριο ἐνώπιον τῆς Συνόδου, ὑποχρεώθηκε, κυριολεκτικά τήν τελευταία στιγμή, νά τόν ἀναθεματίσει προσωπικά καί νά δεχθεῖ τόν Ὅρο Πίστεως τῆς Συνόδου καί τόν Τόμο τοῦ ἁγίου Λέοντος.[52] Μέ αὐτές τίς προϋποθέσεις ἀποκαταστάθηκε πλήρως στήν ἐκκλησιαστική κοινωνία.[53]

Τῶν ἴδιων περίπου ἀντιλήψεων ἦταν καί ὁ Ἴβας Ἐδέσσης (†457), ὁ ὁποῖος ἐργάστηκε γιά τή διάδοση τῶν ἰδεῶν τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας στήν Ἀρμενία καί μετέφρασε στήν ἀρμενική ἔργα του.[54] Ὁ Ἴβας ἔγραψε ἐπιστολή «Πρός Μᾶριν» τόν Πέρση, ἡ ὁποία ὑβρίζει τόν ἅγιο Κύριλλον, τήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο καί τά Δώδεκα Κεφάλαια καί ἐπαινεῖ τούς Νεστόριο καί Θεόδωρο. Κατά τήν ἐπιστολή, οἱ Διαλλαγές σημαίνουν μεταβολή τῶν ἀπόψεων τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ὁ Νεστόριος εἶναι πρόσωπο ἀδικημένο, τά Δώδεκα Κεφάλαια εἶναι αἱρετικά, ὁ Κύριλλος ἐξέκλινε καί διολίσθησε στόν Ἀπολλιναρισμό, ὁ Θεόδωρος εἶναι μέγας διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, οἱ Διαλλαγές παρεμέρισαν τά Δώδεκα Κεφάλαια καί τήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, τῆς ὁποίας οἱ πρωτεργάτες εἶναι «ἐν αἰσχύνῃ» καί ἀπολογοῦνται γιά τά δογματικά τους λάθη, οἱ Χριστολογικές ἀπόψεις τοῦ Θεοδώρου εἶναι ἐγκυημένες! Ὅταν ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἅγιος Πρόκλος (434-446) ἐξέδωσε τόν περίφημο «Πρός Ἀρμενίους» Τόμο του (437), ὁ Ἴβας μέ διάφορες προφάσεις ἀπέφευγε νά ἀναθεματίσει τά συνημμένα σ’ αὐτόν «Κεφάλαια» (θέσεις) τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας, τελικά, ὅμως, πείστηκε καί τά ἀναθεμάτισε. Λίγο ἀργότερα παραπέμφθηκε σέ δίκη στήν Τύρο (449) μέ τίς κατηγορίες ὅτι συνέγγραψε τήν Πρός Μᾶριν ἐπιστολή, ὅτι ὑβρίζει τόν ἅγιο Κύριλλο ὡς αἱρετικό καί ὅτι εἶχε ὑποστηρίξει νεστοριανικές θέσεις. Ἐκεῖ ὁ Ἴβας ἀρνήθηκε ὅτι ἔχει συγγράψει τήν Πρός Μᾶριν ἐπιστολή, καθώς καί τίς ἐναντίον του κατηγορίες, διαβεβαίωσε δέ ὅτι μετά τίς Διαλλαγές δέν εἶχε πεῖ τίποτε ἐναντίον τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, τόν ὁποῖο θεωροῦσε Ὀρθόδοξο καί κοινωνικό. Τέλος, κατέθεσε Ὁμολογία, κατά τήν ὁποία ἀποδεχόταν τίς Διαλλαγές καί τήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο καί ὑποσχόταν ὅτι θά ἀναθεματίσει στήν Ἔδεσσα δημόσια καί «ἐπ’ Ἐκκλησίας» τόν Νεστόριο, ὅμως τήν ὑπόσχεση αὐτή ποτέ δέν τήν πραγματοποίησε. Στή Ληστρική (μονοφυσιτική) Σύνοδο τῆς Ἐφέσου (449) καθαιρέθηκε ἀπών, ἀναπολόγητος καί ἀντικανονικά, ὅπως καί ὁ Θεοδώρητος. Ὡστόσο, ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (451) τόν ἀποκατέστησε, ἀφοῦ ἐνώπιόν της ἀναθεμάτισε τόν Νεστόριο, καταχώρησε ὅμως στά Πρακτικά της τήν Πρός Πέρσην Μᾶριν ἐπιστολή του. Ἡ ἐνέργεια αὐτή παρερμηνεύτηκε ἀπό τούς ὁμοφρόνους του, ὡς ἀναγνώριση τῆς ἐπιστολῆς ἀπό τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἡ Σύνοδος τήν συμπεριέλαβε στά Πρακτικά της ὡς Ὀρθόδοξο καθοδηγητικό κείμενο.

Στήν ἐποχή, λοιπόν, μετά τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (451) παρατηρεῖται μιά ἀναζωπύρωση τοῦ Νεστοριανισμοῦ, μέ τήν προβολή τῶν ἀντιλήψεων ὄχι πλέον τοῦ Νεστορίου (395-451), ἀλλά τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας (350-428). Εἰδικές συνθῆκες, πού ἐπικράτησαν στή Δύση ἀπό τά τέλη τοῦ ε΄ μ.Χ. αἰ.,[55] εὐνόησαν τήν καλλιέργεια ἐκεῖ τῆς ἀπέχθειας πρός τόν Μονοφυσιτισμό καί τόν Ἀντιχαλκηδονισμό καί τῆς συμπάθειας πρός τόν Νεστοριανισμό, μέ ἀποτέλεσμα κατά τήν ἐποχή πρό τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (553) ἡ Δύση νά ἐμφανίζεται μέ σαφῶς νεστοριανίζουσα ἀπόκλιση. Τό ζήτημα, πλέον, ἔπρεπε νά ἐπιλυθεῖ σέ νέα Οἰκουμενική Σύνοδο, ἰδιαίτερα μετά τήν ἀποτυχία τῶν προσπαθειῶν τῶν Αὐτοκρατόρων Ζήνωνος (474-475, 476-491) καί Βασιλίσκου (475-476) νά προσεγγίσουν τούς ἀποσχισθέντες ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας Ἀντιχαλκηδονίους (μονοφυσιτίζοντες). Ἡ νέα Οἰκουμενική Σύνοδος ἔπρεπε νά ἀποφανθεῖ γιά τά λεγόμενα «Τρία Κεφάλαια», δηλαδή γιά τρία σοβαρά ζητήματα, πού ἀπασχολοῦσαν τότε τήν Ἐκκλησία καί τά ὁποῖα ἦταν: α) τό πρόσωπο καί τά συγγράμματα τοῦ Θεοδώρου Μοψουστίας, β) τά συγγράμματα τοῦ Θεοδωρήτου Κύρου καί γ) ἡ Πρός Πέρσην Μᾶριν ἐπιστολή τοῦ Ἴβα Ἐδέσσης. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι, ἐνῶ στήν πρώτη περίπτωση γινόταν λόγος καί γιά τό πρόσωπο τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας, στίς ἄλλες δύο περιπτώσεις ἀναφέρονταν μόνο τά συγγράμματα (ἅπαντα) τοῦ Θεοδωρήτου Κύρου καί μόνο ἡ ἐπιστολή τοῦ Ἴβα, ἀκριβῶς ἐπειδή τά πρόσωπα τῶν Θεοδωρήτου καί Ἴβα εἶχαν ἀποκατασταθεῖ ἀπό τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (451), ἀφοῦ εἶχαν ἀναθεματίσει τόν Νεστόριο καί ἀφοῦ εἶχαν ἀποδεχθεῖ τόν Ὅρο της. Ὡστόσο, τά Τρία Κεφάλαια εἶχαν ἤδη καταστεῖ μεῖζον ἐκκλησιαστικό ζήτημα πολύ πρό τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (553). Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἀκάκιος (471-489) τά εἶχε ἤδη καταδικάσει (484), ἀλλά ὁ Πάπας Ῥώμης Φήλιξ (483-492) ἀντέδρασε, μέ ἀποτέλεσμα νά προκληθεῖ τό λεγόμενο Ἀκακιανό Σχίσμα (484-519).[56] Οἱ περισσότεροι Ἐπίσκοποι τῆς Ἀνατολῆς τά εἶχαν, ἐπίσης, καταδικάσει, καθώς καί ὁ νέος Αὐτοκράτορας Ἰουστινιανός (527-565), οἱ Ἐπίσκοποι, ὅμως τῆς Δύσεως ἀντιδροῦσαν.

Ἔτσι, ἡ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος συνῆλθε στήν Κωνσταντινούπολη τό 553 μ.Χ. χωρίς τή συμμετοχή τοῦ Πάπα Ῥώμης Βιγιλίου (538-555), ὁ ὁποῖος βρισκόταν τότε ἐκεῖ, ἀλλά ἀρνήθηκε πεισματικά νά συμμετάσχει, ἀναγνώρισε δέ τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου ἐννέα μῆνες μετά τή λήξη τῶν ἐργασιῶν της. Ἡ Σύνοδος, α) καταδίκασε τά Τρία Κεφάλαια καί β) ἀποκατέστησε τό κύρος τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἑρμηνεύοντας ὀρθά τήν ἴδια καί τή διδασκαλία της.[57] Προφανῶς, ἡ ὀρθή ἑρμηνεία τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἦταν τό ζητούμενο. Τόσο οἱ ὀπαδοί τῶν Τριῶν Κεφαλαίων, ὅσο καί οἱ Ὀρθόδοξοι τῆς Ἀνατολῆς ὑποστήριζαν τή Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος, γιά διαφορετικούς ὅμως λόγους. Οἱ Ὀρθόδοξοι ἐπιδίωκαν τήν καταδίκη τῶν Τριῶν Κεφαλαίων γιά νά ἀρθεῖ κάθε μομφή ἐναντίον τῆς Συνόδου καί γιά νά ἀποφευχθεῖ κάθε νεστοριανή παρερμηνεία της ἀπό τήν, ἔστω, ἀνοχή τῶν Τριῶν Κεφαλαίων. Οἱ ὀπαδοί τῶν Τριῶν Κεφαλαίων πίστευαν ὅτι ἡ καταδίκη τους θά σήμαινε ἀναθεώρηση τῶν ἀποφάσεων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού θά ἔθιγε τό κύρος καί τή θεοπνευστία της. Καί οἱ δύο παρατάξεις εἶχαν ἐπίγνωση ὅτι ἐπίκεντρο τοῦ ζητήματος ἦταν ἡ θεολογία τῆς Δύσεως, ὁ λεγόμενος «αὐστηρός χαλκηδονισμός» (ἡ νεστοριανίζουσα κατανόηση καί ἑρμηνεία τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου).[58]

Στόν Ὅρο Πίστεως τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καί εἰδικότερα στό πρῶτο (ἱστορικό) τμῆμα του, καταδικάζεται ἡ ἀντίληψη ὅτι ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος δέχθηκε ὡς Ὀρθόδοξη τήν ἐπιστολή Ἴβα, τυχόν ἀποδοχή τῆς ὁποίας θά σήμαινε παραμερισμό τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τοῦ ἁγίου Κυρίλλου καί τῶν Δώδεκα Κεφαλαίων, καθώς ἐπίσης υἱοθέτηση τῆς ἀντίληψης τῆς ἐπιστολῆς ὅτι ὁ ἅγιος Κύριλλος μετά τίς Διαλλαγές ἑρμήνευσε σωστά τά Δώδεκα Κεφάλαια, ἐνῶ πρίν τά κατανοοῦσε ἐσφαλμένα. Ἐπίσης, μέ ἀφορμή τήν περίπτωση τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας, καταδικάζεται ἡ ἀντίληψη ὅτι δέν πρέπει νά ἀναθεματίζεται κάποιος μετά θάνατον ἤ ὅτι δέν πρέπει νά ἀναθεματίζονται οἱ αἱρετικοί πού πέθαναν σέ ἐκκλησιαστική κοινωνία. Στό δεύτερο (δογματικό) τμῆμα τοῦ Ὅρου, μετά τήν καταδίκη τῶν Τριῶν Κεφαλαίων, ἐκτίθεται ἡ ὀρθή πίστη μέ τή μορφή δεκατεσσάρων Ὀρθοδόξων Κεφαλαίων (Ἀναθεματισμῶν) καί μέ βάση τά νέα δεδομένα. Εἰδικότερα: α) Καταδικάζονται ὅσοι δέν ἀποδέχονται τίς δύο γεννήσεις τοῦ Θεοῦ Λόγου. β) Διασαφινίζεται ἡ περί ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων ἀλήθεια, τόσο μέ τήν παλαιότερη ἔκφραση τοῦ ἁγίου Κυρίλλου «(ἕνωσις) καθ’ ὑπόστασιν», ὅσο καί μέ τή νέα «(ἕνωσις) κατά σύνθεσιν», ἐνῶ σαφῶς ἀπορρίπτεται ἡ ἕνωση «κατά χάριν» ἤ «κατ’ ἐνέργειαν» ἤ «κατ’ ἀξίαν» ἤ «κατ’ ἰσοτιμίαν» ἤ «κατ’ αὐθεντίαν» ἤ «κατ’ ἀναφοράν» ἤ «κατά σχέσιν» ἤ «κατά δύναμιν» ἤ «κατ’ εὐδοκίαν». Καταδικάζεται ἡ διάκριση μεταξύ τοῦ θαυματουργήσαντος Θεοῦ Λόγου καί τοῦ παθόντος Χριστοῦ καί προβάλλεται ἡ ἀλήθεια ὅτι ἕνας εἶναι ὁ Θεός Λόγος, ὁ Ὁποῖος σαρκώθηκε καί ἔγινε ἄνθρωπος, καί σ’ Αὐτόν τόν ἕνα ἀποδίδονται τόσο τά θαύματα, ὅσο καί τά πάθη. Ἀπορρίπτεται ἡ ἀντίληψη ὅτι ὁ Θεός Λόγος συνυπάρχει στόν ἄνθρωπο Χριστό, ἤ ὅτι εἶναι σ’ Αὐτόν ὡς «ἄλλος ἐν ἄλλῳ». Ἀπορρίπτεται ἡ διάκριση μεταξύ «ναοῦ» καί «ἐνοικοῦντος ἐν αὐτῷ». Γίνεται ἀποδεκτό τό «ἕν πρόσωπον» ἤ ἡ «μία ὑπόστασις» τοῦ Θεοῦ Λόγου «ἐν Χριστῷ» καί ἀπορρίπτεται ἡ περί δύο προσώπων ἤ ὑποστάσεων πλάνη. Αὐτό τό «ἕν πρόσωπον» πρέπει νά κατανοεῖται ἀποκλειστικά μέ βάση τήν «καθ’ ὑπόστασιν» ἑνώση, γι’ αὐτό καταδικάζονται ὅσοι θεωροῦν ὅτι ἡ «μιά ὑπόστασις» τοῦ Κυρίου ἐπιδέχεται ἑρμηνεία πολλῶν ὑποστάσεων καί, κατά συνέπεια, εἰσάγουν λαθραῖα δύο ὑποστάσεις ἤ πρόσωπα, ἀποδεχόμενοι τό «ἕν πρόσωπον» μόνο «κατά τήν προσηγορίαν», ἤ «κατά τήν τιμήν», ἤ «κατά τήν ἀξίαν», ἤ «κατά τήν προσκύνησιν». γ) Καταδικάζεται ἡ ἀντίληψη ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία, ἡ ὁποία ἐπιπλέον ἀποκαλεῖται «ἀειπάρθενος», εἶναι Θεοτόκος καταχρηστικά καί ὄχι «ἀληθῶς». Καταδικάζονται, ἐπίσης, οἱ ὅροι «Χριστοτόκος» καί «ἀνθρωποτόκος». δ) Καταδικάζεται ἡ παρερμηνεία καί ὁρίζεται ἡ ὀρθή ἑρμηνεία τῶν ἐκφράσεων «ἐν δύο φύσεσι», «ἐκ δύο φύσεων» καί «μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη», ἀναθεματίζονται δέ τόσο οἱ συγχέοντες, ὅσο καί οἱ τέμνοντες τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας. ε) Καταδικάζεται ἡ προσκύνηση τοῦ Κυρίου «ἐν δύο φύσεσι», μέ τήν ὁποία εἰσάγονται δύο προσκυνήσεις, ἄλλη προσκύνηση τοῦ Θεοῦ Λόγου καί ἄλλη τοῦ ἀνθρώπου Χριστοῦ, ἐνῶ στόν Θεό Λόγο ἀποδίδεται μία μόνο προσκύνηση «μετά τῆς ἰδίας σαρκός». στ) Ἀναθεματίζονται ὅσοι δέν ἀποδέχονται ὅτι «ὁ ἐσταυρωμένος σαρκί Κύριος» εἶναι «Θεός ἀληθινός», ὁ «Κύριος τῆς Δόξης καί ὁ «εἷς τῆς Τριάδος». ζ) Καταδικάζονται εἰδικότερα θέσεις τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας, ὅπως ἡ περί ἠθικῆς καί «ἐκ προκοπῆς» τελειοποιήσεως τοῦ Χριστοῦ, ἡ παρομοίωση τῆς ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων μέ τήν ἕνωση ἀνδρός καί γυναικός στόν Γάμο, καθώς καί παρερμηνεῖες ἐκ μέρους του χαρακτηριστικῶν χωρίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς.[59]

Μέ τό ἔργο τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καταδικάστηκε καί ἀντιμετωπίστηκε ὁριστικά ὁ Νεστοριανισμός στίς διάφορες μορφές καί ἐκδηλώσεις του. Ὡστόσο, στή Δύση ἡ Σύνοδος δέν ἔγινε ἀμέσως ἀποδεκτή. Ἄν καί ὁ Πάπας Βιγίλιος (538-555) τήν εἶχε σαφῶς ἀποδεχθεῖ, ὅπως εἴδαμε, ἀπό τούς διαδόχους του εἴτε ἀπορρίφθηκε, εἴτε ἁπλῶς ἀγνοήθηκε. Ἔτσι, γιά ἕνα διάστημα τουλάχιστον (555-579), ἡ Δύση τελοῦσε σαφῶς ὑπό τά ἐπιτίμια τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἕναν αἰώνα περίπου ἀργότερα ἔγινε ἐπίσημα ἀποδεκτή ἀπό τή Σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ (649) ἐπί Πάπα ἁγίου Μαρτίνου Α΄ (649-653).[60] Γενικά, ἡ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος βασίστηκε κυρίως στή διδασκαλία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας (370-444), τό δέ ἔργο της ἦταν συνέχεια καί ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (431).

Ὡστοσο, ἄν καί ἀντιμετωπίστηκε μέ ἐπιτυχία ὁ Νεστοριανισμός, οἱ Χριστολογικές ἔριδες δέν ἔληξαν, ἀλλά συνεχίστηκαν μέ τήν ἀναζωπύρωση, ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας καί τῶν Αὐτοκρατόρων αὐτή τή φορά, τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀπασχολήσει ἐντονότατα τήν Ἐκκλησία στήν ἐποχή τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451) καί ἐπανερχόταν στό προσκήνιο μέ τή μορφή πλέον τῶν αἱρέσεων τοῦ Μονοθελητισμοῦ καί τοῦ Μονοενεργητισμοῦ.

 

*     *     *

 

ΜΕΡΟΣ Β':

ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΙΣΜΟΣ, ΜΟΝΟΘΕΛΗΤΙΣΜΟΣ

ΚΑΙ ΜΟΝΟΕΝΕΡΓΗΤΙΣΜΟΣ

 

Ἡ Γ΄ Οἱκουμενική Σύνοδος (431 μ.Χ.) καταδίκασε τή σοβαρότερη Χριστολογική αἵρεση τοῦ Χριστιανισμοῦ, τόν Νεστοριανισμό, τήν καταδίκη τοῦ ὁποίου, καθώς ἐπίσης τίς προϋποθέσεις του καί τίς ἀναζωπυρώσεις του, ἐπανέλαβε ἡ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (553 μ.Χ.), ὅπως εἴδαμε. Οἱ δογματικές διατυπώσεις τοῦ ἁγίου Κυρίλλου στά Δώδεκα Κεφάλαια, ὀρθῶς κατανοούμενες, θά ἦταν ἀρκετές γιά τή ριζική ἀντιμετώπιση τοῦ Νεστοριανισμοῦ καί γιά τή λήξη τῶν Χριστολογικῶν ἐρίδων, ὅμως, τά γεγονότα πού ἀκολούθησαν μετά τήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο διέψευσαν τίς ἐλπίδες γιά τήν εἰρήνευση τῆς Ἐκκλησίας. Τό 444 μ.Χ. ἐκοιμήθη ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ἡ παρουσία τοῦ ὁποίου καί ἡ στιβαρή θεολογική του ἐμβέλεια ἀποτελοῦσαν ἐγγύηση γιά τήν εἰρήνη τῆς Ἐκκλησίας. Ἤδη πρό τριετίας εἶχε κοιμηθεῖ καί ὁ ἕτερος πρωταγωνιστής τῶν γεγονότων τῆς ἐποχῆς, ὁ Ἀντιοχείας Ἰωάννης (428-441). Ἀμέσως μετά τήν κοίμηση τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἐφανίστηκε νέα μεγάλη αἵρεση στόν ἀντίποδα τοῦ Νεστοριανισμοῦ, ὁ Μονοφυσιτισμός,[61] ὁ ὁποῖος, λόγω τῆς ἁπλοϊκότητάς του, γνώρισε μεγαλύτερη ἐξάπλωση καί ἔγινε πιό ἐπικίνδυνος ἀπό τόν Νεστοριανισμό.

Στόν Μονοφυσιτισμό ὁδηγήθηκαν οἱ ὀπαδοί τῶν ἄκρων, ἀφ’ ἑνός μέν τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, ἀφ’ ἑτέρου δέ τοῦ Ἀπολλιναρίου Λαοδικείας. Ἀρχηγέτης τῆς νέας αἵρεσης ἀνεδείχθη ὁ Ἀρχιμανδρίτης Εὐτυχής (περ. 378-451), ὁ ὀποῖος, στόν ἀγώνα του κατά τοῦ Νεστορίου, ὑποστήριξε γύρω στό 446 μ.Χ. ὅτι στόν Χριστό μετά τήν ἕνωση δέν ὑπάρχουν πλέον δύο τέλειες φύσεις, ἀλλά μόνο μία σύνθετη φύση, πού προῆλθε ἀπό τήν ἀνάμιξη καί σύγκραση τῆς θείας καί τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Κατά τόν Εὐτυχῆ καί τούς ὀπαδούς του, ὁ Κύριος, ἄν καί προέρχεται ἀπό δύο τέλειες φύσεις, δέν διατήρησε ἀκέραιες τίς φύσεις αὐτές μετά τήν ἕνωσή τους, ἀλλά πρέκυψε ἀπό τήν ἕνωση μία μόνο φύση, ἡ θεία, ἀπό τήν ὁποία ἀπορροφήθηκε ἡ ἀνθρώπινη καί κατ’ αὐτό τόν τρόπο θεώθηκε. Στή μία αὐτή φύση ἀποδίδονται ἀκόμη καί τά πάθη. Σύμφωνα μέ τά παραπάνω, στόν Χριστό οὔτε ἀνθρώπινη φύση ὑπάρχει, ὁμοούσια μέ τή δική μας, οὔτε ἔχει ὁ Χριστός ἀνθρώπινο σῶμα, ὁμοούσιο μέ τό δικό μας, ἀλλά τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶχε μέν σχῆμα καί μορφή ἀνθρώπου, δέν ἦταν ὅμως ἀνθρώπινο. Ὁ Εὐτυχής χρησιμοποιοῦσε τήν ἔκφραση «ὁμολογῶ ἐκ δύο φύσεων γεγενῆσθαι τόν Κύριον ἡμῶν πρό τῆς ἑνώσεως, μετά δέ τήν ἕνωσιν μίαν φύσιν ὁμολογῶ».[62] Ἀπό αὐτήν προέκυψε ὁ τύπος «δύο φύσεις πρό τῆς ἑνώσεως, μία φύση μετά τήν ἕνωση», ὁ ὁποῖος ἔγινε χαρακτηριστική διατύπωση τῶν Μονοφυσιτῶν.

Οἱ θεολογικές προϋποθέσεις ἤ ρίζες τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ βρίσκονται στήν ἐσφαλμένη κατανόηση τοῦ περιεχομένου καί τῆς σχέσης μεταξύ «φύσεως» καί «προσώπου» καί, κατά συνέπειαν, στήν ἀντίληψη ὅτι ὁ δεχόμενος δύο φύσεις στόν Χριστό εἶναι ἀναγκασμένος νά δεχθεῖ ἀπαραιτήτως καί δύο πρόσωπα. Ἠδη ἡ φιλοσοφική ἀρχή «οὐκ ἔστιν φύσιν ἀπρόσωπον ἤ ἀνυπόστατον εἰπεῖν» εἶχε ἐπιδράσει στή γένεση καί τή διαμόρφωση τοῦ Νεστοριανισμοῦ, ὅπως εἴδαμε. Ἐπίσης, οἱ προϋποθέσεις τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ βρίσκονται καί στήν ἀποδοχή τῆς ἠθικοδεοντολογικῆς ἀρχῆς ὅτι εἶναι «ἀκαλλές» νά ἔχει ὁ Κύριος ἀνθρώπινες ἐνέργειες καί ἰδιότητες.

Ὅπως ἦταν φυσικό, τό πρόσωπο καί ἡ Χριστολογία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας (370-444) ἦλθαν καί πάλι στό προσκήνιο. Οἱ Μονοφυσῖτες προέβαλλαν τόν ἅγιο Κύριλλο ὡς ὁμόφρονά τους, χωρίς, ὅμως, νά τόν ἀποδέχονται ἐξ ὁλοκλήρου. Ἀπό τά κείμενά του ἀπέρριπταν τήν Β΄ Πρός Νεστόριον Ἐπιστολή καθώς καί τήν Ἐπιστολή πρός τούς Ἀνατολικούς («Ἐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοί»), ὡς πεπλανημένες καί ἐσφαλμένες. Ἀπό τήν Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο ἀπεδέχοντο μόνο τά Δώδεκα Κεφάλαια, ἑρμηνευόμενα ὅμως κατά τίς ἀπόψεις τους.[63] Καί μόνο τό γεγονός ὅτι τηροῦσαν τέτοια ἐπιλεκτική στάση ἔναντι τοῦ ἁγίου Κυρίλλου ἀποδεικνύει σαφέστατα ὅτι ὁ μέγας αὐτός Πατήρ καί διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶχε καμμία σχέση μέ τόν Μονοφυσιτισμό. Στόν ἀγώνα του, ὅμως, κατά τοῦ Νεστορίου ὁ ἅγιος Κύριλλος εἶχε χρησιμοποιήσει κάποιες ἐκφράσεις, οἱ ὁποῖες, εἶναι μέν κατά πάντα Ὀρθόδοξες, κρινόμενες ὅμως μέ τά τῶν κριτήρια τῆς θεολογικῆς ὁρολογίας τῆς ἐποχῆς μετά τήν ἐμφάνιση τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, μποροῦν νά χαρακτηρισθοῦν ὡς μονοφυσιτίζουσες. Αὐτές, ὅπως ἦταν φυσικό, χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον ἀπό τούς Μονοφυσῖτες γιά τή στήριξη τῶν ἀπόψεών τους. Οἱ πιό γνωστές ἀπό αὐτές ἦταν οἱ ἑξῆς: α) «μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη», β) «ὁ εἷς τῆς Τριάδος ἔπαθε σαρκί»[64] καί γ) «ἐκ δύο φύσεων».

Ἡ ἔκφραση «μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη» ἤδη ἀπό τήν ἐποχή πού χρησιμοποιήθηκε ἀπό τόν ἅγιο Κύριλλο δημιουργοῦσε προβλήματα ὡς πρός τήν κατανόησή της, γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Κύριλλος ἀναγκάστηκε νά διυεκρινίσει ὁ ἴδιος τό περιεχόμενό της. Εἶναι, λοιπόν, φανερό, ὅτι τό πρόβλημα σχετικά μέ τήν ἔκφραση αὐτή εἶναι πρόβλημα ἑρμηνείας, ἀφοῦ ἡ παραπάνω ἔκφραση μπορεῖ νά κατανοηθεῖ καί μέ Ὀρθόδοξο τρόπο καί μέ αἱρετικό. Ὡστόσο, ἡ Ὀρθόδοξη ἑρμηνεία της εἶναι δεδομένη, ἀφοῦ ἀφ’ ἑνός μέν ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, πού τήν χρησιμοποποιοῦσε, διευκρινίζει σαφῶς τί ἐννοοῦσε μέ αὐτήν, ἀφ’ ἑτέρου δέ οἱ μετέπειτα Πατέρες ἀποδέχονται καί ἐπαναλαμβάνουν τήν Ὀρθόδοξη ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου. Τήν ἔκφραση αὐτή χρησιμοποίησε πρῶτος ὁ Ἀπολλινάριος Λαοδικείας μέ αἱρετική ἔννοια. Μέ αὐτήν σημαίνεται, κατά τόν Ἀπολλινάριο, ἡ ἕνωση κατά τήν ὁποία ὁ Λόγος δέν προσέλαβε πλήρη (ὁλόκληρη) ἀνθρώπινη φύση, ἀλλά «σάρκα» (σῶμα), μέ «λογική ψυχή», ὄχι ὅμως καί μέ «νοερά ψυχή». Ἐπί πλέον, μετά τήν ἔτσι ἐννοούμενη ἕνωση, ἡ ἀνθρώπινη φύση δέν παρέμεινε ἀσύγχυτη. Ὁ ἅγιος Κύριλλος παρέλαβε τήν ἔκφραση ἀπό σύγγραμμα τοῦ Ἀπολλιναρίου, τό ὁποῖο, ὅμως, διεκινεῖτο μέ τό ὄνομα τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου,[65] ἀλλά προσέδωσε σ’ αὐτήν Ὀρθόδοξο περιεχόμενο. Ἡ χρησιμοποίησή της ἔγινε γιά συγκεκριμένο σκοπό, δηλαδή κατά τῆς νεστοριανῆς διαίρεσης τῶν δύο φύσεων. Κατά τόν ἅγιο Κύριλλο, στήν ἔκφραση «μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη», τό «μία φύσις» σημαίνει «μία ὑπόστασις», «ἕν πρόσωπον», ἤ ὀρθότερα «μία φύσις» σημαίνει τόν ἕνα Χριστό.[66] Αὐτό συμβαίνει, ἐπειδή στόν ἅγιο Κύριλλο οἱ ὅροι «φύσις», «ὑπόστασις» καί «πρόσωπον» πολλές φορές ταυτίζονται ἐνοιολογικά ἤ ἐναλλάσσονται.[67] Ἔτσι, παράλληλα μέ τήν ἔκφραση «μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη» χρησιμοποιεῖ ὁ ἅγιος Κύριλλος καί τίς ἐκφράσεις «μία ὑπόστασις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη»[68] καί «ἕν πρόσωπον τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένου».[69]

Ὅπως εἶναι γνωστό, οἱ ὅροι, ἀκόμη καί οἱ θεολογικοί, ἔχουν ἱστορία, ἐξελίσσονται. Τό περιεχόμενό τους μεταβάλλεται, μέχρι κάποτε νά παγιωθεῖ. Ἔτσι, οἱ ὅροι «οὐσία», «ὑπόστασις» καί «φύσις» ἀρχικά ἦταν ταυτόσημοι καί σήμαιναν τό ἴδιο ἀκριβῶς πράγμα. Μέ αὐτή τήν ἔννοια τούς χρησιμοποίησε ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος.[70] Ἐπειδή, ὅμως, ἡ διατύπωση αὐτή ἀντιμετώπιζε μέν ἀποτελεσματικά τόν Ἀρειανισμό, τό κατ’ ἐξοχήν πρόβλημα τῆς ἐποχῆς τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλά κάλυπτε ἄλλες αἱρέσεις, ὅπως ὁ Σαβελλιανισμός (Τροπικός Μαναρχιανισμός), ἐπί τῆς ἐποχῆς τῶν μεγάλων Καππαδοκῶν Πατέρων (Μεγάλου Βασιλείου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Γρηγορίου Νύσσης) διαχωρίστηκε σαφῶς τό περιεχόμενο τοῦ ὅρου «ὑπόστασις» ἀπό τό περιεχόμενο τῶν ὅρων «οὐσία» καί «φύσις». Ὁ ὅρος «οὐσία» ταυτίστηκε μέ τόν ὅρο «φύσις» καί ὁ ὅρος «πρόσωπον» (χωρίς ὀντολογικό περιεχόμενο μέχρι τότε) προσέλαβε ὀντολογικό περιεχόμενο καί ταυτίστηκε μέ τόν ὅρο «ὑπόστασις». Αὐτό, ὅμως, δέν σημαίνει ὅτι ἡ νέα νοηματοδότηση τῶν ὅρων ἐπικράτησε ἀμέσως καί σέ ὁλοκλήρη τήν Ἐκκλησία. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, πιστός στήν ὁρολογία τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, γιά πολλές δεκαετίες δίσταζε νά ἀποδεχθεῖ ὅτι ὅσοι χρησιμοποιοῦν τούς παραπάνω ὅρους μέ τό νέο τους περιεχόμενο εἶναι Ὀρθόδοξοι. Γιά μεγάλο χρονικό διάστημα ἄλλοι χρησιμοποιοῦσαν τούς ὅρους μέ τό παλαιό τους περιεχόμενο καί ἄλλοι μέ τό νέο ἤ ἀκόμη καί τά ἴδια πρόσωπα σέ ἄλλες περιπτώσεις χρησιμοποιοῦσαν τούς ὅρους μέ τό παλαιό περιεχόμενο καί σέ ἄλλες μέ τό νέο. Ἡ Χριστολογική ὁρολογία στήν ἐποχή πρό τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἦταν ἀκόμη ρευστή. Ἔτσι, ὁ ἅγιος Κύριλλος, ζῶντας στήν Ἀλεξάνδρεια, δηλαδή σέ περιοχή μέ δική της ἰσχυρή θεολογική παράδοση, εἶχε τή δυνατότητα νά χρησιμοποιεῖ καί τήν παλαιοτέρη ὁρολογία, ἡ ὁποία ταύτιζε τούς ὅρους «οὐσία» καί «ὑπόστασις», ἀλλά καί τή νέα. Τό ἀκριβές περιεχόμενο (ἡ ἔννοια) τῶν ὅρων (καί αὐτό ἀκριβῶς μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ, καί ὄχι ἡ ἴδια ἡ ὁρολογία[71]) προκύπτει ἀπό τά συμφραζόμενα καί ἀπό τίς παραπλήσιες ἐκφράσεις, πού χρησιμοποιοῦν οἱ συγγραφεῖς τῆς ἐν λόγῳ ἐποχῆς. Ἄς σημειωθεῖ ἐπίσης, ὅτι οἱ Καππαδόκες Πατέρες, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καί οἱ παλαιότεροι θεολόγοι χρησιμοποιοῦσαν τούς παραπάνω ὅρους γιά τό Τριαδικό δόγμα, δηλαδή γιά τήν ἀλήθεια περί τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐνῶ ὁ ἅγιος Κύριλλος, καθώς καί οἱ θεολόγοι καί Πατέρες αὐτῆς τῆς ἐποχῆς χρησιμοποιοῦν τούς ἴδιους ὅρους γιά τό Χριστολογικό δόγμα, δηλαδή γιά τήν ἀλήθεια περί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Προφανῶς, κάποιοι δίσταζαν νά ἀποδεχθοῦν ὅτι νέα ὁρολογία ἰσχύει κατά τόν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο καί περί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ὁριστικοποίηση τοῦ περιεχομένου τῶν ἐν λόγῳ ὅρων, δηλαδή οὐσιαστικά ἡ ἐπικύρωση τῆς νέας ὁρολογίας τῶν Καππαδοκῶν, ἔγινε λίγο ἀργότερα ἀπό τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (451). Εἰδικότερα, ἐπικυρώθηκε τότε ἡ διάκριση μεταξύ «οὐσίας» καί «ὑπόστασεως» ἤ μεταξύ «φύσεως» καί «προσώπου», μέ τή διατύπωση τῆς Συνόδου «δύο φύσεις ἕν πρόσωπον ἤ ὑπόστασις» γιά τό Χριστολογικό δόγμα.[72] Γιά πρώτη φορά ἡ διάκριση αὐτή εἰσέρχεται σέ ἐπισημότατο δογματικό κείμενο Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ἀπό τότε καμμία ταύτιση τῶν ὅρων «οὐσία» καί «ὑπόστασις» δέν εἶναι νοητή. Ἤδη, ὅμως, στήν Ἔκθεση Πίστεως τῶν Διαλλαγῶν, τήν ὁποία, ὅπως εἶναι γνωστό, ὑπέγραψε ὁ ἅγιος Κύριλλος, γίνεται λόγος σαφῶς, περί «δύο φύσεων» καί «ἑνός προσώπου»,[73] τό ὁποῖο προϋποθέτει σαφή διάκριση μεταξύ «φύσεως» καί «προσώπου» καί ἐπί τῆς Χριστολογίας.

«Μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη» σημαίνει, σύμφωνα μέ τά παραπάνω, «μία ὑπόστασις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη» ἤ «εἷς Θεός Λόγος σεσαρκωμένος». Ἄν, ὅμως, ἡ «μία φύσις» σημαίνει τήν μία ὑπόσταση ἤ τόν ἕνα Θεό Λόγο, ἡ μετοχή «σεσαρκωμένη», δηλώνει τό πλῆρες καί τέλειο τῆς ἀνθρώπινης φύσης τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή «σάρκα» ἀνθρώπινη (σῶμα) ἐμψυχωμένη «ψυχῇ νοερᾷ καί λογικῇ», τό ὁποῖο ἀποκρούει κάθε ὑπόνοια γιά ἀπολλιναριστική ἐκδοχή αὐτῆς τῆς ἐκφράσεως ἐκ μέρους τοῦ ἁγίου Κυρίλλου. Ὁ ὅρος «σεσαρκωμένη» τονίζεται στήν ἐν λόγῳ ἔκφραση, ὅπως προκύπτει ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ ἅγιος Κύριλλος στήν πρός Σούκενσον Β΄ ἐπιστολή του, ἑρμηνεύοντας ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό του, ἀναφέρει ὅτι, ἄν στό «μία φύσις» δέν εἶχε προστεθεῖ τό «σεσαρκωμένη», θά εἶχαν ἴσως λόγο κάποιοι νά τόν κατηγοροῦν. Ἐπειδή, ὅμως, μέ τό «σεσαρκωμένη» δηλώνεται «καί ἡ ἐν ἀνθρωπότητι τελειότης», δηλαδή καί ἡ τέλεια (πλήρης) ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νά πάψουν οἱ ἐναντίον του κατηγορίες.[74] Ἔτσι, κατά τόν ἅγιο Κύριλλο, ἐνώθηκαν «καθ’ ὑπόστασιν» δύο διαφορετικές καί τέλειες φύσεις. Γιά τήν ἀναίρεση, ὅμως, τῆς νεστοριανῆς διχοτόμησης τοῦ Χριστοῦ σέ δύο χαλαρά ἑνωμένα στοιχεῖα, μπορεῖ νά γίνει λόγος καί γιά «μία φύση» τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἀλλά «σεσαρκωμένης», δηλαδή θεία φύση μέ ἑνωμένη μαζί της πλήρη καί τέλεια (ὁλόκληρη) ἀνθρώπινη φύση. Τήν ἐπίσημη ἐκκλησιαστική ἑρμηνεία τῆς φράσης αὐτῆς τοῦ ἁγίου Κυρίλλου ἔδωσε λίγο ἀργότερα ἡ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (553), κατά τήν ὁποία ἡ φράση σημαίνει «ὅτι ἐκ τῆς θείας φύσεως καί τῆς ἀνθρωπίνης, τῆς ἑνώσεως καθ’ ὑπόστασιν γενομένης, εἷς Χριστός ἀπετελέσθη».[75] Αὐτό σημαίνει, ὅτι ἡ «μία φύσις» τοῦ ἁγίου Κυρίλλου δέν εἶναι ἡ «μία θεανδρική φύσις», ἤ ἡ «μία φύσις ἤ οὐσία τῆς θεότητος καί τῆς σαρκός» τοῦ Χριστοῦ, ἤ ἡ «μία σύνθετος φύσις» τῶν Μονοφυσιτῶν, ἀλλά ἡ «μία ὑπόστασις» τοῦ Θεοῦ Λόγου, στήν ὁποία ἑνώθηκαν ὄχι μία, ἀλλά δύο τέλειες φύσεις.

Γιά νά κατανοηθεῖ σωστά τό περιεχόμενο τῆς διατύπωσης αὐτῆς τοῦ ἁγίου Κυρίλλου,[76] καθώς καί τό περιεχόμενο τῶν ἐκφράσεων τίς ὁποῖες θά δοῦμε στή συνέχεια, πρέπει νά γνωρίζουμε τή γενικότερη Χριστολογική διδασκαλία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, κατά τήν ὁποία γίνονται ἀποδεκτές δύο φύσεις μετά τήν ἕνωση, οἱ φύσεις, ὅμως, αὐτές διακρίνονται «ἐν ψιλαῖς ἐννοίαις» ἤ «νοῦ φαντασίαις»,[77] πού σημαίνει ὅτι δέν μπορεῖ νά γίνεται λόγος μετά τήν ἕνωση γιά ἀνθρώπινη φύση ξεχωριστά καί ἀνεξάρτητα ἀπό τή θεία, οὔτε γιά θεία φύση ξεχωριστά καί ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἀνθρώπινη, γιατί ἀπό τή στιγμή πού ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις ἀποτέλεσαν τόν ἕνα Χριστό. Ἡ ἕνωση δέν ἐπέφερε ἀναίρεση τῆς διαφορᾶς τῶν δύο φύσεων, γιατί εἶναι ἕνωση «ἀσύγχυτος παντελῶς» καί «μακράν τροπῆς»,[78] κατά τήν ὁποία «οὐ σύγχυσις ἐγένετο, οὔτε σύγκρασις».[79] Οἱ δύο φύσεις ἑνώθηκαν «ἀσυγχύτως», «ἀτρέπτως», «ἀδιαιρέτως», «ἀχωρίστως»,[80] οὕτως ὥστε μετά τήν ἕνωση «οὔτε εἰς τήν τῆς σαρκός φύσιν μεταπεφοίτηκεν ἡ τοῦ Λόγου φύσις, ἀλλ’ οὐδέ ἡ τῆς σαρκός εἰς τήν αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐν ἰδιότητι τῇ κατά φύσιν ἑκατέρου μένοντός τε καί νοουμένου».[81]

Ὁ Θεός Λόγος προσέλαβε πλήρη ἀνθρώπινη φύση καί τήν ἕνωσε στόν Ἑαυτό Του, ἡ ὁποία, ὅμως, ποτέ δέν ὑπῆρξε καθ’ αὐτή πρό καί ἐκτός τῆς «καθ’ ὑπόστασιν» ἑνώσεως, οὔτε ἀποτέλεσε ποτέ ἰδιαίτερη ὑπόσταση, ἀλλά ἦταν ἀνυπόστατη ἤ ἀπρόσωπη καί «ἐν ἐννοίαις» καί τῆς ὁποίας «πρόσωπον» ἀποτέλεσε τό «πρόσωπον» ἤ ἡ «ὑπόστασις» τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ἡ «μία φύσις» σημαίνει τόν ἕνα Χριστό, ἀφοῦ «διάφοροι μέν αἱ πρός ἑνότητα τήν ἀληθινήν συνενεχθεῖσαι φύσεις, εἷς δέ ἐξ ἀμφοτέρων Χριστός καί Υἱός, οὐχ ὡς τήν τῆς φύσεως διαφοράν ἀνηρημένης διά τήν ἕνωσιν».[82] Ὁ ἅγιος Κύριλλος ὁμολογεῖ τόν Χριστό «Θεόν τέλειον καί ἄνθρωπον τέλειον»[83] καί «τόν αὐτόν Θεόν τε ὁμοῦ καί ἄνθρωπον».[84] Ὁ ὅρος «ὁ αὐτός» ἤ «τόν αὐτόν» τονίζεται στόν ἅγιο Κύριλλο, ὅπως τονίζεται καί λίγο ἀργότερα στό κείμενο τοῦ Ὅρου τῆς Δ΄ ἐν Χαλκηδόνι Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μέ σκοπό τήν ἀποφυγή κάθε νεστοριανῆς παρερμηνείας τῶν κειμένων, ἀφοῦ δέν εἶναι ἄλλος ὁ Θεός καί ἄλλος ὁ ἄνθρωπος στόν Χριστό, ἀλλά ὑπάρχει ἕνας μόνος Χριστός, Θεός τέλειος καί ἄνθρωπος τέλειος, ἤ ὑπάρχει ἕνας μόνο Χριστός «μετά τῆς ἰδίας σαρκός» (μέ τήν δική Του ἀνθρώπινη φύση). Ὅπως ὁ Χριστός ἦταν ἕνας πρό τῆς ἑνώσεωςς, ἔτσι παραμένει ἕνας καί μετά τήν ἕνωση, ἀλλά «σεσαρκωμένος».

Ὁ ἅγιος Κύριλλος χρησιμοποιεῖ τό παράδειγμα τοῦ ἀνθρώπου γιά νά ὁμιλήσει περί ἑνώσεως. Ὅπως στόν ἄνθρωπο ἔχουν ἑνωθεῖ δύο διαφορετικά στοιχεῖα, τό σῶμα καί ἡ ψυχή, ἀλλά ἀποτελοῦν ἕναν ἄνθρωπο, ἔτσι καί στήν Ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ἑνώθηκαν δύο φύσεις, ἡ θεία καί ἡ ἀνθρώπινη, ἀποτελοῦν ὅμως τόν ἕνα Χριστό. Τό παράδειγμα αὐτό, ὅπως ἄλλωστε κάθε παράδειγμα, δέν ἐκφράζει μέ ἀκρίβεια τό μυστήριο τῆς ἑνώσεως καί παραποιήθηκε ἀπό τούς Μονοφυσῖτες. Ἐνῶ οἱ Ὀρθόδοξοι τό χρησιμοποιοῦσαν γιά τή δήλωση τοῦ ἑνός προσώπου καί τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ, οἱ Μονοφυσῖτες τό χρησιμοποιοῦσαν γιά τή δήλωση τῆς μίας φύσης, σύμφωνα μέ τίς ἀντιλήψεις τους. Ἄς σημειωθεῖ, ὅτι καί ὁ ἅγιος Κύριλλος δέν ἔπαυε νά τονίζει ὅτι ἡ ἕνωση εἶναι μυστήριο ἀκατανόητο γιά τόν ἄνθρωπο καί ὅτι αἱ δύο φύσεις ἑνώθηκαν «ἀρρήτως», «ἀφράστως», «ἀπορρήτως» καί «ὑπέρ νοῦν καί λόγον». Αὐτό σημαίνει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ οὔτε νά κατανοήσει, οὔτε νά ἑρμηνεύσει μέ τή λογική του τό μυστήριο τῆς ἑνώσεως, ἀλλά μόνο τό ἀποδέχεται μέ τήν πίστη.

Γιά νά ἐκφράσει σαφέστερα αὐτό τό μυστήριο, ὁ ἅγιος Κύριλλος χρησιμοποίησε, ὅπως προαναφέρθηκε, τήν ἔκφραση «ἕνωσις καθ’ ὑπόστασιν». Ἀργότερα καί μέχρι σήμερα ἡ ἔκφραση αὐτή ἀπαντᾶ καί μέ τήν μορφή «ὑποστατική ἕνωσις», ἄν καί ὁ τύπος «καθ’ ὑπόστασιν ἕνωσις» εἶναι γενικά πιό κατάλληλος. Ἡ Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (553) εἰσήγαγε καί τήν παράλληλη ἔκφραση «ἕνωσις κατά σύνθεσιν» («κατά σύνθεσιν ἤγουν καθ’ ὑπόστασιν»[85]). Ἄς σημειωθεῖ, ὅτι καί σέ Ὀρθόδοξα κείμενα ἀπαντοῦν οἱ ἐκφράσεις «ἕνωσις κατά φύσιν» ἤ «φυσική ἕνωσις» (ἀκόμη καί στόν ἅγιο Κύριλλο, στό Γ΄ Κεφάλαιο), ὅμως οἱ ἐφράσεις αὐτές δέν σημαίνουν τίποτε παραπάνω ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ ἕνωση εἶναι ἀληθινή καί πραγματική, ὅτι ὄντως συνέβη καί ὅτι δέν εἶναι ἕνωση «κατά δόκησιν». Δέν σημαίνουν, δηλαδή, ὅτι ἡ ἕνωση ἔγινε «κατά φύσιν» ἤ «ἐν τῇ φύσει» μέ τήν αἱρετική - μονοφυσιτική ἐννοίᾳ, οὔτε ἀντιστοιχοῦν στήν ἔκφραση «ἕνωσις καθ’ ὑπόστασιν».[86]

Ἡ δεύτερη ἀπό τίς παρανοούμενες («μονοφυσιτίζουσες») ἐκφράσεις τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, ἡ ἔκφραση «ὁ εἷς τῆς τριάδος ἔπαθε σαρκί», ἀναφέρεται στόν Ὀρθόδοξο θεοπασχητισμό τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, τόν ὁποῖο ἐκφράζει τό ΙΒ΄ Κεφάλαιο τοῦ Ἁγίου. Στήν ἔκφραση αὐτή οἱ Μονοφυσῖτες ἔβλεπον κάποια συγγένεια μέ τήν ἀντίληψή τους ὅτι τό πάθος ἀποδίδεται στή μία θεανθρωπίνη φύση τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου εἶναι στήν προκειμένη περίπτωση καί συνοπτικά ἡ ἑξῆς: Ἡ θεία φύση εἶναι ἀπαθής, ἄτρεπτη, ἀναλλοίωτη κ.τ.λ. Ὅταν λέμε, ὅτι ἔπαθε ὁ Θεός Λόγος, «ὁ εἷς τῆς Τριάδος», δέν σημαίνει ὅτι ἔπαθε ὁ Θεός Λόγος στή δική του θεία φύση, ἀλλά «σαρκί», δηλαδή στήν ἐπίσης δική του ἀνθρώπινη φύση. Ὁ ὅρος «σαρκί» τονίζεται στή προκειμένη περίπτωση, ὅπως καί στίς συναφεῖς ἐκφράσεις τοῦ ἁγίου Κυρίλλου. Ὡστόσο, λόγῳ τῆς «καθ’ ὑπόστασιν» ἑνώσεως, τό πάθος δέν εἶναι ἄσχετο μέ τόν Θεό Λόγο, ἀφοῦ τό πάσχον «σῶμα» (ἀνθρώπινη φύση») εἶναι «ἴδιον σῶμα» τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ὁ ἀπαθής Θεόν «ἧν ἐν τῷ σταυρωθέντι σώματι, τά τῆς ἰδίας σαρκός ἀπαθῶς οἰκειούμενος πάθη».[87] Μέ αὐτή τήν ἔννοια, λέμε ὅτι ὁ Θεός Λόγος «ἔπαθε σαρκί», «ἐσταυρώθη σαρκί», «ἐγεύσατο θανάτου σαρκί» κ.τ.λ.

Τέλος, ὡς πρός τήν ἔκφραση τοῦ ἁγίου Κυρίλλου «ἐκ δύο φύσεων», πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι αὐτή δέν εἶναι καθ’ αὐτήν αἱρετική, εἶναι ὅμως πολύ ἀσαφής καί ἐλλιπής γιά τήν ἀπόδοση τοῦ μυστηρίου τῆς ἑνώσεως τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων. Ἡ ἔκφραση ἐπισημαίνει μόνο ἀπό τί «ἀπετελέσθη» ὁ Κύριος, δηλαδή ἀπό τή θεία καί τήν ἀνθρώπινη φύση Του, δέν λέει ὅμως τί ἰσχύει μετά τήν ἕνωση, ἀφήνοντας περιθώρια γιά τήν αἱρετική παρερμηνεία της. Ἀπό Ὀρθόδοξη ἄποψη, εἶναι ἀναγκαία ἡ συμπλήρωσή της μέ τήν ἔκφραση «ἐν δύο φύσεσιν» ἤ «ἐν δυσί φύσεσιν», μέ τήν ὁποία ὑπογραμμίζεται ἡ διατήρηση τῆς διαφορᾶς τῶν δύο φύσεων μετά τήν ἕνωση. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας χρησιμοποιεῖ καί τήν ἔκφραση «ἐν δύο φύσεσιν» καί γι’ αὐτό εἶναι ὀρθοδοξότατος. Τήν ἔκφραση «ἐν δύο φύσεσιν» ἀπέρριπταν οἱ Μονοφυσῖτες, ὡς δῆθεν νεστοριανή, ἀλλά ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (451) τήν χρησιμοποίησε γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, δεδομένου ὅτι ἀποτελεῖ ἰσχυρό ὅπλο ἐναντίον του, ἐνῶ οἱ δυνατότητες παρερμηνείας της πρός τήν πλευρά τοῦ Νεστοριανισμοῦ εἶναι ἐλάχιστες. Ὁ Εὐτυχής εἶχε χρησιμοποιήσει τήν ἔκφραση «ἐκ δύο φύσεων» στή χαρακτηριστική φράση του «ὁμολογῶ ἐκ δύο φύσεων γεγενῆσθαι τόν Κύριον ἡμῶν πρό τῆς ἑνώσεως, μετά δέ τήν ἕνωσιν μίαν φύσιν ὁμολογῶ»[88] καί ἀπό τότε προσέλαβε αἱρετική ἀπόχρωση καί κατέστη χαρακτηριστική ἔκφραση τῶν Μονοφυσιτῶν, ἐνῶ χαρακτηριστική Ὀρθόδοξη ἔκφραση εἶναι ἡ «ἐν δύο φύσεσιν».

 

*     *     *

 

Ἐπανερχόμενοι στόν Μονοφυσιτισμό καί στά σχετικά μέ τή γέννηση καί τήν ἐξάπλωσή του ἱστορικά γεγονότα, βλέπουμε ὅτι οἱ ἀντιλήψεις τοῦ Εὐτυχοῦς διαδόθηκαν εὐρύτατα,[89] ἔχοντας τήν ἰσχυρή ὑποστήριξη τοῦ ἀμέσου διαδόχου τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, Διοσκόρου Ἀλεξανδρείας (444-451). Ἐπίκεντρο τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ ἔγινε ἡ Ἀλεξάνδρεια καί ἡ εὐρύτερη περιοχή τῆς Αἰγύπτου. Ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο, προῆλθαν ἔντονες Ὀρθοδοξες ἀντιδράσεις κατά τῆς νέας αἵρεσης, κυρίως ἐκ μέρους Ἀντιοχέων θεολόγων καί τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ἁγίου Φλαβιανοῦ (446-449). Ὡστόσο, ἡ πιό ἐπίσημη ἀντίδραση μέ παράλληλη δογματική διατύπωση τῆς Ὀρθόδοξης πίστης προέκυψε ἀπό τόν Τόμο τοῦ ἁγίου Λέοντος τοῦ Α΄ Πάπα Ρώμης τοῦ Μεγάλου (440-461).

Τόμος τοῦ ἁγίου Λέοντος ἦταν ἐκτενής δογματική ἐπιστολή τοῦ Πάπα Ρώμης πρός τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ἅγιο Φλαβιανό, ἡ ὁποία ἀπεστάλη τό 449. Ὁ Τόμος ἐπικυρώθηκε ἐπισήμως ἀπό τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (451) καί κατέστη τό μετά τόν Ὅρο τῆς Συνόδου σημαντικότερο κείμενό της. Σ’ αὐτόν ἀντιμετωπίζεται ἡ αἵρεση τοῦ Εὐτυχοῦς μέ τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία ὅτι ἐν Χριστῷ ὑπάρχουν δύο φύσεις, οἱ ὁποῖες σώζουν καί διαφυλάττουν ἡ κάθε μία τήν ἀκεραιότητά της μετά τήν ἕνωση. Ὁ Χριστός εἶναι ἕνας καί ὁ αὐτός ἀληθής καί τέλειος Θεός καί ἀληθής καί τέλειος ἄνθρωπος. Ἐν Χριστῷ ὑπάρχει μόνο «ἕν πρόσωπον», λόγῳ δέ τῆς μοναδικότητας αὐτοῦ τοῦ προσώπου καί λόγῳ τοῦ τρόπου τῆς ἑνώσεως σ’ αὐτό τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ, μπορεῖ νά γίνεται λόγος γιά τό ὅτι ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου κατῆλθε ἀπό τόν οὐρανό ἤ γιά τό ὅτι ἔπαθε ὁ Θεός Λόγος. Τά παραπάνω ἀποκλείουν κάθε νεστοριανή παρερμηνεία τοῦ Τόμου καί ἐκφράζουν ὅ,τι ἡ δογματική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἀποκαλεῖ «ἀντίδοση ἤ κοινοποίηση τῶν ἰδιωμάτων» τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων εἶναι τό κατ’ ἐξοχήν ἀποτέλεσμα τῆς «καθ’ ὑπόστασιν» ἑνώσεως, ἀποτελεῖ δέ κάτι ἐντελῶς ἀπαράδεκτο γιά τή νεστοριανή ἀντίληψη. Ὁ Τόμος τοῦ ἁγίου Λέοντος διδάσκει τήν ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων τῶν δύο φύσεων κατά τόν κλασικότερο στήν Πατερική Παράδοση τρόπο: «ἐνεργεῖ ἑκατέρα μορφή (=φύσις) μετά τῆς θατέρου κοινωνίας, ὅπερ ἴδιον ἔσχηκεν».[90] Ἐπίσης, γίνεται λόγος γιά τή δεύτερη καί «ἐν χρόνῳ» γέννηση τοῦ Λόγου, ἡ ὁποία εἶναι μέν θαυμαστή, ἀλλά τοῦτο δέν σημαίνει ὅτι, ἐπειδή ἡ γέννηση εἶναι θαυμαστή, τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ὁμοούσιο μέ αὐτό τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἀντίληψη ὅτι ὁ Χριστός προσέλαβε μή ὁμοούσιο μέ τοῦ ἀνθρώπου σῶμα καταπολεμεῖται ρητά. Ὁ Χριστός προσέλαβε ἀνθρώπινη φύση χωρίς τήν ἁμαρτία, ἡ δέ Μητέρα του παρέμεινε παρθένος τόσο κατά τήν «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου» σύλληψη τοῦ Υἱοῦ της, ὅσο καί μετά τόν τόκο της (ἀειπάρθενο). Τέλος, στόν Τόμο ἐπισημαίνονται οἱ συνέπειες τῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐτυχοῦς γιά τό πάθος τοῦ Κυρίου.

Ὁ Εὐτυχής καταδικάστηκε ἀπό τήν Ἐνδημοῦσα Σύνοδο τό 448 στήν Κωνσταντινούπολη, ὅμως, ἔχοντας ἰσχυρές προσβάσεις στήν Πολιτεία, ἐνεργοῦσε γιά τήν ἀποκατάστασή του. Ἔτσι, ἀποφασίστηκε ἡ σύγκληση «οἰκουμενικῆς» Συνόδου τό ἑπόμενο ἔτος στήν Ἔφεσο, μέ πρωτοστάτες τούς ὑποστηρικτές τοῦ Εὐτυχοῦς καί τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, τήν ὁποία ὁ Πάπας Ρώμης ἅγιος Λέων ἀποκάλεσε «Ληστρική» («consilium latrocinium»: «συνωμοσία ληστῶν»!) καί ἔτσι παραμένει γνωστή στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία. Ὁ Τόμος τοῦ ἁγίου Λέοντος ἔπρεπε νά ἀναγνωσθεῖ στή Ληστρική Σύνοδο τῆς Ἐφέσου τοῦ 449, ὅμως ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου καί ὑποκινητής ὅλων τῶν ἐνεργειῶν της Διόσκορος Ἀλεξανδρείας (444-451), δέν ἐπέτρεψε τήν ἀνάγνωσή του, διαφωνῶντας προφανῶς μέ τό περιεχόμενο τοῦ Τόμου. Ἡ Σύνοδος ἀποκατέστησε καί δικαίωσε τόν Εὐτυχῆ καί καταδίκασε τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ἅγιο Φλαβιανό. Οἱ Μονοφυσῖτες πέτυχαν νά ἐπιβάλλουν προσωρινά τίς ἀπόψεις του στήν Ἐκκλησία μέ τή βία, τήν τρομοκρατία καί τήν ἰσχύ τῆς κρατικῆς ἐξουσίας.

Ὡστόσο, οἱ Ὀρθόδοξες ἀντιδράσεις συνεχίζονταν ἐντονότατες. Ἡ κατάσταση ἦταν ἔκρυθμη καί ἔπρεπε νά ἀντιμετωπισθεῖ ἀπό νέα Οἰκουμενική Σύνοδο, στήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία θά ἔπρεπε νά συσκεφθεῖ, νά ἀποφασίσει καί νά ἐπιλύσει τά προβλήματά της χωρίς ἐξωτερικές παρεμβάσεις καί, εἰδικότερα, χωρίς τήν παρέμβαση τῆς Πολιτείας ἤ τουλάχιστον μέ τή διακριτική παρέμβαση ἤ τή διακριτική προστασία τῆς Πολιτείας. Οἱ ἐξελίξεις ὁδήγησαν στή σύγκληση τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῷ 451 μ.Χ. στή Χαλκηδόνα, τῆς μεγαλύτερης σέ ἀριθμό μελῶν Οἰκουμενικῆς Συνόδου, στήν ὁποία ἔλαβον μέρος 630 Πατέρες.

Ἡ Σύνοδος ἀκύρωσε τά πεπραγμένα τῆς Ληστρικῆς Συνόδου τῆς Ἐφέσου τοῦ 449 καί ἐπικύρωσε τόν Τόμο τοῦ ἁγίου Λέοντος, ὁ ὁποῖος γιά πρώτη φορά ἐτίθετο σέ συνοδική γνώση καί κρίση. Ὁ πρωτοστάτης τῆς Ληστρικῆς Συνόδου Διόσκορος Ἀλεξανδρείας ἦταν ὁ μόνος σχεδόν, πού δέν ἀποδεχόταν τόν Τόμο. Ἐπιδιώκοντας δέ νά προκαλέσει ἐντυπώσεις, ἐκφώνησε ἐνώπιον τῆς Συνόδου ἀνάθεμα κατά τοῦ ἁγίου Λέοντος, ὡς συγγραφέως τοῦ Τόμου, λίγο πρίν ὁ Τόμος τεθεῖ ὑπό τήν κρίση τῆς Συνόδου. Ἤδη, ὅμως, ὁ Πάπας Λέων εἶχε θέσει σέ κατηγορία τόν Διόσκορο, ὡς αἱρετικό, πού σημαίνει ὅτι ὁ Διόσκορος, ὡς κατηγορούμενος καί ὡς ὕποπτος σχετικά μέ τήν πίστη του, δέν εἶχε τή δυνατότητα νά ἐκφράζεται καί νά ἀποφαίνεται γιά ζητήματα πίστεως, πρίν ἐκδικαστοῦν οἱ ἐναντίον του κατηγορίες. Ἔτσι, ἀφοῦ κρίθηκε πρῶτα ὁ Διόσκορος, καταδικάστηκε καί καθαιρέθηκε, ὡς αἱρετικός, α) ἐπειδή εἶχε καθαιρέσει τόν Ὀρθόδοξο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ἅγιο Φλαβιανό, ὡς αἱρετικό, ἐπειδή ἐκεῖνος εἶχε καθαιρέσει τόν Εὐτυχή, ὡς αἱρετικό, στήν Ἐνδημοῦσα Σύνοδο τοῦ 448 στήν Κωνσταντινούπολη, καί β) γιά τίς ἀντικανονικές του ἐνέργειες κατά τή διάρκεια τῆς Ληστρικῆς Συνόδου τῆς Ἐφέσου τοῦ 449.[91]

Στή συνέχεια ἄρχισε ἡ διαδικασία ἐλέγχου τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ Τόμου. Ὡς ἐπίσημα κριτήρια Ὀρθόδοξης πίστης κατά τήν κρίση τοῦ Τόμου τέθηκαν τά ἑξῆς δογματικά κείμενα: α) τό Σύμβολο Νικαίας - Κωνσταντινουπόλεως, β) ἡ Β΄ πρός Νεστόριον ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Κυρίλλου («Καταφλυαροῦσι») καί γ) ἡ πρός Ἰωάννην Ἀντιοχείας ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Κυρίλλου («Ἐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοί»). Ὁ Τόμος κρίθηκε Ὀρθόδοξος, ἀλλά κατά τῆς Ὀρθοδοξίας του ὑπῆρξαν ἐνστάσεις ἐκ μέρους τῶν Ἐπισκόπων τοῦ Ἰλλυρικοῦ, οἱ ὁποῖοι ζήτησαν νά μελετήσουν ξεχωριστά τόν Τόμο καί νά τόν ἀντιπαραβάλλουν μέ τήν Γ΄ πρός Νεστόριον ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Κυρίλλου («Τοῦ Σωτῆρος») καί μέ τά Δώδεκα Κεφάλαια. Πράγματι, δόθηκε σ’ αὐτούς σχετική προθεσμία, μετά τήν ὁποία οἱ Ἐπίσκοποι τοῦ Ἰλλυρικοῦ δήλωσαν ἐνώπιον τῆς Συνόδου ὅτι ὁ Τόμος «συνάδει τῇ ἐπιστολῇ Κυρίλλου» (τήν Γ΄ πρός Νεστόριον). Ἔτσι ὁ Τόμος ἐπικυρώθηκε ἐπίσημα ἀπό τή Σύνοδο.

Ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος ἐξέδωσε Ὅρον Πίστεως, κείμενο μεγάλης δογματικῆς καί θεολογικῆς βαρύτητας, στόν ὁποῖο διατυπώθηκε ἡ Ὀρθόδοξη διδασκαλία γιά τό Χριστολογικό δόγμα. Ὡς βάση τοῦ Ὅρου τέθηκε ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Κυρίλου Ἀλεξανδρείας. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι οἱ σπουδαιότερες ἐκφράσεις του, ὅπως «ἐν δύο φύσεσιν», «τέλειον τόν αὐτόν ἐν θεότητι καί τέλειον τόν αὐτόν ἐν ἀνθρωπότητι», «οὐδαμοῦ τῆς τῶν φύσεων διαφορᾶς ἀνηρημμένης διά τήν ἕνωσιν», καθώς καί τά ἐπιρρήματα «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως» κ.ἄ.,[92] ἀνήκουν στόν ἅγιο Κύριλλο. Στίς ἐκφράσεις αὐτές ἔχουμε ἤδη ἀναφερθεῖ στά περί τοῦ ἁγίου Κυρίλλου. Κατά τόν Ὅρο, ἡ θέωση τῆς ἀνθρώπινης φύσης τοῦ Χριστοῦ δέν ἐπέφερε τήν ἀφομοίωσή της μέ τή θεία φύση, οὔτε τήν ἀπορρόφησή της ἀπό αὐτήν, ἀφοῦ, θεωθεῖσα ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Κυρίου «ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτῆς ὅρῳ τε καί λόγῳ διέμεινεν».[93] Μέ τίς διατυπώσεις του καί, ἰδιαίτερα, μέ τά προαναφερθέντα τεσσέρα ἐπιρήματα, ὁ Ὅρος τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διατυπώνει μέ αὐθεντικό τρόπο τήν περί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ Ὀρθόδοξη πίστη, ἔτσι ὥστε νά μή ἐπιδέχεται ὁποιαδήποτε αἱρετική παρερμηνεία, οὔτε πρός τήν πλευρά τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ («ἀσυγχύτως», «ἀτρέπτως»), οὔτε πρός τή πλευρά τοῦ Νεστοριανισμοῦ («ἀχωρίστως», «ἀδιαιρέτως»). Ἄλλωστε, ὁ Ὅρος συμπεριέλαβε καί ἐπικύρωσε τόν ἐπίμαχο ὅρο «Θεοτόκος» γιά τήν Παρθένο Μαρία, τόν ὁποῖο ἀπέρριπταν ἤ παραποιοῦσαν οἱ Νεστοριανοί. Ἐπίσης, ἐπικύρωσε τόν τύπο «δύο φύσεις ἕν πρόσωπον ἤ ὑπόστασις» γιά τό Χριστολογικό δόγμα, ἀποκλείοντας τόν μερισμό τοῦ Χριστοῦ σέ δύο πρόσωπα. Τό πρόσωπο αὐτό εἶναι τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἡ δέ ὕπαρξη πλήρους ἀνθρώπινης φύση στόν Χριστό δέν σημαίνει τήν ὕπαρξη καί ἄλλου προσώπου.

Ἀργότερα ἕνας ἄλλος Ὀρθόδοξος θεολόγος, ὁ Λεόντιος Βυζάντιος (α΄ ἥμισυ τοῦ στ΄ μ.Χ. αἰ.) μίλησε περί «ἐνυποστάτου». Κατά τόν Λεόντιο, ὁ Κύριος στήν Ἐνσάρκωσή Του προσέλαβε ἀνθρώπινη φύση, ἡ ὁποία ποτέ δέν ὑπῆρξε καθ’ αὐτήν, οὔτε ἀποτέλεσε ἰδιαίτερη ὑπόσταση, δηλαδή δέν ἦταν οὔτε «ἀνυπόστατος» (ἀνύπαρκτη), οὔτε «ἰδιοϋπόστατος» (ἰδιαίτερη ὑπόσταση), ἀλλά «ἐνυπόστατος», δηλαδή ἦταν ἐξ ἀρχῆς ἑνωμένη στό πρόσωπο ἤ στήν ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου. Μέ ἄλλα λόγια, «ὑπόστασις» ἤ «πρόσωπον» τῆς ἀνθρώπινης φύσης τοῦ Κυρίου ἐχρημάτισε ἐξ ἀρχῆς ἡ «ὑπόστασις» ἤ τό «πρόσωπον» τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἔτσι ὥστε ἡ «ὑπόστασις» ἤ τό «πρόσωπον» τοῦ Θεοῦ Λόγου νά ἀποτελεῖ «ὑπόστασιν» ἤ «πρόσωπον» τόσο τῆς θείας φύσης τοῦ Χριστοῦ, ὅσο καί τῆς ἀνθρώπινης. Μέ τή θεολογία τοῦ «ἐνυποστάτου» ἔγινε ἕνα ἀκόμη μικρό βῆμα πρός τήν Ὀρθόδοξη διατύπωση τοῦ Χριστολογικοῦ δόγματος.

 

*     *     *

 

Οἱ ἀποφάσεις τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος πυροδότησαν ραγδαῖες ἐξελίξεις καί προκάλεσαν τεράστιες ἀντιδράσεις σέ διάφορες περιοχές. Ἑκατομμύρια Μονοφυσιτῶν ἤ μονοφυσιτιζόντων Χριστιανῶν στήν Αἴγυπτο, στήν Παλαιστίνη καί ἀλλοῦ, ἀπέρριψαν τή Σύνοδο, συσπειρώθησαν γύρω ἀπό τόν καθαιρεθέντα Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Διόσκορο, ἀποσχίσθηκαν ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί δημιούργησαν τίς μέχρι σήμερα ὑφιστάμενες Ἀντιχαλκηδόνιες ἤ Προχαλκηδόνιες «Ἐκκλησίες», δηλαδή α) τήν Κοπτική στήν Αἴγυπτο, β) τήν Αἰθιοπική στήν Ἀφρική, γ) τήν Ἀρμενική στή Δυτική Ἀσία δ) τήν Συροϊακωβιτική στήν Παλαιστίνη καί ε) τοῦ Ἀποστόλου Θωμᾶ στό Μαλάμπαρ τῶν Ἰνδιῶν. Στήν Ἀλεξάνδρεια μαινόμενα πλήρη Μονοφυσιτῶν εἰσέβαλλαν σέ Ναό καί κατέσφαξαν τόν ἐκλεγέντα ἀπό τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο Ὀρθόδοξο Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας ἅγιο Ἱερομάρτυρα Προτέριο (451-457) τήν ὥρα πού λειτουργοῦσε! Στήν Παλαιστίνη κατόρθωσαν νά καθησυχάσουν καί νά συγκρατήσουν τά προσκείμενα στόν Μονοφυσιτισμό πλήθη τῶν Μοναχῶν οἱ μεγάλοι Ὅσιοι καί Πατέρες τῆς ἐποχῆς, Εὐθύμιος ὁ Μέγας (377-473), Σάββας ὁ Ἡγιασμένος (439-532) καί Θεοδόσιος ὁ Κοινοβιάρχης (423-529).

Ἀμέσως μετά τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο προέκυψαν προβλήματα σχετικά μέ τήν ἑρμηνεία της. Εἰδικότερα, ἔναντι τῆς Συνόδου διαμορφώθησαν διάφορες τοποθετήσεις:[94] α) Οἱ Ὀρθόδοξοι ἀποδέχονταν ὅλες τίς πράξεις τῆς Συνόδου, θεωρώντας ὅτι αὐτή καταδίκασε τόσο τόν Μονοφυσιτισμό, ὅσο καί τόν Νεστοριανισμό. β) Οἱ ἀκραφνεῖς Νεστοριανοί ἀπέρριπταν μέ σφοδρότητα τή Σύνοδο, ἐπειδή τήν θεωροῦσαν «κυριλλιανή» καί ἐπειδή δέν δέχθηκε δύο ὑποστάσεις ἤ πρόσωπα ἐν Χριστῷ. γ) Οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι ὀπαδοί τῶν Εὐτυχοῦς καί Διοσκόρου, ἀπέρριπταν τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, ὡς Νεστοριανή. Τόν Τόμο τοῦ ἁγίου Λέοντος καί τόν Ὅρο τῆς Συνόδου θεωροῦσαν νεστοριανικά κείμενα, ἐνῶ τόν ἀναθεματισμό τοῦ Νεστορίου καί τοῦ Νεστοριανισμοῦ ἀπό τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο θεωροῦσαν ψευδές ἐπικάλυμμα τῆς πραγματικότητας. δ) Σημαντική μερίδα κρυπτονεστοριανῶν, ἐκλάμβανε τήν καταδίκη τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ ἀπό τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, ὡς εὐνοοῦσα τόν Νεστοριανισμό καί ὡς ἀπομάκρυνση ἀπό τήν αὐστηρή γραμμή τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, τήν πρό τῶν «Διαλλαγῶν». Ἐπειδή, ὅμως, ὁ Νεστόριος εἶχε καταδικαστεῖ προσωπικά ἀπό τή Σύνοδο, οἱ ὀπαδοί αὐτῆς τῆς παράταξης προέβαλλαν τόν δάσκαλο τοῦ Νεστορίου Θεόδωρο Μοψουεστίας (350-428), καί τούς ὁμόφρονές του Θεοδώρητο Κύρου (393-457), καί Ἴβα Ἐδέσσης (†457). Ἡ τάση αὐτή, πού ἀποκαλεῖται «αὐστηρός χαλκηδονισμός» (νεστοριανίζουσα κατανόηση καί ἑρμηνεία τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου), προκάλεσε τή σύγκληση τῆς Ε΄ Οἱκουμενικῆς Συνόδου (553) καί τή νέα καταδίκη τοῦ Νεστοριανισμοῦ, ὅπως εἴδαμε.

Οἱ περί τόν Εὐτυχῆ καί τόν Διόσκορο ἔκαναν ἀποδεκτά ἀπό τόν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας μόνο, α) τά Δώδεκα Κεφάλαια, β) τή δογματική φράση «μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη» καί γ) τίς ἐπιστολές πρός Ἀκάκιον καί Σούκενσον, ἐνῶ εἶχαν σαφῶς ἀπορρίψει τίς ἐπιστολές Β΄ πρός Νεστόριον καί πρός Ἰωάννην Ἀντιοχείας, ὡς πεπλανημένες καί αἱρετίζουσες. Ὁ Ἀντιχαλκηδόνιος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Τιμόθεος Αἴλουρος (457-460)[95] ἐπιχείρησε ἕνα ἀκόμη βῆμα κατά τοῦ ἁγίου Κυρίλλου: προέβη στήν καταδίκη του, ἐπειδή ὁ ἅγιος Κύριλλος ὁμιλεῖ γιά «δύο φύσεις» μετά τήν ἕνωση. Κατά τόν Τιμόθεο, ὁ Κύριλλος ἦταν θεολόγος, ὁ ὁποῖος δέν ἀνταποκρίθηκε καθόλου στίς ἀπαιτήσεις τῶν περιστάσεων. Ὁ Ἀντιχαλκηδόνιος Πατριάρχης Ἀντιοχείας Σεβῆρος (512-518, †538) ἐπιχείρησε νά μετριάσει τή στάση τοῦ Τιμοθέου Αἰλούρου. Ὁ Σεβῆρος διαπιστώνει, ὅτι πολλοί Πατέρες χρησιμοποιοῦν τόν ὅρο «δύο φύσεις», ὅπως καί ὁ ἅγιος Κύριλλος, ἀλλά στό σημεῖο αὐτό πλανῶνται, καί οἱ νεότεροι πρέπει νά διορθώνουν τά λάθη τῶν παλαιότερων. Κατά τόν Σεβῆρο, ὁ ἅγιος Κύριλλος ἀνταποκρίθηκε μέν ἐν μέρει στίς ἀπαιτήσεις τῶν περιστάσεων, ἀφοῦ κατεπολέμησε μέ ἐπιτυχία τόν Νεστοριανισμό, τελικά ὅμως ἡ συμβολή του ἦταν μᾶλλον ἀρνητική. Βασική κατηγορία κατά τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἦταν ὅτι δέχθηκε αἱρετικούς, δηλαδή τούς Θεοδώρητο Κύρου καί Ἴβα Ἐδέσσης, καθώς καί ὅτι ἐπικύρωσε ὡς Ὀρθόδοξη καί κανονική τήν πρός Πέρσην Μᾶριν ἐπιστολή τοῦ Ἴβα.

 

*     *     *

 

Ἡ ἀπόσχιση μεγάλων χριστιανικῶν πληθυσμῶν ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας στήν Αἴγυπτο, στήν Παλαιστίνη καί ἀλλοῦ μετά τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος (451) ποτέ δέν ἔπαψε νά ἀπασχολεῖ τήν Ἐκκλησία καί τήν Πολιτεία, ὡς μέγα πρόβλημα, πού ἀπαιτοῦσε τήν ἐπίλυσή του. Ἰδιαίτερα ἡ Πολιτεία κατέβαλε προσπάθειες καί ἀναλάμβανε κατά καιρούς συγκεκριμένες πρωτοβουλίες γιά τήν προσέγγιση αὐτῶν τῶν πληθυσμῶν, μέ ἀπώτερο σκοπό τήν ἐπανένταξή τους στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ νέα καταδίκη τοῦ Νεστοριανισμοῦ, τοῦ ἀντίποδα τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, ἀπό τήν Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως (553) δέν ἐπέφερε κανένα ἀποτέλεσμα πρός αὐτή τήν κατεύθυνση, δεδομένου ὅτι ἡ Σύνοδος ἐκείνη, α) ἐπικύρωσε καί δέχθηκε ὡς «ἁγίαν» καί «Οἰκουμενικήν» τήν ἐπίμαχη Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος τοῦ 451 (τήν Δ΄ Οἰκουμενική) καί β) καταδίκασε καί ἀναθεμάτισε, ἄν καί ὄχι ὀνομαστικά, ὅλους τούς αἱρετικούς, πού εἶχαν κατακριθεῖ καί ἀναθεματιστεῖ «παρά τῶν εἰρημένων ἁγίων τεσσάρων Συνόδων»,[96] δηλαδή μεταξύ αὐτῶν τόν Εὐτυχῆ καί τόν Διόσκορο. Δυστυχῶς, οἱ πρωτοβουλίες τῆς Πολιτείας γιά τήν προσέγγιση τῶν Ἀντιχαλκηδονίων, πού εἶχαν πλέον ὀργανωθεῖ σέ συγκεκριμένες αὐτόνομες «ἐκκλησίες», δέν ἦταν ὅλες πρός τή σωστή κατεύθυνση, ἀφοῦ σέ πολλές περιπτώσεις βάση τῆς ἐπανενώσεώς τους μέ τήν Ἐκκλησία δέν ἦταν ἡ ὀρθή πίστη, ἀλλά ὁ συμβιβασμός σέ θέματα πίστεως ἤ ἡ ὑποχώρηση σέ κάποια σημεῖα τῆς ἀλήθειας περί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τά ὁποῖα αὐθαίρετα ἐθεωροῦντο δευτερεύοντα καί ἐπουσιώδη. Ἤδη στήν πρό τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου περίοδο ὑπῆρξαν πρωτοβουλίες Αὐτοκρατόρων, πού ἀπέβλεπαν στήν ὑποτίμηση τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἤ στήν ἀποσιώπησή της ἤ στόν σιωπηρό παραμερισμό της ἀπό τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Σ’ αὐτήν ἀκριβῶς τήν κατεύθυνση ἐκινοῦντο τά Διατάγματα «Ἐγκύκλιον» (476)[97] τοῦ Αὐτοκράτορος Βασιλίσκου (475-476) καί «Ἑνωτικόν» (482)[98] τοῦ Αὐτοκράτορος Ζήνωνος (474-475, 476-491), πού εὐνοοῦσαν σαφῶς τόν Μονοφυσιτισμό. Τό δεύτερο προκάλεσε, μεταξύ ἄλλων, τό λεγόμενο «Ἀκακιανό σχίσμα» (484-519), μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως.

Οἱ πρωτοβουλίες αὐτές δέν εἶχαν μόνιμα ἀποτελέσματα, ὅπως εἶναι γνωστό, ἀλλά μᾶλλον περισσότερα προβλήματα καί μεγαλύτερη σύγχυση δημιούργησαν. Ὡστόσο, συνεχίστηκαν καί κατά τήν περίοδο μετά τήν Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (553). Ἀπό ἀνάλογες πρωτοβουλίες κατά τόν ζ΄ μ.Χ. αἰ. προέκυψαν δύο νέες μεγάλες Χριστολογικές αἱρέσεις (ἤ μία αἵρεση μέ δύο μορφές), ὁ Μονοθελητισμός καί ὁ Μονοενεργητισμός. Ὁ Μονοθελητισμός ἦταν ἐπινόηση τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Σεργίου Α΄ (610-638), τήν ὁποία δέχθηκε μέ μεγάλη ἱκανοποίηση καί ἐπιχείρησε νά ἐπιβάλει ὁ Αὐτοκράτορας Ἡράκλειος (610-641). Προφανῶς, οἱ ἐπινοητές του πίστευαν ὅτι οἱ Μονοφυσῖτες θά ἦταν πρόθυμοι νά ἀποδεχθοῦν τόν ὅρο «δύο φύσεις» περί τοῦ Χριστοῦ (καί, γενικά, τήν ὕπαρξη δύο φύσεων στόν Χριστό) μετά τήν ἕνωση, ἄν οἱ Ὀρθόδοξοι ἔκαναν ἀποδεκτή μία θέληση (Μονοθελητισμός) καί μία ἐνέργεια (Μονοενεργητισμός) ἐπί τοῦ Χριστοῦ.

Ὅπως εἶναι φανερό, πρῶτοι Μονοθελῆτες καί Μονοενεργῆτες ἦσαν οἱ ἴδιοι οἱ Μονοφυσῖτες, οἱ ὁποῖοι, ἀποδεχόμενοι μία σύνθετη φύση στόν Χριστό, δέχονταν ἀναγκαστικά καί μία θέληση φυσική, καθώς καί μία ἐνέργεια φυσική. Ἐτσι, ὁ Μονοθελητισμός καί ὁ Μονοενεργητισμός ἀποτελοῦν ἠπιώτερες μορφές Μονοφυσιτισμοῦ ἤ μᾶλλον ἀποτελοῦν μορφές κρυπτομονοφυσιτισμοῦ. Ἡ μία θέληση καί ἐνέργεια τῶν Μονοφυσιτῶν ἦταν, βέβαια, ἡ θεία. Ὅμως, ἄν ἰσχύει αὐτό, ἀμέσως προέκυπταν προβλήματα σχετικά μέ τό, α) ποῦ ἀποδίδεται τό Πάθος τοῦ Κυρίου (στή θεία φύση;) καί β) πῶς ἐξηγοῦνται οἱ ἀνθρωπίνες ἐπιθυμίες τοῦ Κυρίου (πείνα, δίψα, κόπωση κ.τ.λ.) καί, γενικά, οἱ ἀνθρώπινες ἐνέργειές Του. Τά προβλήματα αὐτά ἔλυναν οἱ Μονοφυσῖτες εἴτε ἀποδίδοντας τά παραπάνω στή θεία φύση, εἴτε δεχόμενοι αὐτά ὡς φαινομενικά (Δοκητισμός). Πρῶτοι ἀσχολήθησαν μέ τά ζητήματα αὐτά οἱ Ἀφθαρτοδοκῆτες.[99] Ὅσοι ἀπό τούς Ὀρθοδόξους ἀποδέχθηκαν τόν Μονοθελητισμό καί τόν Μονοενεργητισμό, ἀπέδιδαν τή μία θέληση καί τή μία ἐνέργεια στό ἕνα πρόσωπο, βάσει τῆς ἐσφαλμένης προϋπόθεσης ὅτι πηγή τῶν ἐνεργειῶν εἶναι τό πρόσωπο. Ὅμως, κατά τήν ὁμόφωνη Ὀρθόδοξη Παράδοση, πηγή τῶν ἐνεργειῶν εἶναι ἡ φύση καί ὄχι τό πρόσωπο καί δέν ὑπάρχουν προσωπικές ἐνέργειες, ἀλλά μόνο προσωπικῶς ἐνεργεῖν. Οἱ νέοι αἱρετικοί ἐπικαλοῦντο τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, ὁ ὁποῖος εἶχε χρησιμοποιήσει τήν ἔκφραση «θεανδρική ἐνέργεια». Ἄς σημειωθεῖ, ὅτι οἱ ὅροι «Μονοθελητισμός» καί «Μονοενεργητισμός» δέν ταυτίζονται. Ὁ Μονοενεργητισμός συμπεριλαμβάνει τόν Μονοθελητισμό, ἐνῶ ὁ Μονοθελητισμός δέν ἔχει ἀναγκαία συνέπεια τόν Μονοενεργητισμό.[100] Βαρύτερη μορφή αἱρέσεως εἶναι, σύμφωνα μέ τά παραπάνω, ὁ Μονοενεργητισμός.

Πρῶτος, λοιπόν, ἐμφανίστηκε ἐπίσημα ὁ Μονοθελητισμός τό 638, ὅταν ὁ Αὐτοκράτορας Ἡράκλειος (610-641) ἐξέδωσε τό Διάταγμα «Ἔκθεσις», τό ὁποῖο τόν ἐπεβάλλε. Τό Διάταγμα καί τίς Χριστολογικές θέσεις του δέχθησαν ἀμέσως ὁ Πάπας Ρώμης Ὀνώριος ὁ Α΄ (625-638) καί οἱ Πατριάρχες Κωσταντινουπόλεως Σέργιος ὁ Α΄ (610-638), Πύρρος (638-641, 645), Παῦλος ὁ Β΄ (641-653) καί Πέτρος (654-666), Ἀλεξανδρείας Κύρος (630-643) καί Ἀντιοχείας Μακάριος ὁ Α΄ (656-681), οἱ ὁποῖοι ἀργότερα καταδικάστησαν προσωπικά ἀπό τήν ΣΤ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (Κωνσταντινούπολη 680/681).

Ἡ ἐπιβολή τῆς νέας αἵρεσης προκάλεσε, ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο, ἀντιδράσεις. Ἡ πρώτη ἐπίσημη ἀντίδραση ἀπό τήν Ὀρθόδοξη πλευρά προῆλθε ἀπό τόν νεοεκλεγέντα Πατριάρχη Ἱεροσολύμων ἅγιο Σωφρόνιο τόν Α΄ (634-638), μέ τήν Ἐνθρονιστήρια καί Συνοδική Ἐπιστολή του τό 634 μ.Χ., δηλαδή πρίν ἀκόμη ἐπιβληθεῖ ἐπίσημα ὁ Μονοθελητισμός.[101] Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, ὑπέβαλε τήν συνήθη Ἐνθρονιστήρια Ἐπιστολή του, πού ἀποστέλλει κατά τό ἐκκλησιαστικό ἔθος ὁ νεοεκλεγείς Πατριάρχης πρός τούς ἄλλους Πατριάρχες, πρό τῆς ἀποστολῆς της, στή Σύνοδο τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων, ὥστε νά ἐγκριθεῖ ἀπό αὐτήν καί περιβληθεῖ συνοδικό κύρος. Ἡ Ἐπιστολή Σωφρονίου, λόγῳ τῆς σπουδαιότητάς της, καταχωρήθηκε μετέπειτα στά Πρακτικά τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (680/681), ὡς Ὀρθόδοξο ὁδηγητικό κείμενο. Πρόκειται γιά μεγάλη δογματική πραγματεία, πού ἀναπτύσσει τήν περί δύο ἐν Χριστῷ θελήσεων καί ἐνεργειῶν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, μέ ἀνακεφαλαίωση τοῦ ὅλου Χριστολογικοῦ καί Τριαδικοῦ δόγματος καί ἀναφορά στά λοιπά δόγματα, ἀλλά καί στίς χριστιανικές αἱρέσεις, ἀπό τήν ἀπαρχή τοῦ Χριστιανισμοῦ μέχρι τήν ἐποχή της.

Κατά τήν Ἐπιστολή Σωφρονίου, ὑπάρχουν ἐν Χριστῷ δύο φυσικές ἰδιότητες καί δύο φυσικές ἤ οὐσιώδεις ἐνέργειες. Κάθε ἐνέργεια προέρχεται ἀπό τήν ἀντίστοιχη φύση, μέ τήν ὁποία εἶναι συνδεδεμένη ἀδιαιρέτως. Κάθε φύση ἐνεργεῖ ὅσα τῆς ἀνήκουν. Τυχόν μή ὕπαρξη δύο ἐνεργειῶν στόν Χριστό, θά σήμαινε μή ὕπαρξη δύο φύσεων, ἀφοῦ οἱ φύσεις γνωρίζονται ἀπό τίς ἐνέργειές τους καί ἡ διαφορά τῶν φύσεων γνωρίζεται ἀπό τή διαφορά τῶν ἐνεργειῶν τους. Ἡ διάκριση τῶν δύο ἐνεργειῶν ἐν Χριστῷ παραλληλίζεται μέ τή διάκριση τῶν δύο φύσεων ἐν Χριστῷ στήν «καθ’ ὑπόστασιν» ἕνωση: ὅπως μετά τήν ἕνωση οἱ δύο φύσεις παραμένουν ἀσύγχυτες, ἔτσι ἀσύγχυτες παραμένουν οἱ ἐνέργειες καί οἱ ἰδιότητες τῶν δύο φύσεων.

Οἱ ἐνέργειες τῶν φύσεων δέν εἶναι ἀνεξάρτητες μεταξύ των, ἀλλά κατανοοῦνται ἐν ἀναφορᾷ, α) πρός τό ἕνα πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου, β) πρός τόν τρόπο ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων (δηλαδή πρός τήν «καθ’ ὑπόστασιν» ἕνωση) καί γ) πρός τήν κοινοποίηση ἤ ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων τῶν δύο φύσεων. Τίς δύο ἐνέργειες ἐνεργεῖ ὁ ἕνας καί ὁ αὐτός Χριστός. Δέν ἐνεργεῖ ἄλλος τά θεῖα καί ἄλλος τά ἀνθρώπινα, ἀλλά Αὐτός ὁ ἕνας Κύριος ἐνεργεῖ καί τά θεῖα καί τά ἀνθρώπινα «κατ’ ἄλλο καί ἄλλο», ὅπως ἤδη εἶχε διδάξει ὁ ἅγιος Κύριλλος. Βάσει τῆς «καθ’ ὑπόστασιν» ἑνώσεως καί τῆς ἀντιδόσεως τῶν ἰδιωμάτων, ἡ «θεότης» (θεία φύση) ἐργάζεται τά ἔργα τοῦ «σώματος» (ἀνθρώπινης φύσης) φυσικῶς καί τό «σῶμα» (ἀνθρωπίνη φύση) ἐνεργεῖ τά ἔργα τῆς «θεότητος» οὐσιωδῶς. Κάθε φυσική ἐνέργεια δέν εἶναι αὐτόνομη ἔναντι τῆς ἐνεργείας τῆς ἄλλης φύσης, ἀφοῦ «ἐνεργεῖ ἑκατέρα μορφή (=φύσις) μετά τῆς θατέρου κοινωνίας τοῦθ’ ὅπερ ἴδιον ἔσχηκε· τοῦ μέν Λόγου κατεργαζομένου τοῦθ’ ὅπερ ἐστί τοῦ Λόγου, μετά τῆς κοινωνίας δηλονότι τοῦ σώματος· τοῦ δέ σώματος ἐκτελοῦντος ἅπερ ἐστί τοῦ σώματος, κοινωνοῦντος αὐτῷ δηλαδή τοῦ Λόγου τῆς πράξεως»,[102] ὅπως ἀκριβῶς ἐδογμάτιζε καί ὁ Τόμος τοῦ ἁγίου Λέοντος.[103] Ἡ σχέση τῶν ἐνεργειῶν ἀποκλείει καί τή νεστοριανή καί τήν εὐτυχιανή παρερμηνεία τοῦ Χριστολογικοῦ δόγματος, ἀφοῦ ὑπάρχουν δύο ἀσύγχυτες ἐνέργειες, τίς ὁποῖες, ὅμως, ἐνεργεῖ ὁ ἕνας Χριστός.

Εἰδικότερα, ὁ Θεός Λόγος, ὅταν ἤθελε, παρεῖχε «καιρόν», δηλαδή ἐπέτρεπε, στήν ἀνθρώπινη φύση Του νά ἐνεργεῖ καί νά πάσχει (κατά τά ἀδιάβλητα πάθη) ὅσα τῆς ἀνήκουν, γιά νά μήν θεωρηθεῖ μεταξύ ἄλλων «κατά δόκησιν» (φαινομενική) ἡ Σάρκωση. Οἱ ἐνέργειες τῆς ἀνθρώπινης φύσης γίνονταν ἀποδεκτές ἀπό τόν Θεό Λόγο ἑκουσίως καί ὄχι ἀναγκαστικά, ἄν καί ἡ ἀνθρώπινη φύση ἐνεργοῦσε μέ φυσικό τρόπο ὅσα τῆς ἀνήκουν. Ἔτσι, οἱ ἀντιφατικές ἐκφράσεις, πού ἀποδίδονται στόν ἕνα καί τόν αὐτό Χριστό ἀπό τούς ἱερούς εὐαγγελιστές, ἀποστόλους καί θεολόγους, πρέπει νά διανέμονται στίς δύο φύσεις καταλλήλως. Δηλαδή, ἀπό αὐτές ἄλλες μέν εἶναι «θεοπρεπεῖς», ἄλλες δέ «ἀνθρωποπρεπεῖς» καί ἄλλες «μέσην τινά τάξιν ἐπέχουσιν, ὡς ἔχουσαι τό θεοπρεπές ἐν ταυτῷ καί ἀνθρώπινον».[104] Ὅταν, λοιπόν, ὁ ἅγιος (ψευδο)Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης[105] ὁμιλεῖ γιά «κοινήν καί θεανδρικήν λεγομένην ἐνέργειαν»,[106] δέν ἐννοεῖ μία ἐνέργεια, ὅπως τήν θεωροῦσαν οἱ Μονοενεργῆτες, ἀλλά ἐπισημαίνει τό ἑτερογενές καί τό διάφορο τῶν ἐνεργειῶν τῶν δύο φύσεων.

Μετά τήν κοίμηση τοῦ ἁγίου Σωφρονίου Ἱεροσολύμων τόν ἀγώνα ἐναντίον τῶν νέων αἱρέσεων ἀνέλαβε ὁ μαθητής του ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής (580-662). Στό πλευρό τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Ἀνατολῆς τάχθηκε καί ἡ Δύση, ὅπου ἄρχισαν νά καταφεύγουν οἱ διωκόμενοι ἀπό τήν Ἀνατολή Ὀρθόδοξοι, οἱ ὁποῖοι δέν ἀπεδέχοντο τόν Μονοθελητισμό. Σύνοδοι στή Ρώμῃ τό 641 ἐπί Πάπα Ἰωάννου τοῦ Δ΄ (640-642), στήν Κύπρο τό 643 καί στήν Ἀφρική τό 646, πρωτοστατοῦντος τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, καταδίκασαν τόν Μονοθελητισμό. Προκειμένου νά καταστείλει τίς ἀντιδράσεις τῶν Ὀρθοδόξων, ὁ Αὐτοκράτωρ Κώνστας ὁ Β΄ (641-668) ἐξέδωσε τό 648 τό Διάταγμα «Τύπος», τό ὁποῖο ἀπαγόρευε νά γίνεται κάθε λόγος γιά μία ἤ δύο θελήσεις, ἀκυρώνοντας ἔτσι τήν «Ἔκθεσιν» τοῦ Ἡρακλείου. Ἀλλ’ ὁ Πάπας ἅγιος Μαρτῖνος ὁ Α΄ (649-653), ἀφοῦ, πολύ ὀρθά, θεώρησε ὅτι ὁ «Τύπος» εὐνοοῦσε τόν Μονοθελητισμό, συγκάλεσε τό ἑπόμενο ἔτος (649) Σύνοδο στό Λατερανό, στήν ὁποία πρωτοστάτησε ὁ ἅγιος Μάξιμος καί ἡ ὁποία καταδίκασε τόν Μονοθελητισμό καί τά διατάγματα «Ἔκθεσις» καί «Τύπος», πού τόν ἐπέβαλαν ἤ τόν στήριζαν. Μετά τίς ἐνέργειες αὐτές, ὁ Πάπας Ρώμης ἅγιος Μαρτῖνος καί ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής συνελήφθησαν καί μεταφέρθηκαν στήν Κωνσταντινούπολη, ἀπό ἐκεῖ δέ ἐξορίστησαν καί κοιμήθηκαν στήν ἐξορία. Τοῦ ἁγίου Μαξίμου ἀπέκοψαν προηγουμένως τή γλώσσα καί τό δεξιό χέρι, γιά νά μήν ὁμιλεῖ καί νά μήν γράφει ὑπερασπιζόμενος τίς θεολογικές ἀντιλήψεις του, δηλαδή τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Στήν Κωνσταντινούπολη ὁ ἅγιος Μάξιμος ἀπέρριψε συμβιβαστική πρόταση, κατά τήν ὁποία ἐν Χριστῷ ὑπάρχουν δύο θελήσεις ἐξ αἰτίας τῆς διακρίσεως τῶν δύο φύσεων καί μία θέληση ἐξ αἰτίας τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων. Μαθητής τοῦ ἁγίου Μαξίμου χαρακτήρισε τήν πρόταση αὐτή, ὡς διδάσκουσα τρεῖς θελήσεις ἐν Χριστῷ.[107]

Ἄς σημειωθεῖ, ὅτι ὁ ἅγιος Μάξιμος καί ἡ Πατερική Παράδοση γενικά, διακρίνουν μεταξύ «θελήσεως» καί «θελήματος» ἤ μεταξύ «θέλειν» (ἤ «ἁπλῶς θέλειν») καί «πῶς θέλειν». Τό «θέλειν» (ἤ τό «ἁπλῶς θέλειν») ὀνομάζεται «θέλησις» ἤ «θέλημα φυσικόν», ἀνήκει δέ στή φύση καί εἶναι κοινό. «Θελητικόν» εἶναι ἐκεῖνο, πού ἔχει τό γνώρισμα τοῦ «θέλειν», δηλαδή στήν προκειμένη περίπτωση τό «θελητικόν» εἶναι ἡ φύση, εἴτε ἡ θεία μέ τή θεία θέλησή της, εἴτε ἡ ἀνθρώπινη μέ τήν ἀνθρώπινη θέλησή της. Τό «πῶς θέλειν», δηλαδή τό πῶς χρησιμοποιεῖται ἡ φυσική θέληση καί ποιό εἶναι τό ἀντικείμενο τῆς θέλησης, ὀνομάζεται «θελητόν» ἤ «γνωμικόν θέλημα». Ὁ ὅρος «θέλημα» ἐνδέχεται νά προκαλεῖ σύγχυση, ἀφοῦ ἄλλοτε σημαίνει τήν «θέλησιν» («φυσικόν θέλημα») καί ἄλλοτε σημαίνει τό «θελητόν» («γνωμικόν θέλημα»). Ὑπάρχει, τέλος, ὁ «θέλων», αὐτός πού χρησιμοποιεῖ τή θέληση, καί αὐτός εἶναι ἡ ὑπόσταση. Στήν περίπτωση τῶν ἀνθρώπων τό «γνωμικόν θέλημα» δέν εἶναι φυσικό, καί κοινό, ἀλλά ὑποστατικό καί διασπασμένο, δηλαδή κάθε ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ καί θέλει κάτι διαφορετικό ἀπό τούς ἄλλους. Μέ ἄλλα λόγια, τό «γνωμικόν θέλημα» εἶναι ἔκπτωση ἀπό τό «φυσικό θέλημα» (στήν προκειμένη περίπτωση, ἀπό τό φυσικό «πῶς θέλειν»), πού ἦταν κάποτε (στόν προπτωτικό καί αὐθεντικό ἄνθρωπο) κοινό. Γι’ αὐτό στόν Χριστό δέν ὑπάρχει «γνωμικόν θέλημα» ἤ «γνώμη»: ὑπάρχει φυσική θεία θέληση καί φυσική ἀνθρώπινη θέληση, ἀλλά τό ἀντικείμενο τῶν δύο θελήσεων εἶναι ἀκριβῶς τό ἴδιο, δηλαδή ἡ ἀνθρώπινη θέληση θέλει ὅ,τι ἀκριβῶς θέλει καί ἡ θεία θέληση ἤ ἀκολουθεῖ ἐλεύθερα[108] τή θεία θέληση.[109] Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἰσχύει καί γιά τήν ἐνέργεια: καί ἐδῶ, ἄλλο εἶναι ἡ «ἐνέργεια», ἄλλο τό «ἐνεργητικόν», ἄλλο τό «ἐνέργημα» καί ἄλλο ὁ «ἐνεργῶν». Ἡ «ἐνέργεια» εἶναι «δραστική καί οὐσιώδης τῆς φύσεως κίνησις». «Ἐνεργητικόν» εἶναι ἡ φύση, ἀπό τήν ὁποία πηγάζει ἡ ἐνέργεια. «Ἐνέργημα» εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς ἐνέργειας καί «ἐνεργῶν» εἶναι ἡ ὑπόσταση, ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖ τήν ἐνέργεια.[110]

Οἱ προσπάθειες γιά τή βίαιη ἐπιβολή τοῦ Μονοθελητισμοῦ καί τοῦ Μονοενεργητισμοῦ ἐγκατελείφθηκαν μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, ἀφοῦ δημιουργοῦσαν περισσότερα προβλήματα καί ὁδηγοῦσαν σέ περισσότερα ἀδιέξοδα. Γιά τήν ὁριστική διευθέτηση τοῦ ζητήματος συνεκλήθη ἀπό τόν Αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο Δ΄ τόν Πωγωνᾶτο (668-685) ἡ ΣΤ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος στήν Κωνσταντινούπολη τά ἔτη 680 καί 681. Ἡ Σύνοδος, μέ βάση, κυρίως, τή Χριστολογία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ καί τή δογματική διδασκαλία τῆς Ἐπιστολῆς τοῦ ἁγίου Σωφρονίου Ἱεροσολύμων, ἐξέδωσε Ὅρον Πίστεως, μέ τόν ὁποῖο καταδικάζονται ὁ Μονοθελητισμός καί Μονοενεργητισμός, καθώς καί ὅσοι ἀποδέχθηκαν τίς παραπάνω αἱρέσεις, εἰδικότερα δέ ὁ Πάπας Ὀνώριος ὁ Α΄ καί οἱ Πατριάρχες Κωσταντινουπόλεως Σέργιος ὁ Α΄, Πύρρος, Παῦλος ὁ Β΄ καί Πέτρος, Ἀλεξανδρείας Κύρος καί Ἀντιοχείας Μακάριος ὁ Α΄.

Ὁ Ὅρος Πίστεως τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διατυπώνει μέ αὐθεντικό τρόπο τόν Ὀρθόδοξο Δυοθελητισμό καί Δυοενεργητισμό. Κατά τή διδασκαλία του, ἐν Χριστῷ ὑπάρχουν ἀδιαιρέτως, ἀτρέπτως, ἀμερίστως καί ἀσυγχύτως, δύο φυσικές θελήσεις ἤ δύο φυσικά θελήματα καί δύο φυσικές ἐνέργειες. Τά θελήματα αὐτά δέν εἶναι ὑπενάντια, οὔτε τό ἀνθρώπινο «ἀντιπίπτει» ἤ «ἀντιπαλαίει» τό θεῖο καί πανσθενές θέλημα, ἀλλά ἕπεται, τό ἀκολουθεῖ καί ὑποτάσσεται σ’ αὐτό. Τό ἀνθρώπινο θέλημα εἶναι «ἴδιον» (δικό Του) θέλημα τοῦ Θεοῦ Λόγου, ὅπως ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι «ἰδία» φύση τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ὅπως ἡ ἀνθρώπινη φύση μέ τή θέωσή της δέν καταργήθηκε, ἀλλά ἔμεινε «ἐν τῷ οἰκείῳ αὐτῆς ὅρῳ τε καί λόγῳ» (στά ὅριά της), ἔτσι καί τό ἀνθρώπινο θέλημα τοῦ Κυρίου μέ τή θέωσή του δέν καταργήθηκε, ἀλλά διασώζεται. Κατά τόν ἴδιο τρόπο, ἐνεργοῦν ἐν Χριστῷ δύο φυσικές ἐνέργειες. Ἡ ἀποδοχή μίας φυσικῆς ἐνέργειας ἐν Χριστῷ σημαίνει, κατά τόν Ὅρο, εἴτε μεταβολή τῆς θεότητας σέ ἀνθρωπότητα, εἴτε μεταβολή τῆς ἀνθρωπότητας σέ θεότητα. Τά θαύματα καί τά Πάθη εἶναι τοῦ ἑνός καί τοῦ αὐτοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος τά ἐνεργεῖ «κατ’ ἄλλο καί ἄλλο», σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Κύριλλο. Τέλος, κάθε φύση «μετά τῆς θατέρου κοινωνίας» θέλει καί ἐνεργεῖ, κατά τόν Ὅρο, ὅσα τῆς ἀνήκουν καί στό σημεῖο αὐτό παρατίθεται τό κλασικό χωρίο τοῦ Τόμου τοῦ ἁγίου Λέοντος.[111]

Μέ τό ἔργο τῆς ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στήν Κωνσταντινούπολη (680-681) ὁλοκληρώθηκε ἡ διατύπωση τοῦ Χριστολογικοῦ δόγματος, ἡ ὁποία ἄρχισε, κυρίως, μέ τό ἔργο τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στήν Ἔφεσο (431) καί τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας (370-444), ἔληξαν δέ στήν οὐσία καί οἱ μεγάλες Τριαδολογικές καί Χριστολογικές ἔριδες, πού ἄρχισαν ἀπό τόν γ΄ μ.Χ. αἰ. Ὡστόσο, τό Χριστολογικό δόγμα ἦλθε πάλι στό προσκήνιο τόν ἑπόμενο αἰώνα, ὅταν οἱ Εἰκονομάχοι Αὐτοκράτορες συνέδεσαν τή δυνατότητα ἐξεικόνισης τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου μέ τό ζήτημα τῶν δύο φύσεών Του.

 

*     *     *

 

Εἰκονομαχία θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ, ὡς ἡ τελευταία ἀναζωπύρωση τῶν συζητήσεων γιά τό Χριστολογικό δόγμα. Ἡ νέα αἵρεση ἀπέρριπτε τήν τιμή καί τήν προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, καθώς καί τή γενικότερη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά τίς εἰκόνες. Οἱ ὀπαδοί της θωροῦσαν τίς ἱερές εἰκόνες κάτι ἀντίστοιχο τῶν εἰδώλων καί πίστευαν ὅτι ἡ ἀποδιδόμενη σ’ αὐτές τιμή ἤ προσκύνηση εἶναι μιά μορφή εἰδωλολατρίας. Ἡ Εἰκονομαχία δέν εἶχε ἀπό τήν ἔναρξή της Χριστολογικό χαρακτήρα, σύντομα, ὅμως, ἄρχισε νά ἀναφέρεται στό Χριστολογικό δόγμα, ὅταν τέθηκε ζήτημα γιά τό ἄν πρέπει νά ἐξεικονίζεται ἤ ὄχι τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ὁποίου ἡ θεία φύση εἶναι ἀπερίγραπτη καί ἀπρόσιτη στόν ἄνθρωπο. Οἱ Εἰκονομάχοι ἀπέρριπταν τήν ἐξεικόνιση τοῦ Κυρίου, κατηγορῶντας τούς Ὀρθοδόξους, εἴτε ὅτι περιγράφουν τήν ἀπερίγραπτη θεία φύση, εἴτε ὡς αἱρετικούς Νεστοριανούς, πού ἀποχωρίζουν τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ ἀπό τή θεία μέ τόν ἐξεικονισμό της.

Ἄν καί τά ἐπιχειρήματα τῶν Εἰκονομάχων ἔμοιαζαν βάσιμα, ἡ ἐμφάνιση τῆς αἵρεσης προσέκρουε στή σταθερή Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ, ὅταν προέκυψε ἡ ἔριδα, ἡ τιμή τῶν ἁγίων εἰκόνων ἦταν πάγια κατάσταση καί πράξη τῆς Ἐκκλησίας, διαμορφωμένη πρίν ἀπό αἰῶνες. Εἰδικότερα, ἀπό τόν γ΄ μ.Χ. αἰ. (δηλαδή ἀμέσως μετά τή λήξη τῶν μεγάλων διωγμῶν), οἱ εἰκόνες ἄρχισαν νά εἰσέρχονται στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, σέ ἀντικατάσταση τῶν παλαιοχριστιανικῶν συμβόλων καί ἀρχαίων συμβολικῶν παραστάσεων, μέ τά ὁποῖα εἰκονιζόταν συνήθως ὁ Κύριος.[112] Τά σύμβολα αὐτά τῆς ἐποχῆς τῶν κατακομβῶν εἶναι οἱ πρῶτες εἰκόνες τῆς Ἐκκλησίας. Τόν δ΄ μ.Χ. αἰ. ἡ χρήση τῶν ἁγίων εἰκόνων εἶχε ἐπεκταθεῖ εὐρύτατα, ὄχι μόνο στούς ναούς, ἀλλά καί στίς οἰκίες τῶν χριστιανῶν, καί, γενικά, εἶχε ἐπιβληθεῖ στήν ἐκκλησιαστική συνείδηση.[113]

Τό γεγονός, ὅμως, ὅτι εἰκόνες χρησιμοποιήθηκαν γιά πρώτη φορά, καί μέ διαφορετική, βέβαια, ἔννοια, ἀπό αἱρετικούς, ὅπως οἱ Γνωστικοί καί οἱ Καρποκρατιανοί, ἐξηγεῖ τήν ὕπαρξη μεμονομένων μαρτυριῶν ἐναντίον τῶν ἁγίων εἰκόνων στήν πρό τῆς Εἰκονομαχίας ἐκκλησιαστική Παράδοση. Ἔτσι, ἡ Σύνοδος τῆς Ἐλβίρας τοῦ 305 ἀπαγόρευσε τή χρήση τῶν ἁγίων εἰκόνων στούς ναούς, ὁ δέ ἀρειανόφρων Εὐσέβιος Καισαρείας (280-340) ἀπορρίπτει τίς ἱερές εἰκόνες, μέ βάση τά προσωπικά του αἱρετικά φρονήματα. Τέλος, ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος Σαλαμῖνος τῆς Κύπρου (315-403) εἶναι ἐπιφυλακτικός ἔναντι τῶν ἁγίων εἰκόνων. Ὅλες αὐτές οἱ μαρτυρίες χρησιμοποιήθησαν ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων στή διάρκεια τῶν εἰκονομαχικῶν ἐρίδων. Ἐναντίον τῶν εἰκόνων εἶχαν ταχθεῖ, ἐπίσης, οἱ αἱρετικοί Νεστοριανοί καί Μονοφυσῖτες. Ἰδιαίτερα, ὅμως, οἱ αἱρετικοί Παυλικιανοί, πού δροῦσαν ἀπό τόν ε΄ μ.Χ. αἰ. καί ἐξῆς στίς ἀνατολικές ἐπαρχίες τῆς Αὐτοκρατορίας, ἀπέρριπταν τίς ἱερές εἰκόνες καί εἶχαν δημιουργήσει ἀρνητικό κλίμα ἐναντίον τους, σέ ἐκεῖνες τίς περιοχές.[114]

Αὐτό ἀκριβῶς τό ἀρνητικό κλίμα μετέφερε στήν Κωνσταντινούπολη ὁ πρῶτος Εἰκονομάχος Αὐτοκράτορας Λέων Γ΄ ὁ Ἴσαυρος (717-741), προερχόμενος ἀπό ἐκεῖνες τίς ἐπαρχίες τῆς Αὐτοκρατορίας (ἦταν προηγουμένως Στρατηγός τοῦ Θέματος τῶν Ἀνατολικῶν). Στήν Κωνσταντινούπολη συνάντησε καί κάποιες ὑπερβολές ἤ ἀκρότητες ὡς πρός τήν τιμή τῶν ἁγίων εἰκόνων, πού ὁπωσδήποτε τόν ἐπηρέασαν. Ἔτσι, ἀφοῦ προετοίμασε τό ἔδαφος γιά μιά ὁλόκληρη δεκαετία, ἐξέδωσε Διάταγμα τό 726 ἤ 730, μέ τό ὁποῖο κατηργοῦσε τήν προσκύνηση τῶν ἁγίων εἰκόνων καί διέτασσε τήν καταστροφή τους. Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἅγιος Γερμανός (715-730) ἀρνήθηκε νά τό δεχθεῖ, ἐκθρονίστηκε καί στή θέση του ἐπιβλήθηκε ὁ Εἰκονομάχος Ἀναστάσιος (730-753). Κατά τίς ἀπόψεις τοῦ Αὐτοκράτορα, ἡ τιμή τῶν εἰκόνων ὁδηγεῖ εὐθέως στήν εἰδωλολατρία, ἀφοῦ οἱ εἰκόνες «εἰδώλων τόπον ἀναπληροῦσι καί οἱ προσκυνοῦντες αὐτάς εἰδωλολάτραι».[115] Ἡ τιμή τῶν εἰκόνων δέν θεμελιώνεται στήν Ἁγία Γραφή, ἀλλά ἀντιτίθεται σ’ αὐτήν, ἀπορρίπτεται ἀπό τήν Ἱερά Παράδοση καί ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τίς ἀποφάσεις τῶν ἕξι Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖες δέν τήν θεσμοθέτησαν, οὔτε τήν ἐπέβαλαν. Ἐπίσης, κατά τόν Λέοντα, ἡ ἀόρατη φύση τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι δυνατό νά ἐξεικονιστεῖ.

Παρομοίων καί πιό ἀκραίων ἀντιλήψεων ἦταν καί ὁ διάδοχος τοῦ Λέοντος Εἰκονομάχος Αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος Ε΄ ὁ Κοπρώνυμος (741-755), ὁ ὁποῖος καινοτόμησε, συνδέοντας στενώτερα τό ζήτημα τῆς ἐξεικόνισης τοῦ Κυρίου μέ τό Χριστολογικό δόγμα. Οἱ Ὀρθόδοξοι διακήρυτταν, βέβαια, καί ὅτι ἡ ἀόρατη θεία φύση δέν εἰκονίζεται, ὅμως, εἰκονίζεται ὁ Κύριος, ἐπειδή ἔγινε ἄνθρωπος ὁρατός σέ ἐμᾶς. Ὁ Αὐτοκράτορας καί οἱ ὀπαδοί του τούς κατηγοροῦσαν ὡς Νεστοριανούς, ἐπειδή, εἰκονίζοντας τήν ἀνθρωπίνη φύση τοῦ Κυρίου, τήν ἀποχώριζαν ἀπό τή θεία φύση, μέ τήν ὁποία εἶναι «ἀχωρίστως» καί «ἀδιαιρέτως» ἑνωμένη, σύμφωνα μέ τόν Ὅρο τῆς Δ΄ Οίκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ κατηγορία ἦταν σοβαρή, ἀφοῦ ἐμφάνιζε τήν μέν τιμή τῶν ἁγίων εἰκόνων ὡς ἀντίθετη μέ τό δόγμα τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος (451), δηλαδή ὡς αἵρεση, ὅσους δέ προσκυνοῦσαν τίς ἱερές εἰκόνας τούς ἐμφάνιζε ὡς αἱρετικούς. Ὅσους, τέλος, ἔθεταν ὡς βάση τοῦ ἐξεικονισμοῦ τοῦ Κυρίου τήν ἀνερμήνευτη ἕνωση τῶν δύο φύσεων στή μία ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου, τούς κατηγοροῦσαν ὡς Μονοφυσῖτες, ἐπειδή συνέχεαν δῆθεν τίς φύσεις. Μοναδική δυνατότητα ἐξεικόνισης καί ἀληθινή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ θεωροῦσαν οἱ Εἰκονομάχοι τή Θεία Εὐχαριστία. Ἐπί πλέον, ὁ Αὐτοκράτορας καί οἱ ὀπαδοί του πίστευαν, ὅτι ἡ τιμή τῶν ἁγίων εἰκόνων εἶναι ἀσυμβίβαστη μέ τήν κατ’ ἐξοχήν «πνευματική λατρεία» τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ εἰκόνες μειώνουν, δῆθεν, τή δόξα καί ὑβρίζουν τά πρόσωπα τῶν εἰκονιζομένων, μέ τόν ἐξεικονισμό τους «ἐν κοινῇ καί ἀτίμῳ ὕλῃ», ἡ δέ κατασκευή τους ὀφείλεται στήν αὐθαιρεσία καί στήν αἰσχροκέρδια τῶν κατασκευαστῶν τους, οἱ ὁποῖοι ἐπιχειροῦν μέ τά βέβηλα χέρια τους νά ἐξεικονίσουν τά πιστευόμενα «ἐν τῇ καρδίᾳ».[116]

Ἡ Εἰκονομαχία ἐπιβλήθηκε προσωρινά μέ τή δυνάμη τῆς κρατικῆς ἐξουσίας καί τοῦ στρατοῦ. Σέ μιά στιγμή ἔξαρσης τοῦ φανατισμοῦ, ὁ Αὐτοκράτορας ἀπαγόρευσε τίς προσευχές στούς Ἁγίους, τήν τιμή τῶν ἁγίων Λειψάνων καί τίς προσευχές στή Θεοτόκο![117] Αὐτό σημαίνει, ὅτι στόχος τῶν Εἰκονομάχων δέν ἦταν μόνο οἱ ἱερές εἰκόνες, ἀλλά ὁλόκληρη ἡ ἐκκλησιαστική Παράδοση, καί ὅτι ἡ Εἰκονομαχία ἦταν μιά ἀπόπειρα ριζικῆς μεταρρύθμισης ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας. «Μεταστοιχείωσιν τῶν ἁπάντων ἀθεωτάτην», τήν ἀποκαλεῖ κάπου ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης (759-826).[118] Εἰδικότερα, ἦταν ἀπόπειρα μιᾶς μικρῆς ὁμάδας στρατιωτικῶν καί κρατικῶν ἀξιωματούχων νά ἐπιβάλλουν, μέ ὅλους τούς μηχανισμούς βίας πού διέθεταν, ἕνα σύστημα μεταρρυθμίσεων στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, σύμφωνα μέ τίς δικές τους αἱρετικές ἀντιλήψεις, διώκοντας τούς ἀντιδρῶντες Ὀρθοδόξους, τούς παραπλανητικά ἀποκαλούμενους «Εἰκονολάτρες».[119] Στό πλαίσιο αὐτό, συγκροτήθηκε εἰκονομαχική Σύνοδος στήν Ἱέρεια τό 754 μ.Χ. ἐπί Αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου Ε΄ τοῦ Κοπρωνύμου (741-755), ἡ ὁποία ἐπέβαλε ἐπίσημα τήν Εἰκονομαχία στήν Ἐκκλησία[120] καί ἀναθεμάτισε τούς ἤδη κεκοιμημένους ὑπερμάχους τῶν Ὀρθοδόξων ἅγιο Γερμανό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (715-730) καί ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό (680-754), ὁ δέ Ὅρος της ἀπηχοῦσε τίς ἀντιλήψεις τοῦ Εἰκονομάχου Αὐτοκράτορος. Ἀμέσως ἀκολούθησε διωγμός τῶν τιμώντων τίς εἰκόνες Ὀρθοδόξων. Οἱ εἰκόνες καταστρέφονταν, οἱ δέ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες καί Ἐπίσκοποι, πού ἀντιδροῦσαν, εἶχαν ἤδη ἐκδιωχθεῖ. Ἐπειδή πρόμαχοι τῶν Ὀρθοδόξων ἦταν κυρίως οἱ Μοναχοί, ἡ Εἰκονομαχία κατέληξε σέ σκληρό διωγμό ἐναντίον τῶν Μοναχῶν (Μοναχομαχία!): ὅποιος κατεῖχε εἰκόνα ἤ περιέθαλπε Μοναχό ἦταν αὐτόματα διωκόμενος. Στήν Αὐτοκρατορία προκλήθηκαν μεγάλης ἔκτασης ἀναταραχές, οἱ ὁποῖες ἔλαβαν τή μορφή ἐμφύλιας σύρραξης.

Ὑπέρμαχοι τῶν ἁγίων εἰκόνων αὐτή τήν περίοδο ἀνεδείχθησαν ὁ ἐκθρονισμένος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἅγιος Γερμανός (715-730) καί ὁ Πρεσβύτερος τῆς Λαύρας τοῦ Ἁγίου Σάββα τῆς Παλαιστίνης ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (680-754). Ἰδιαίτερα, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀπέκρουσε κάθε ἀναλογία μεταξύ εἰκόνας καί εἰδώλου, ἀφοῦ ἀφ’ ἑνός μέν τό εἰκονιζόμενο πρόσωπο, χωρίς νά εἶναι διαφορετικό, δέν ταυτίζεται μέ τήν εἰκόνα του, ἀφ’ ἑτέρου δέ οἱ εἰκόνες δέν τιμῶνται οἱ ἴδιες, ὅπως τά εἴδωλα, ἀλλά ἡ τιμή τους ἀνάγεται στό πρωτότυπο (στό εἰκονιζόμενο), τό ὁποῖο εἶναι ὑπαρκτό καί ὄχι ἀνύπαρκτο πρόσωπο: «ἡ τῆς εἰκόνος τιμή ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει».[121] Τή φράση αὐτή, πού ἐπαναλάμβανε συχνά ὁ ἅγιος Ἰωάννης, περιέλαβε στόν Ὅρο της ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος (787).[122] Ἤδη τήν εἶχαν χρησιμοποιήσει ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας (280-340), ὁ Μέγας Βασίλειος (330-378), ἀπό τόν ὁποῖο τήν παρέλαβε ὁ Δαμασκηνός, ὁ Μάρκελλος Ἀγκύρας (280-374) καί ἄλλοι. Ὅταν, λοιπόν, προσκυνοῦμε τίς ἱερές εἰκόνες, «προσκυνοῦμεν οὐ τῇ ὕλῃ ἀλλά τῷ εἰκονιζομένῳ».[123] Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, ἀφοῦ ὁποιοδήποτε ὁρατό μπορεῖ νά ἀναπαρασταθεῖ μέ εἰκόνα του, κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος κατά τήν Ἐνανθρώπησή Του ἔγινε ὁρατός σέ ἐμᾶς, μπορεῖ νά περιγραφεῖ (εἰκονιστεῖ), ὄχι βέβαια, κατά τήν ἀόρατη οὐσία Του, ἀλλά «κατά τό ὁμοίωμα τοῦ ὁραθέντος»,[124] δηλαδή κατά τή σωματική θέα του, ὄχι κατά τή θεία φύση Του, ἀλλά κατά τήν ἀνθρώπινη. Τέλος, λόγῳ τῆς μυστικῆς καί ἀμφίπλευρης σχέσης μεταξύ εἰκόνας καί εἰκονιζόμενου, δέν μεταβαίνει μόνο ἡ τιμή τῆς εἰκόνας στό πρωτότυπο, ἀλλά καί τό εἰκονιζόμενο πρόσωπο πολλές φορές ἐνεργεῖ καί θαυματουργεῖ μέσῳ τῆς εἰκόνας του.

Ἡ ἔκταση τῆς διαμάχης καί ἡ κατάσταση, πού εἶχε δημιουργηθεῖ, ἔπρεπε νά ἀντιμετωπιστοῦν ἀπό νέα Οἰκουμενική Σύνοδο. Ἡ εὐκαιρία δόθηκε, ὅταν ἡ Ὀρθόδοξη Αὐτοκράτειρα Εἰρήνη ἡ Ἀθηναία (752-803), ἐπίτροπος τοῦ ἀνηλίκου γιοῦ της Αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου ΣΤ΄ τοῦ Πορφυρογέννητου (780-798) μετά τόν θάνατο τοῦ συζύγου της Εἰκονομάχου Αὐτοκράτορος Λέοντος Δ' τοῦ Χαζάρου (775-780), συγκάλεσε τήν Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο στή Νίκαια τῆς Βυθινίας τό 787 μ.Χ., ἐπί Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ἁγίου Ταρασίου (784-806). Ἡ Σύνοδος καταδίκασε τήν Εἰκονομαχία καί προσωπικά τούς Εἰκονομάχους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Ἀναστάσιο (730-753), Κωνσταντῖνο Β΄ (754-766) καί Νικήτα (766-780), καθώς καί ἄλλους πρωτοστάτες τῆς αἵρεσης, ἀκύρωσε καί ἀναθεμάτισε τήν εἰκονομαχική Σύνοδο τῆς Ἱέρειας (754), ἀποκατέστησε τή μνήμη τῶν ἁγίων Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως καί Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, πού εἶχαν ἀναθεματιστεῖ ἀπό ἐκείνη τή Σύνοδο, καί ἐξέδωσε Ὅρον Πίστεως, στόν ὁποῖο ἐκτίθεται συνοπτικά ἡ θεολογία τῶν ἁγίων εἰκόνων. Στόν Ὅρο τῆς Συνόδου γίνεται κατ’ ἀρχήν ἀποδεκτή ἡ τιμή τῶν προσώπων τῆς Θεοτόκου, τῶν Ἁγίων καί τῶν Ἀγγέλων. Γίνεται, ἐπίσης, ἀποδεκτή ἡ τιμή τῶν ἁγίων εἰκόνων, ὅπως ἀκριβῶς ἡ τιμή τοῦ τύπου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καί τῶν Λειψάνων τῶν Ἁγίων. Ὁ Ὅρος δέχεται ὅτι ἡ ἐξεικόνιση τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου δέν ἀντιτίθεται στόν Ὅρο τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451), ἀφοῦ ὁ Κύριος εἶναι περιγραπτός κατά τό ἀνθρώπινο, ἡ δέ εἰκόνα Του πιστοποιεῖ μεταξύ ἄλλων τήν «ἀληθινήν καί οὐ κατὰ φαντασίαν» Ἐνανθρώπησή Του.[125] Ἔτσι, οἱ ἀρνούμενοι τόν ἐξεικονισμό τοῦ Κυρίου ἀρνοῦνται στήν οὐσία καί τήν Ἐνανθρώπησή Του. Ὅπως τιμᾶται μέ εἰκόνες ὁ Κύριος, ἔτσι τιμῶνται μέ εἰκόνες ἡ Θεοτόκος καί οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπίσης, εἶναι ἐπιτρεπτός ὁ ἐξεικονισμός τῶν Ἀγγέλων, ἀφοῦ Ἄγγελοι ἐμφανίζονται κατά καιρούς αἰσθητῶς σέ πολλούς ἀνθρώπους, καθώς ἐπίσης ὁ ἐξεικονισμός τῶν ὁράσεων καί τῶν θεοφανειῶν τῶν Προφητῶν. Ὅσοι δέν ἀποδέχονται τόν ἐξεικονισμό αὐτῶν τῶν ὁράσεων ἤ θεοφανειῶν, ἀναθεματίζονται ἀπό τή Σύνοδο.[126]

Ἡ Σύνοδος κάνει σαφή διάκριση μεταξύ «ἀληθινῆς λατρείας», ἡ ὁποία «πρέπει μόνῃ τῇ θείᾳ φύσει» καί ἀπαγορεύεται ἀπόλυτα ἡ ἀπόδοσή της στούς Ἁγίους καί στίς εἰκόνες, καί τιμητικῆς ἤ σχετικῆς προσκύνησης («τιμητικῶς», «κατά σχέσιν»), ἡ ὁποία μόνο ἀπονέμεται στίς εἰκόνες καί «ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει», ἀλλά καί στή Θεοτόκο, στούς Ἁγίους κ.λπ. Ἡ σχετική ἤ τιμητική αὐτή προσκύνηση, ἀναφέρεται ἔμμεσα στόν Τριαδικό Θεό, ὡς αἴτιο τῆς ἁγιότητας τῶν Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν γνήσιοι φίλοι καί ὑπηρέτες Του, ἀφοῦ, ὅπως δίδαξε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «διά τῆς εἰκόνος καί τῶν ἁγίων τῷ Θεῷ προσάγω τήν προσκύνησιν καί τήν τιμήν, δι’ ὅν καί τούς αὐτοῦ φίλους σέβω».[127] Ἐπί πλέον, οἱ ἱερές εἰκόνες ἔχουν καί ἀδιαμφισβήτητο πρακτικό καί παιδαγωγικό χαρακτῆρα, ἀφοῦ ἀποτελοῦν τά «βιβλία» τῶν ἀγραμμάτων καί διεγείρουν τόν νοῦ τῶν πιστῶν στήν ἐνθύμηση καί τή μίμηση τῶν εἰκονιζομένων: «οἱ ταύτας θεώμενοι διανίστανται πρός τήν τῶν πρωτοτύπων μνήμην τε καί ἐπιπόθησιν».[128]

Ὡστόσο, μέ τήν Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (787) δέν ἔληξαν οἱ εἰκονομαχικές ἔριδες. Ἔληξε μόνο ἡ πρώτη φάση ἤ περίοδος αὐτῶν τῶν ἐρίδων. Ἡ Εἰκονομαχία ἀναζωπυρώθηκε ἀπό τόν Αὐτοκράτορα Λέοντα Ε΄ τόν Ἀρμένιο (813-820), ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε μετριοπαθής Εἰκονομάχος, καί ἔτσι ἄρχισε ἡ δεύτερη φάση τῆς Εἰκονομαχίας, πού ἦταν γενικά ἡπιότερη τῆς πρώτης. Τήν ἴδια περίπου στάση τήρησαν καί οἱ διάδοχοι τοῦ Λέοντος Εἰκονομάχοι Αὐτοκράτορες Μιχαήλ Β' ὁ Τραυλός (820-829) καί Θεόφιλος (829-842). Ὑπέρμαχος τῶν Ὀρθοδόξων ἀνεδείχθη τήν περίοδο αὐτή ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης (759-826). Ἡ δεύτερη φάση τῆς Εἰκονομαχίας ἔληξε, ὅταν πέθανε ὁ τελευταῖος Εἰκονομάχος Αὐτοκράτορας Θεόφιλος καί τήν ἐξουσία ἀνέλαβε ἡ σύζυγός του Ὀρθόδοξη Αὐτοκράτειρα Θεοδώρα, ὡς ἐπίτροπος τοῦ ἀνήλικου γιοῦ της Αὐτοκράτορος Μιχαήλ Γ΄ τοῦ Μέθυσου (842-867). Τότε οἱ διωχθέντες Ὀρθόδοξοι ἐπανῆλθαν στίς θέσεις τους καί Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἐξελέγη ὁ ἅγιος Μεθόδιος ὁ Α΄ (843-847), ὁ ὁποῖος συγκάλεσε στήν Κωνσταντινούπολη Σύνοδο τό 843 μ.Χ. ὅπου καταδίκασε πάλι τούς ἡγέτες τῶν Εἰκονομάχων, ἐπικύρωσε τίς ἀποφάσεις τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ἀναστήλωσε ἐπίσημα τίς ἱερές εἰκόνες. Ὁ θρίαμβος τῆς Ὀρθοδοξίας καθιερώθηκε ἔκτοτε νά ἑορτάζεται κάθε χρόνο τήν πρώτη Κυριακῇ τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς («Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας»).

 

*     *     *

 

Προσπαθήσαμε μέ τήν ἐργασία αὐτή νά παρουσιάσουμε μιά γενική εἰκόνα τῶν ἀγώνων τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν προσπαθειῶν της νά διαφυλάξει ἀνόθευτη τήν ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια γιά τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἔναντι ποικίλων ἀμφισβητήσεων καί παραχαράξεών της κατά τή διάρκεια πολλῶν αἰώνων, ἀπό τῆς μεταποστολικῆς σχεδόν ἐποχῆς μέχρι τά μέσα περίπου τοῦ θ΄ μ.Χ. αἰ. Οἱ ἀγῶνες αὐτοί εἶχαν σάν ἀποτέλεσμα ἀφ’ ἑνός μέν τήν ἀντιμετώπιση μεγάλων Χριστολογικῶν αἱρέσεων, ἀφ’ ἑτέρου δέ τήν αὐθεντική διατύπωση τῆς ἀλήθειας περί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ περισσότερο σαφεῖς καί κατάλληλους ὅρους, ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους καί ἀπό τούς μεγάλους ἐκλησιαστικούς Πατέρες τῆς μακρᾶς ἐκείνης περιόδου. Ὄντως, μέ τή λήξη τῆς Εἰκονομαχίας ἔληξαν καί οἱ Χριστολογικές ἔριδες, ἄφησαν, ὅμως, ὡς «κατάλοιπα» τίς μέχρι σήμερα ὑφιστάμενες Ἀντιχαλκηδόνιες ἤ Προχαλκηδόνιες «Ἐκκλησίες». Βέβαια, στούς ἑπόμενους αἰῶνες ἐμφανίστηκαν νέες αἱρέσεις, χωρίς, ὅμως, ἄμεση σχέση μέ τή Χριστολογία τῆς Ἐκκλησίας καί προερχόμενες, κυρίως, ἀπό τή χριστιανική Δύση (filioque, ἀντιησυχασμός ἤ ἀντιπαλαμισμός).

Ὡστόσο, στήν ἐποχή μας ἀμφισβητήσεις καί παραχαράξεις τῆς ἀλήθειας περί τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐμφανίζονται μέ νέα μορφή καί μέ συγκεκαλυμμένο τρόπο. Δέν προέρχονται πλέον «ἐκ τῶν ἔνδον» τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἀπόψεις μελῶν της, πού διεκδικοῦν «ὀρθοδοξία» καί ἀπαιτοῦν «δικαίωση», ὅπως συνέβαινε παλαιότερα, ἀλλά εἰσβάλλουν σ’ αὐτήν «ἔξωθεν», ἐπιχειρῶντας νά ἀλλοιώσουν τό φρόνημα τῶν μελῶν της. Τίς συναντᾶμε στό κίνημα τῆς «Νέας Ἐποχῆς», σέ Ἀνατολικές θρησκεῖες, ὅπως ὁ Ἰνδουϊσμός καί ὁ Βουδισμός, σέ μυστικές ὀργανώσεις, ὅπως ὁ Τεκτονισμός, σέ σύγχρονες αἱρετικές, παραχριστιανικές καί παραθρησκευτικές ὁμάδες καί ἀλλοῦ. Αὐτό καθιστᾶ τήν ἐνασχόληση καί τή γνώση τῶν δογματικῶν ἐξελίξεων τῆς ἐποχῆς τῶν μεγάλων Χριστολογικῶν ἐρίδων, στίς ὁποῖες ἀναφερθήκαμε, διαρκῶς ἐπίκαιρη, τόν δέ ἀναβαπτισμό στή διδασκαλία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς ἐποχῆς ἀναγκαῖο, προκειμένου νά διαφυλαχθεῖ τό πολυτιμότερο στοιχεῖο τῆς πίστης μας, πού εἶναι ὁ Χριστός.

 

*     *     *

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

 

Ἀγαπίου Ἱερομ. - Νικοδήμου Μον., Πηδάλιον τῆς νοητῆς νηός τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἔκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1982.

Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, Περί Σαρκώσεως τοῦ Κυρίου κατά Ἀπολλιναρίου, Λόγος Α΄, PG, τ. 26, στ. 1093-1132.

Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, Πρός Ἀντιοχεῖς Τόμος, PG, τ. 26, στ. 796-809.

Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου (ψευδ.), Πρός τόν εὐσεβέστατον βασιλέα Ἰωβιανόν, PG, τ. 28, στ. 532.

Ἀθανασούλια Σ. Πρωτ., «Οἱ θεολογικοί ὅροι τῆς διατυπώσεως του Τριαδικοῦ δόγματος», http://sathanasoulias.blogspot.com/2012/11/blog-post_10.html

Γρηγορίου Θεολόγου, Ἐπιστολή ρα΄ Πρός Κληδόνιον, PG, τ. 37, στ. 176-193.

Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου (ψευδ.), Ἐπιστολή Δ΄, Γαΐῳ θεραπευτῇ, PG, τ. 3, στ. 1072.

Ζηζιούλα Ἰω. Μητρ. Περγάμου, «Ἀπό τό προσωπεῖον εἰς τό πρόσωπον. Ἡ συμβολή τῆς πατερικῆς θεολογίας εἰς τήν ἔννοιαν τοῦ προσώπου», Χαριστήρια εἰς τιμήν τοῦ Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 287-323

Θεοδώρου Ἀ., Ἡ ἐπίδρασις τῆς ἑλληνικῆς σκέψεως ἐπί τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν τῆς Ἀλεξανδρείας καί Ἀντιοχείας, ἔκδ. Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν, Ἀθῆναι 1983.

Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολή ΙΕ΄, Πρός Πατριάρχην Ἱεροσολύμων, PG, τ. 99, στ. 1160-1164.

Janin R., «Θεοδώρητος», ΘΗΕ. τ. 6, στ. 191-192.

Ἰωάννου Ἀντιοχείας, Ἐπιστολή Πρός Νεστόριον, Ed. Schwartz, Acta Conciliorum Oecvmenicorum, τ. 1,1,1, Berlin - Lipsiae 1927, σ. 93-96.

Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, PG, τ. 94, στ. 789-1228.

Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Περί τῶν ἐν Χριστῷ δύο θελημάτων, PG, τ. 95, στ. 128-186.

Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Πρός τούς διαβάλλοντας τάς ἁγίας εἰκόνας, ΙΙΙ, PG, τ.94, στ. 1317-1420.

Καρμίρη Ἰω., Αἱ ἀρχαῖαι Ἀντιχαλκηδόνιοι Ἐκκλησίαι καί ἡ βάσις τῆς ἐπανενώσεως αὐτῶν μετά τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας (Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ Περιοδικοῦ «Θεολογία»), Ἀθῆναι 1966.

Καρμίρη Ἰω., «Εὐτυχής», ΘΗΕ, τ. 5, στ. 1106-1109.

Καρμίρη Ἰω., «Μονοφυσιτισμός», ΘΗΕ, τ. 9, στ. 68-70.

Καρμίρη Ἰω., Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, ἔκδ. β΄, ἐν Ἀθήναις 1960.

Καψάλη Γ., Ὁ διάλογος τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ μέ τόν Πατριάρχη Πύρρο, ἐκδ. Ἐλίκρανον, Ἀθήνα 2017.

Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἐπιστολή IV, Πρός Νεστόριον Β΄, PG, τ. 77, στ. 44-49.

Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἐπιστολή XL, Πρός Ἀκάκιον Μελιτινῆς, PG, τ. 77, στ. 182-201.

Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἐπιστολή XLIV, Πρός Εὐλόγιον πρεσβύτερον, PG, τ. 77, στ. 224-228.

Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἐπιστολή XLVI, Πρός Σούκενσον Β΄, PG, τ. 77, στ. 237-245.

Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἐπιστολή XVII, Πρός Νεστόριον Γ΄, PG, τ. 77, στ. 105-121

Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἐπιστολή XXXIX, Πρός Ἰωάννην Ἀντιοχείας, PG, τ. 77, στ. 173-181.

Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Πρός τούς τολμῶντας συνηγορεῖν τοῖς Νεστορίου δόγμασιν ὡς ὀρθῶς ἔχουσιν, PG, τ. 76, στ. 392-452.

Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Ζήτησις μετά Πύρρου, PG, τ. 91, στ. 287-353.

Μαρτζέλου Γ., Οὐσία καί ἐνέργειαι τοῦ Θεοῦ κατά τόν Μέγαν Βασίλειον. Συμβολή εἰς τήν ἱστορικοδογματικήν διερεύνησιν τῆς περί οὐσίας καί ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔκδ. Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 1993.

Μελετίου Μητρ. Νικοπόλεως, Ἡ Πέμπτη Οἰκουμενική Σύνοδος, Ἀθῆναι 1985.

Παπαδοπούλου Στ., Πατρολογία, τ. Β΄: Ὁ τέταρτος αἰώνας (Ἀνατολή καί Δύση), ἔκδ. β΄, Ἀθήνα 1999.

Παπαδοπούλου Στ., Πατρολογία, τ. Γ΄: Ὁ πέμπτος αἰῶνας (Ἀνατολή καί Δύση), ἔκδ. Γρηγόρης, Ἀθήνα 2010.

Πόποβιτς Ἰ. Ἀρχ., Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί ὁ Οἰκουμενισμός, Βαλίεβο Σερβίας χ.χ.

Πρακτικά τῶν Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τ. Β΄, ἔκδ. Κα-λύβης Τιμίου Προδρόμου Ἱερᾶς Σκήτης Ἁγίας Ἄννης, Ἅγιον Ὄρος 1982.

Ῥωμανίδου Ἰω. Πρωτ., Κείμενα Δογματικῆς καί Συμβολικῆς Θεολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Β΄, ἔκδ. Πουρναρᾶς, ἔκδ. δ΄, Θεσσαλονίκη 2000.

Ῥωμανίδου Ἰω. Πρωτ., «Μέγας Βασίλειος καί Γρηγόριος Νύσσης κατά Εὐνομίου καί τά κοινά καί ἀκοινώνητα τς Ἁγίας Τριάδος», Θεολογία, τ. 67 (1996), σ. 663-695.

Στεφανίδου Β. Ἀρχ., Ἐκκλησιαστική Ἱστορία. Ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι σήμερον, ἔκδ. Ἀστήρ, ἔκδ. δ΄, Ἀθῆναι 1978.

Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α΄, ἔκδ. β΄, Ἀθῆναι 1994.

Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τ. Ι: Ἀπό τῆς Ἀποστολικῆς ἐποχῆς μέχρι τῆς Εἰκονομαχίας, Ἀθῆναι 1978.

Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τ. ΙΙ: Ἀπό τῆς Εἰκονομαχίας μέχρι τῆς Ἁλώσεως (726-1453), Ἀθῆναι 1983.

Χρήστου Π., Ἑλληνική Πατρολογία, τ. Γ΄: Περίοδος θεολογικῆς ἀκμῆς. Δ΄ καί Ε΄ αἰῶνες, ἔκδ. Πατριαρχικόν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1987.

Χρήστου Π., Ἑλληνική Πατρολογία, τ. Δ΄: Περίοδος θεολογικῆς ἀκμῆς. Δ΄ καί Ε΄ αἰῶνες, ἔκδ. Πατριαρχικόν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1989.

 



* Τό κείμενο αὐτό ἀφιερώνεται στή μνήμη τοῦ μακαριστοῦ Θεολόγου καί Ὑποψηφίου Διδάκτορος Θεολογίας Γεωργίου Καψάλη, μέ τήν εὐκαιρία τοῦ ἐτήσιου μνημοσύνου του*. Ὁ μακαριστός Γεώργιος, ὁ ὁποῖος ἔφυγε αἰφνιδίως ἀπό τόν παρόντα κόσμο στίς 4/4/2020, εἶχε ἀσχοληθεῖ συστηματικά μέ ζητήματα Ὀρθοδόξου Χριστολογίας. Εἶχε σχεδόν ὁλοκληρώσει τή διδακτορική διατριβή του στή Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, μέ θέμα «Ὁ Θεολογικός Διάλογος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τίς ἀρχαῖες Ἀνατολικές Ἐκκλησίες», ἐνῶ ἤδη εἶχε ἐκδοθεῖ ἡ μεταπτυχιακή του μελέτη, μέ τίτλο «Ὁ διάλογος τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ μέ τόν Πατριάρχη Πύρρο» (ἐκδόσεις Ἐλίκρανον, Ἀθήνα 2017). Μέ τό κείμενο αὐτό θά προσπαθήσουμε νά περιγράψουμε τό ἱστορικό καί θεολογικό πλαίσιο, ἐντός τοῦ ὁποίου κινήθηκαν τά ἐνδιαφέροντα τοῦ μακαριστοῦ Γεωργίου, θά μποροῦσε δέ νά ἐκληφθεῖ ὡς μία γενική εἰσαγωγή στό ἔργο του.

*Ὁ σεβαστός Καθηγητής μας στό Ἐκκλησιαστικό Λύκειο τῆς Κορίνθου καί τελευταῖος Διευθυντής του κ. Βλάσιος Ἀνδρικόπουλος, στενός συνεργάτης τοῦ μακαριστοῦ Γεωργίου Καψάλη, μοῦ ζήτησε νά γράψω κάτι στή μνήμη του. Ἔτσι προῆλθε τό κείμενο αὐτό.

[1] Ματθ. 16,16.

[2] Ἐφ. 1,23.

[3] Ἀρχ. Ἰ. Πόποβιτς, Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί ὁ Οἰκουμενισμός, Βαλίεβο Σερβίας χ.χ., σ. 68.

[4] Πρβλ., «ταῦτα δέ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ, καί ἵνα πιστεύοντες ζωήν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰω. 20,31).

[5] «Ἀνυπόστατες» ἐδῶ, ὄχι μέ τήν ἔννοια τοῦ «ἀνύπαρκτες», ἀλλά μέ τήν ἔννοια ὅτι δέν ἀποτελοῦν ἰδιαίτερες - διακεκριμένες ὑποστάσεις.

[6] Περί τοῦ Μοναρχιανισμοῦ βλ. Ἀρχ. Β. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία. Ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι σήμερον, ἔκδ. Ἀστήρ, ἔκδ. δ΄, Ἀθῆναι 1978, σ 166-172, Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τ. Ι: Ἀπό τῆς Ἀποστολικῆς ἐποχῆς μέχρι τῆς Εἰκονομαχίας, Ἀθῆναι 1978, σ. 240-249.

[7] Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, τ. Β΄: Ὁ τέταρτος αἰώνας (Ἀνατολή καί Δύση), Ἀθήνα 19992, σ. 114.

[8] Πρβλ. τήν ἔκφραση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, «Θεόν ἀληθινόν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ».

[9] Περί τοῦ Ἀρείου βλ. Ἀρχ. Β. Στεφανίδου, ὅ.π., σ. 172 ἑξ., Βλ. Φειδᾶ, ὅ.π., σ. 377 ἑξ., Στ. Παπαδοπούλου, ὅ.π., σ. 114-119, Π. Χρήστου, Ἑλληνική Πατρολογία, τ. Γ΄: Περίοδος θεολογικῆς ἀκμῆς. Δ΄ καί Ε΄ αἰῶνες, ἔκδ. Πατριαρχικόν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 381-391, Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, ἔκδ. β΄, ἐν Ἀθήναις 1960, σ. 53-58, 115-120.

[10] Περισσότερα γιά τήν ἔννοια τῶν ὅρων «οὐσία», «φύσις», «ὑπόστασις» καί «πρόσωπον» βλ. Πρωτ. Σ. Ἀθανασούλια, «Οἱ θεολογικοί ὅροι τῆς διατυπώσεως του Τριαδικοῦ δόγματος», http://sathanasoulias.blogspot.com/2012/11/blog-post_10.html

[11] Ἰω. Ζηζιούλα Μητρ. Περγάμου, «Ἀπό τό προσωπεῖον εἰς τό πρόσωπον. Ἡ συμβολή τῆς πατερικῆς θεολογίας εἰς τήν ἔννοιαν τοῦ προσώπου», Χαριστήρια εἰς τιμήν τοῦ Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 292-293.

[12] Περί τοῦ Εὐνομίου βλ. Στ. Παπαδοπούλου, ὅ.π., σ. 579-584, Π. Χρήστου, ὅ.π., σ. 427-431. Γενικότερα περί Εὐνομίου βλ. Γ. Μαρτζέλου, Οὐσία καί ἐνέργειαι τοῦ Θεοῦ κατά τόν Μέγαν Βασίλειον. Συμβολή εἰς τήν ἱστορικοδογματικήν διερεύνησιν τῆς περί οὐσίας καί ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔκδ. Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 27 ἑξ., 76 ἑξ., 126 ἑξ., 149 ἑξ., 179 ἑξ., Πρωτ. Ἰω. Ῥωμανίδου, «Μέγας Βασίλειος καί Γρηγόριος Νύσσης κατά Εὐνομίου καί τά κοινά καί ἀκοινώνητα τς Ἁγίας Τριάδος», Θεολογία, τ. 67 (1996), σ. 663-695.

[13] Πρωτ. Σ. Ἀθανασούλια, ὅ.π.

[14] Μ. Ἀθανασίου, Πρός Ἀντιοχεῖς Τόμος, PG, τ. 26, στ. 801.

[15] Ἰω. Καρμίρη, ὅ.π., σ. 71, Στ. Παπαδοπούλου, ὅ.π., σ. 534.

[16] Περί τοῦ Ἀπολλιναρίου βλ. Στ. Παπαδοπούλου, ὅ.π., σ. 530-547, Ἰω. Καρμίρη, ὅ.π., σ. 70-71, Γ. Καψάλη, Ὁ διάλογος τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ μέ τόν Πατριάρχη Πύρρο, ἐκδ. Ἐλίκρανον, Ἀθήνα 2017, σ. 29-30, Ἀ. Θεοδώρου, Ἡ ἐπίδρασις τῆς ἑλληνικῆς σκέψεως ἐπί τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν τῆς Ἀλεξανδρείας καί Ἀντιοχείας, ἔκδ. Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν, Ἀθῆναι 1983, σ. 301-305.

[17] «Ψυχή τοίνυν ἐστίν οὐσία ... οὐχ ἕτερον ἔχουσα παρ’ ἑαυτήν τόν νοῦν, ἀλλά μέρος αὐτῆς τό καθαρώτατον (ὥσπερ γάρ ὀφθαλμός ἐν σώματι, οὕτως ἐν ψυχῇ νοῦς)» (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, κστ΄, PG, τ. 94, στ. 924).

[18] «Τί δε τό πταῖσαν καί πρωτοπαθῆσαν, εἰμή ὁ νοῦς καί ἡ τούτου λογική ὄρεξις, τουτέστιν ἡ θέλησις; Τοῦτο οὖν ἔχρηζε τῆς θεραπείας» (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Περί τῶν ἐν Χριστῷ δύο θελημάτων, 44, PG, τ. 95, στ. 184).

[19] Γρηγορίου Θεολόγου, Ἐπιστολή ρα΄ Πρός Κληδόνιον, PG, τ. 37, στ. 181.

[20] Κατά τή Συνοδική Ἐπιστολή τοῦ 382, ἡ Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδος καταδίκασε τίς αἱρετικές ἀντιλήψεις τῶν Ἀρείου, Ἀετίου, Εὐνομίου, Σαβελλίου, Φωτεινοῦ, Μαρκέλλου, Παύλου Σαμοσατέως, Μακεδονίου καί Ἀπολλιναρίου (Πρωτ. Ἰω. Ῥωμανίδου, Κείμενα Δογματικῆς καί Συμβολικῆς Θεολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Β΄, ἔκδ. Πουρναρᾶς, ἔκδ. δ΄, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 13).

[21] Ἀ. Θεοδώρου, ὅ.π., σ. 273, Μητρ. Νικοπόλεως Μελετίου, Ἡ Πέμπτη Οἰκουμενική Σύνοδος. Εἰσαγωγή, Πρακτικά, Σχόλια, Ἀθῆναι 1985, σ. 35.

[22] Μητρ. Νικοπόλεως Μελετίου, ὅ.π., σ. 26.

[23] Βλ. Φειδᾶ, ὅ.π, σ. 245.

[24] Περί τοῦ Διοδώρου Ταρσοῦ βλ. Ἀ. Θεοδώρου, ὅ.π. σ. 305-307, Στ. Παπαδοπούλου, ὅ.π., σ. 556-577, Π. Χρήστου, Ἑλληνική Πατρολογία, τ. Δ΄: Περίοδος θεολογικῆς ἀκμῆς. Δ΄ καί Ε΄ αἰῶνες, ἔκδ. Πατριαρχικόν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 398-405.

[25] Περί τοῦ Θεοδώρου Μοψουεστίας βλ. Μητρ. Νικοπόλεως Μελετίου, ὅ.π., σ. 35 ἑξ., Ἀ. Θεοδώρου, ὅ.π. σ. 307-314, Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, τ. Γ: Ὁ πέμπτος αἰώνας (Ἀνατολή καί Δύση), ἔκδ. Γρηγόρης, Ἀθήνα 2010, σ. 260-300.

[26] Κατά τούς Πατέρες, ἡ ἀρχή αὐτή («κατά φύσιν» σημαίνει «κατ’ ἀνάγκην») δέν ἰσχύει ἀπόλυτα, γι’ αὐτό στόν Θεό, ἀλλά καί στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, δέν ὑπάρχει τίποτε «ἠναγκασμένον». Ἔτσι, κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό, «εἰ γάρ καί νόμῳ φύσεως ἐγίνετο τά γινόμενα (ἐπί τοῦ Χριστοῦ), ἀλλ’ οὐ καθ’ ἡμᾶς ἠναγκασμένως. Ἐκουσίως γάρ τά φυσικά θέλων κατεδέξατο» (ὅ.π. ξζ΄, PG, τ. 94, στ. 1089). «Οὐδέν γάρ ἠναγκασμένον ἐπ’ αὐτοῦ (τοῦ Χριστοῦ) θεωρεῖται, ἀλλά πάντα ἑκούσια» (ὅ.π. ξδ΄, PG, τ. 94, στ. 1084). Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά ὅλες τίς ἄλλες φιλοσοφικές ἀρχές, πού χρησιμοποιοῦσαν οἱ Νεστοριανοί καί ἄλλοι αἱρετικοί. Ὅ,τι ἰσχύει γιά τήν κτιστή φύση δέν ἰσχύει κατ’ ἀνάγκην καί γιά τή θεία καί ἄκτιστη φύση, γιατί μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου δέν ὑπάρχει καμία ὁμοιότητα.

[27] Προφανῶς, αὐτό δέν κατόρθωσε νά τό ἀποφύγει, τελικά, οὔτε ὁ Θεόδωρος, ἀφοῦ ἐκεῖ καταλήγει ἀναγκαστικά καί τό δικό του θεολογικό σύστημα.

[28] Μητρ. Νικοπόλεως Μελετίου, ὅ.π., σ. 38.

[29] Στό ἴδιο, σ. 39.

[30] Στό ἴδιο, σ. 40.

[31] Φιλιπ. 2,7.

[32] Ἰω. 1,14.

[33] Ὅπως εἴδαμε, γιά «κατ’ ἐνέργειαν» ἤ «κατά βούλησιν» ἤ κατ’ εὐδοκίαν» ἕνωση ἔκανε λόγο καί ὁ Παῦλος Σαμοσατεύς, μέ τή διαφορά ὅτι ἐκεῖνος πίστευε ὅτι ὁ Λόγος εἶναι ἐνέργεια τοῦ Πατρός, ἐνῶ ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας πίστευε ὀρθά ὅτι ὁ Λόγος εἶναι ἰδιαίτερη ἄκτιστη ὑπόσταση καί ἔχει ἄκτιστη θεία ἐνέργεια.

[34] Ὅπως εἶναι γνωστό, «κοινοποίηση» ἤ «ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων» εἶναι ἡ ἐκκλησιαστική διδασκαλία, κατά τήν ὁποία, λόγω τῆς «ὑποστατικῆς» ἤ τῆς «καθ’ ὑπόστασιν» ἑνώσεως τῶν δύο «ἐν Χριστῷ» φύσεων, ἰδιότητες ἤ χαρακτηρισμοί τῆς θείας φύσεως μποροῦν νά ἀποδίδονται στήν ἀνθρώπινη καί τό ἀντίστροφο. Ἡ ἀκριβέστερη διατύπωση τῆς ἀλήθειας αὐτῆς ὑπάρχει στόν Τόμο τοῦ ἁγίου Λέοντος Πάπα Ῥώμης (400-461), ὡς ἑξῆς: «ἐνεργεῖ ἑκατέρα μορφή (=φύσις) μετά τῆς θατέρου κοινωνίας, ὅπερ ἴδιον ἔσχηκεν» (Ἰ. Καρμίρη, ὅ.π., σ. 164). Κατ’ ἐξοχήν δέ συνέπεια τῆς «ἀντιδόσεως τῶν ἰδιωμάτων» εἶναι τό γεγονός ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία ἀποκαλεῖται καί εἶναι («ὄντως», «ἀληθῶς» καί «κυρίως») «Θεοτόκος».

[35] «Ἐν Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως» (Ματθ. 2,1).

[36] Μητρ. Νικοπόλεως Μελετίου, ὅ.π., σ. 41.

[37] «Εἴ τις οὐ Θεοτόκον τήν ἁγίαν Μαρίαν ὑπολαμβάνει, χωρίς ἐστί τῆς θεότητος» (Ἐπιστολή ρα΄, Πρός Κληδόνιον, PG, τ. 37, στ. 177). Ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἤδη χρησιμοποιεῖ τόν ὅρο (Περί Σαρκώσεως τοῦ Κυρίου κατά Ἀπολλιναρίου, Λόγος Α΄, 12, PG, τ. 26, στ. 1113).

[38] Ἰω. Καρμίρη, ὅ.π., σ. 135.

[39] Στό ἴδιο, σ. 136.

[40] Στό ἴδιο, σ. 136. Περισσότερα περί τοῦ Νεστορίου βλ. Ἀ. Θεοδώρου, ὅ.π., σ. 314-318, Π. Χρήστου, Ἑλληνική Πατρολογία, τ. Δ΄: Περίοδος θεολογικῆς ἀκμῆς. Δ΄ καί Ε΄ αἰῶνες, ἔκδ. Πατριαρχικόν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 434-441, Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, τ. Γ: Ὁ πέμπτος αἰώνας (Ἀνατολή καί Δύση), ἔκδ. Γρηγόρης, Ἀθήνα 2010, σ. 651-676.

[41] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἐπιστολή IV, Πρός Νεστόριον Β΄, PG, τ. 77, στ. 45.

[42] Στό ἴδιο, PG, τ. 77, στ. 45.

[43] Στό ἴδιο, PG, τ. 77, στ. 48.

[44] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἐπιστολή XVII, Πρός Νεστόριον Γ΄, PG, τ. 77, στ. 113.

[45] Στό ἴδιο, PG, τ. 77, στ. 120-121.

[46] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἐπιστολή XXXIX, Πρός Ἰωάννην Ἀντιοχείας, PG, τ. 77, στ. 176-177.

[47] Ἰωάννου Ἀντιοχείας, Ἐπιστολή Πρός Νεστόριον, Ed. Schwartz, Acta Conciliorum Oecvmenicorum, τ. 1,1,1, Berlin - Lipsiae 1927, σ. 93-96.

[48] Μητρ. Νικοπόλεως Μελετίου, ὅ.π., σ. 54-55.

[49] Πράξη ἕκτη τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Πρακτικά τῶν Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τ. Β΄, ἔκδ. Καλύβης Τιμίου Προδρόμου Ἱερᾶς Σκήτης Ἁγίας Ἄννης, Ἅγιον Ὄρος 1982, σ. 185 κ.ἄ.

[50] Στό ἴδιο, σ. 174-176.

[51] Περί τοῦ Θεοδωρήτου βλ. Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, τ. Γ΄: Ὁ πέμπτος αἰώνας (Ἀνατολή καί Δύση), ἔκδ. Γρηγόρης, Ἀθήνα 2010, σ. 729-779, Μητρ. Νικοπόλεως Μελετίου, ὅ.π., σ. 65-67, 70-72 κ.ἄ., R. Janin, «Θεοδώρητος», ΘΗΕ. τ. 6, στ. 191-192, Π. Χρήστου, Ἑλληνική Πατρολογία, τ. Δ΄: Περίοδος θεολογικῆς ἀκμῆς. Δ΄ καί Ε΄ αἰῶνες, ἔκδ. Πατριαρχικόν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 447-463.

[52] Ἐκτενής δογματική ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Λέοντος Πάπα Ῥώμης (440-461), ἡ ὁποία ἐπικυρώθηκε ἀπό τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο (451) καί καταχωρήθηκε στά Πρακτικά της. Τό κείμενο τοῦ Τόμου στό Ἰω. Καρμίρη, ὅ.π., σ. 162-166.

[53] Γιά τήν Ὀρθόδοξη ὁμολογία του ἐνώπιον τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁ Θεοδώρητος Κύρου ἀποκαλεῖται «ὁ μακάριος Θεοδώρητος» ἀπό τόν ἅγιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη (Πηδάλιον, ἔκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1982, σ. 184), ἡ δέ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος τόν ἀποκαλεῖ «ὀρθόδοξον» καί «ὀρθόδοξον διδάσκαλον» μετά τήν ὁμολογία του (Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, τ. Γ΄: Ὁ πέμπτος αἰώνας (Ἀνατολή καί Δύση), ἔκδ. Γρηγόρης, Ἀθήνα 2010, σ. 752).

[54] Περί τοῦ Ἴβα βλ. Μητρ. Νικοπόλεως Μελετίου, ὅ.π., σ. 56-57, 62-63, 67-69, 72-73, Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, τ. Γ΄: Ὁ πέμπτος αἰώνας (Ἀνατολή καί Δύση), ἔκδ. Γρηγόρης, Ἀθήνα 2010, σ. 684-685.

[55] Μητρ. Νικοπόλεως Μελετίου, ὅ.π., σ. 96-97.

[56] Βλ. Φειδᾶ, ὅ.π., σ. 664 ἑξ.

[57] Ἐπίσης, ἀντιμετώπισε τό ζήτημα Ὠριγενιστικῶν ἐρίδων, ἐκδίδοντας δεκαπέντε Κανόνες (Ἀναθεματισμούς) κατά τοῦ Ὠριγένη (185-254). Βλ. Μητρ. Νικοπόλεως Μελετίου, ὅ.π., σ. 611 ἑξ., Ἰω. Καρμίρη, ὅ.π., σ. 198-200.

[58] Μητρ. Νικοπόλεως Μελετίου, ὅ.π., σ. 109.

[59] Βλ. τό κείμενο τοῦ Ὅρου Πίστεως τῆς Συνόδου σέ Μητρ. Νικοπόλεως Μελετίου, ὅ.π., σ. 568-595, Ἰω. Καρμίρη, ὅ.π., σ. 185-197.

[60] Μητρ. Νικοπόλεως Μελετίου, ὅ.π., σ. 129-130.

[61] Περί τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ βλ. Ἀρχ. Β. Στεφανίδου, ὅ.π., σ. 220 ἑξ., Βλ. Φειδᾶ, ὅ.π., σ. 630 ἑξ., Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, ἔκδ. β΄, ἐν Ἀθήναις 1960, σ. 155-173, Ἰω. Καρμίρη, «Μονοφυσιτισμός», ΘΗΕ, τ. 9, στ. 68-70, Ἰω. Καρμίρη, «Εὐτυχής», ΘΗΕ, τ. 5, στ. 1106-1109, Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, τ. Γ΄: Ὁ πέμπτος αἰῶνας (Ἀνατολή καί Δύση), ἔκδ. Γρηγόρη, Ἀθήνα 2010, σ. 709-715 κ.ἄ.

[62] Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, ἔκδ. β΄, ἐν Ἀθήναις 1960, σ. 158.

[63] Μητρ. Νικοπόλεως Μελετίου, ὅ.π., σ. 61-62.

[64] Πρβλ. καί τόν ΙΒ΄ Ἀναθεματισμό (Ἐπιστολή XVII, Πρός Νεστόριον Γ΄, PG, τ. 77, στ. 121).

[65] Πρός τόν εὐσεβέστατον βασιλέα Ἰωβιανόν, PG, τ. 28, στ. 532.

[66] «Ἡ τοῦ Λόγου φύσις, ἤγουν ὑπόστασις, ὅ ἐστιν αὐτός ὁ Λόγος» (Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Πρός τούς τολμῶντας συνηγορεῖν τοῖς Νεστορίου δόγμασιν ὡς ὀρθῶς ἔχουσιν, PG, τ. 76, στ. 401). Τό χωρίο παραθέτει καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, PG, τ. 94, στ. 1025).

[67] Ἰω. Καρμίρη, Αἱ ἀρχαῖαι Ἀντιχαλκηδόνιοι Ἐκκλησίαι καί ἡ βάσις τῆς ἐπανενώσεως αὐτῶν μετά τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας (Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ Περιοδικοῦ «Θεολογία»), Ἀθῆναι 1966, σ. 100.

[68] «Ὑποστάσει μιᾷ τῇ τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένῃ» (Ἐπιστολή XVII, Πρός Νεστόριον Γ΄, PG, τ. 77, στ. 116)

[69] Ἰω. Καρμίρη, Αἱ ἀρχαῖαι Ἀντιχαλκηδόνιοι Ἐκκλησίαι καί ἡ βάσις τῆς ἐπανενώσεως αὐτῶν μετά τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας (Ἀνάτυπον ἐκ τοῦ Περιοδικοῦ «Θεολογία»), Ἀθῆναι 1966, σ. 108.

[70] «Τούς δέ “ἐξ ἑτέρας ὑποστάσεως” ἤ “οὐσίας” φάσκοντας εἶναι ... τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, ἀναθεματίζει ἡ Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία» (Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, ἔκδ. β΄, ἐν Ἀθήναις 1960, σ. 59).

[71] Πρβλ. «ἡμεῖς γε οὐ λέξεων ἕνεκεν ἐνταῦθα συνεληλήθαμεν οὐδέ γάρ περί τῶν ὀνομάτων, κατά τόν Θεολόγον, ζυγομαχήσομεν, κίνδυνον οὐδένα εἰδότες περί τάς λέξεις, ἕως ἄν ὁ νοῦς ὑγιαίνειν δοκῇ ... οὐ γάρ ἐν ῥήμασι ἡμῖν, ἀλλ’ ἐν πράγμασιν ἡ ἀλήθειά τε καί ἡ εὐσέβεια» (Τόμος τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου τοῦ 1351, Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, ἔκδ. β΄, ἐν Ἀθήναις 1960, σ. 379).

[72] «Ἕνα καί τόν αὐτόν ὁμολογεῖν Υἱόν τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν συμφώνως ἅπαντες ἐκδιδάσκομεν ... ἐν δύο φύσεσιν ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως γνωριζόμενον ... καί εἰς ἕν πρόσωπον καί μίαν ὑπόστασιν συντρεχούσης, οὐκ εἰς δύο πρόσωπα μεριζόμενον ἤ διαιρούμενον» (Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, ἔκδ. β΄, ἐν Ἀθήναις 1960, σ. 175).

[73] Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, ἔκδ. β΄, ἐν Ἀθήναις 1960, σ. 154-155.

[74] Τό χαρακτηριστικό χωρίο τοῦ ἁγίου Κυρίλλου στήν προκειμένη περίπτωση εἶναι τό ἑξῆς: «Εἰ μέν γάρ μίαν εἰπόντες τοῦ Λόγου φύσιν σεσιγήκαμεν, οὐκ ἐπενεγκόντες τό σεσαρκωμένην, ἀλλ’ οἶον ἔξω τιθέντες τήν οἰκονομίαν, ἧν αὐτοῖς τάχα που καί οὐκ ἀπίθανος ὁ λόγος προσποιουμένοις ἐρωτᾶν· εἰ μία φύσις τό ὅλον, ποῦ τό τέλειον ἐν ἀνθρωπότητι; Ἤ πῶς ὑφέστηκεν ἡ καθ’ ἡμᾶς οὐσία; Ἐπειδή δέ καί ἡ ἐν ἀνθρωπότητι τελειότης καί τῆς καθ’ ἡμᾶς οὐσίας ἡ δήλωσις εἰσκεκόμισται διά τοῦ λέγειν σεσαρκωμένην, παυσάσθωσαν καλαμίνην ράβδον ἑαυτοῖς ὑποστήσαντες» (Ἐπιστολή XLVI, Πρός Σούκενσον Β΄, PG, τ. 77, στ. 244). Τό χωρίο παραθέτει καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (ὅ.π., στ. 1024-1025).

[75] Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, ἔκδ. β΄, ἐν Ἀθήναις 1960, σ. 195.

[76] Ἡ ἐκτενής ἀναφορά στό νόημα αὐτῆς τῆς φράσης εἶναι ἀπαραίτητη, ἀφοῦ τό θέμα συζητήθηκε ἐκτενῶς στόν σύγχρονο Διάλογο μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Στό περιεχόμενο τῶν συζητήσεων αὐτῶν, θέμα της διατριβῆς τοῦ μακαριστοῦ Γεωργίου Καψάλη, δέν θά ἐπεκταθοῦμε ἐδῶ.

[77] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἐπιστολή XLVI, Πρός Σούκενσον Β΄, PG, τ. 77, στ. 245.

[78] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἐπιστολή XL, Πρός Ἀκάκιον Μελιτινῆς, PG, τ. 77, στ. 193.

[79] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἐπιστολή XLIV, Πρός Εὐλόγιον πρεσβύτερον, PG, τ. 77, στ. 225.

[80] Ἀπό τόν ἅγιο Κύριλλο παρέλαβε τά ἐπιρρήματα αὐτά ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος.

[81] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἐπιστολή XLVI, Πρός Σούκενσον Β΄, PG, τ. 77, στ. 241.

[82] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἐπιστολή IV, Πρός Νεστόριον Β΄, PG, τ. 77, στ. 45.

[83] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἐπιστολή XXXIX, Πρός Ἰωάννην Ἀντιοχείας, PG, τ. 77, στ. 176.

[84] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἐπιστολή XVII, Πρός Νεστόριον Γ΄, PG, τ. 77, στ. 120.

[85] Ὅρος, Ἀναθεματισμός Δ΄, Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, ἔκδ. β΄, ἐν Ἀθήναις 1960, σ. 193.

[86] Βλ. Πηδάλιον, ἔκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1982, σ. 184.

[87] «Αὐτός ὁ ἐκ Θεοῦ Πατρός γεννηθείς Υἱός καί Θεός μονογενής, καίτοι κατά φύσιν ἰδίαν ὑπάρχων ἀπαθής, σαρκί πέπονθεν ὑπέρ ἡμῶν, κατά τάς γραφάς καί ἦν ἐν τῷ σταυρωθέντι σώματι τά τῆς ἰδίας σαρκός ἀπαθῶς οἰκειούμενος πάθη» (Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἐπιστολή XVII, Πρός Νεστόριον Γ΄, PG, τ. 77, στ. 113).

[88] Ὁμολογία στήν Ἐνδημοῦσα Σύνοδο τῆς Κωνσταντινοπόλεως τοῦ 448 (Στ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία, τ. Γ΄: Ὁ πέμπτος αἰῶνας (Ἀνατολή καί Δύση), ἔκδ. Γρηγόρη, Ἀθήνα 2010, σ. 712. Πρβλ. Τόμος ἁγίου Λέοντος Πάπα Ρώμης, Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, ἔκδ. β΄, ἐν Ἀθήναις 1960, σ. 166).

[89] Ἡ εὐρεία διάδοση τῶν αἱρετικῶν ἀντιλήψεων τοῦ Εὐτυχοῦς, ἰδιαίτερα μεταξύ τῶν Μοναχῶν τῆς Αἰγύπτου καί τῆς Παλαιστίνης, ὀφείλεται κυρίως στήν ἁπλοϊκότητά τους. Ὁ Εὐτυχής δέν ἦταν ἰδιαίτερα μορφωμένος, οὔτε εἶχε τήν παιδεία καί τήν κρίση τῶν Ἀντιοχειανῶν θεολόγων (Νεστοριανῶν). Σέ κείμενα τῆς ἐποχῆς ἀποκαλεῖται «ἀμαθής», ἡ δέ αἵρεσή του εἶναι μᾶλλον καρπός τῆς ἡμιμάθειάς του (Μητρ. Νικοπόλεως Μελετιου, ὅ.π., σ. 163. Πρβλ. Βλ. Φειδᾶ, ὅ.π., σ. 630).

[90] Τόμος ἁγίου Λέοντος, Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, ἔκδ. β΄, ἐν Ἀθήναις 1960, σ. 164.

[91] Ἐπίσης, ἡ Σύνοδος ἀποκατέστησε τόν Θεοδώρητο Κύρου, ἀφοῦ προηγουμένως τόν πίεσε καί τόν ἔπεισε νά ἀναθεματίσει σαφῶς καί κατηγορηματικῶς τόν Νεστόριο, ὅπως εἴδαμε (βλ. προηγουμένως στά περί Θεοδωρήτου καί ὑποσ. 53).

[92] Τό κείμενο τοῦ Ὅρου στό Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, ἔκδ. β΄, ἐν Ἀθήναις 1960, σ. 173-176.

[93] Ἔκφραση τοῦ Ὅρου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ΣΤ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (στό ἴδιο, σ. 224). Ἡ ἀντίστοιχη τοῦ Ὅρου τῆς παρούσης Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «οὐδαμοῦ τῆς τῶν φύσεων διαφορᾶς ἀνηρημμένης διά τήν ἕνωσιν» (στό ἴδιο, σ. 175).

[94] Στούς νεότερους χρόνους διατυπώθηκαν, ἀπό ἑτερόδοξους κυρίως θεολόγους καί ἱστορικούς, νέες θεωρίες γιά τήν ἑρμηνεία τόσο τῆς Δ΄, ὅσο καί τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Δέν θεωροῦμε, ὅμως, σκόπιμο νά ἐπεκταθοῦμε ἐδῶ σ’ αὐτές, περιοριζόμενοι στίς πραγματικές τοποθετήσεις ἔναντι τῶν Συνόδων, πού ἔλαβαν χώρα ἱστορικά. Ἄς σημειωθεῖ, ὅτι οἱ μεταγενέστερες καί σύγχρονες αὐτές ἑρμηνεῖες ἐπιχειροῦν σέ μεγάλο βαθμό νά προσαρμόσουν τά ἱστορικά γεγονότα στίς προϋποθέσεις (θεολογικές, ἱστορικές, κοινωνικές κ.τ.λ.) τῶν ἑρευνητῶν τους, βάσει τῶν ὁποίων ἐκεῖνοι μελετοῦν καί κρίνουν τά γεγονότα, καί κατά τοῦτο ἀπέχουν ἀπό τήν πραγματικότητα. Τέτοιες θεωρήσεις ἐξ ἄλλου δέν φαίνεται νά ἦταν εὐλογοφανεῖς οὔτε στούς αἱρετικούς τῆς ἐποχῆς, γιατί, διαφορετικά, θά εἶχαν διατυπωθεῖ τότε, ἀφοῦ ἐξυπηρέτουν τίς θέσεις τους, ὅμως κάτι τέτοιο δέν συνέβη. Γιά τίς νεότερες αὐτές θεωρήσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, πού ἀσχολήθηκαν μέ τό Χριστολογικό δόγμα βλ. Μητρ. Νικοπόλεως Μελετίου, ὅ.π., σ. 86 ἑξ. καί 103 ἑξ.

[95] Ὁ Τιμόθεος Αἴλουρος ἐκπροσωποῦσε ἕναν ἰδιάζοντα τύπο Μονοφυσιτισμοῦ, τόν ὁποῖο ἔκαναν ἀποδεκτό οἱ Κόπτες καί οἱ λοιποί Ἀντιχαλκηδόνιοι. Ἀπέρριπτε τήν ἀντίληψη τοῦ Εὐτυχοῦς ὅτι τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ δέν ἦταν ὁμοούσιο μέ αὐτό τῶν ἀνθρώπων. Οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι στή συνέχεια καταδίκασαν καί τόν Εὐτυχῆ καί τόν Νεστόριο, ἀλλά ἀπέρριψαν ἐπίσης τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο καί ἀποδέχονται ὡς ἅγιο τόν Διόσκορο Ἀλεξανδρείας.

[96] Ὅρος πίστεως Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, ἔκδ. β΄, ἐν Ἀθήναις 1960, σ. 192 καί Μητρ. Νικοπόλεως Μελετίου, ὅπ., σ. 584.

[97] Τό «Ἐγκύκλιον», εἰδικότερα, ἀναθεμάτιζε τήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο καί τόν Τόμο τοῦ ἁγίου Λέοντος καί προκάλεσε μεγάλες ἀντιδράσεις (Γ. Καψάλη, ὅ.π., σ. 43).

[98] Στήν Αἴγυπτο ὁ ἡγέτης τῶν Μονοφυσιτῶν Πέτρος ὁ Μογγός δέχθηκε τό «Ἑνωτικόν» καί ἔτσι ἀνῆλθε στόν Πατριαρχικό θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας ὡς Πέτρος Γ΄ (482-490). Ἀρκετοί, ὅμως, ἀπό τούς ὀπαδούς του δέν τόν ἀκολούθησαν καί ὀνομάστηκαν «Ἀκέφαλοι» (Ἀρχ. Β. Στεφανίδου, ὅ.π., σ. 228).

[99] Οἱ Ἀφθαρτοδοκῆτες, πίστευαν ὅτι τό Σῶμα τοῦ Κυρίου ἦταν ἐκ γενετῆς ἄφθαρτο. Τόν Ἀφθαρτοδοκητισμό δίδαξε ὁ Ἰουλιανός Ἀλικαρνασοῦ (α΄ ἥμισυ στ΄ αἰ.). Οἱ Ἀφθαρτοδοκῆτες ἦταν ἀκραῖοι Μονοφυσῖτες (Γ. Καψάλη, ὅπ., σ. 51). Κατά τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, τό Σῶμα τοῦ Κυρίου ἔγινε ἄφθαρτο μετά τήν Ἀνάστασή Του. Ὁ Κύριος προσέλαβε ὑλικό σῶμα, ὅμοιο μέ τό δικό μας (χωρίς, βέβαια, τήν ἁμαρτία), καί ὄχι κάποιο πνευματοποιημένο σῶμα. Τήν ἀντίληψη αὐτή εἶχε καταδικάσει στό παρελθόν ἡ Ἐκκλησία στό πρόσωπο τοῦ Γνωστικοῦ Μαρκίωνα (π. 85-160). Ἡ θέωση τῆς ἀνθρώπινης φύσης τοῦ Χριστοῦ δέν σημαίνει μετατροπή τοῦ Σώματός Του ἀπό ὑλικό σέ «πνευματικό» (ἄϋλο), ἀλλά μετατροπή του ἀπό θνητό σέ ἄφθαρτο. Ἡ ἀφθαρσία τοῦ Σώματος τοῦ Κυρίου εἶναι βιολογικό φαινόμενο, δηλαδή τό ἄφθαρτο Σῶμα τοῦ Κυρίου, ὅπως καί τά ἱερά Λείψανα τῶν Ἁγίων, δέν εἶναι ἄϋλα σώματα, ἀλλά ὑλικά, τά ὁποῖα ἔχουν νέες ἰδιότητες καί δέν συμπεριφέρονται ὅπως συνήθως, οὔτε ἡ συμπεριφορά τους μπορεῖ νά ἑρμηνευθεῖ μέ τίς ἀρχές τῆς βιολογίας καί τῆς ἐπιστήμης. Κατά τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, τό Σῶμα τοῦ Κυρίου ὑπέστη «φθοράν», ἀλλά ὄχι «διαφθοράν». Μεταξύ αὐτῶν ὑπάρχει διαφορά. «Διαφθορά», εἶναι ἡ σήψη, ὅ,τι ἔπαθε τό σῶμα τοῦ Λαζάρου στόν τάφο. Τό σῶμα τοῦ Κυρίου, ὅμως, στόν Τάφο οὔτε σήψη ὑπέστη, οὔτε κάποια ἄλλη ἀλλοίωση. «Φθορά», στήν προκειμένη περίπτωση, σημαίνει ὅτι ὁ Κύριος προσέλαβε Σῶμα παθητό, θνητό καί φθαρτό, δηλαδή ὑποκείμενο στά φυσικά καί ἀδιάβλητα ἀνθρώπινα πάθη. Αὐτό συμβαίνει, ἐπειδή ὁ Θεός Λόγος ἐπέτρεπε στήν δική Του ἀνθρώπινη φύση νά ἐνεργεῖ τίς ἰδιότητές καί νά πάσχει καταλλήλως, μέχρι τήν Ἀνάσταση. Μετά τήν Ἀνάσταση καταργήθηκε ὁ φθαρτός καί παθητός χαρακτήρας τοῦ Σώματος τοῦ Κυρίου (δηλαδή καταργήθηκαν τά ἀδιάβλητα πάθη), τό ὁποῖο (Σῶμα) εἶναι πλέον ἄφθαρτο (βλ. Σωφρονίου Ἱεροσολύμων, Συνοδική καί Ἐνθρονιστήριος Ἐπιστολή, Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, ἔκδ. β΄, ἐν Ἀθήναις 1960, σ. 211). Ὁ Αὐτοκράτωρ Ἰουστινιανός (527-563), σέ μιά ἀπεγνωσμένη προσπάθεια νά προσεγγίσει τούς Μονοφυσῖτες, ἐπιχείρησε νά ἐπιβάλει τόν Ἀφθαρτοδοκητισμό μέ Διάταγμα τό 563, χωρίς ὅμως ἀποτέλεσμα.

[100] Ἔτσι, π.χ. ὁ Πατριάρχης Κων/πόλεως Σέργιος (610-638), ὁ ἐπινοητής καί εἰσηγητής τοῦ Μονοθελητισμοῦ (Γ. Καψάλη, ὅ.π., σ. 216), δεχόταν στήν ἀρχή καί τόν Μονοενεργητισμό, μετέπειτα ὅμως ἐγκατέλειψε τό ζήτημα τῆς μίας ἐνεργείας καί περιορίστηκε στή μία θέληση.

[101] Ἤδη ὁ Μονοενεργητισμός ὑπέβοσκε ἀνεπίσημα μεταξύ τῶν μονοφυσιτικῶν κύκλων τῆς Αἰγύπτου (Γ. Καψάλη, ὅ.π., σ. 56-57), ὡς ἀποτέλεσμα ἑρμηνείας τῆς φράσης τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου «καινήν τινα τήν θεανδρικήν ἐνέργειαν ἡμῖν πεπολιτευμένος» (Ἐπιστολή Δ΄, Γαΐῳ θεραπευτῇ, PG, τ. 3, στ. 1072). Ἐπίσης, τό προηγούμενο ἔτος (633) ὁ Πατριάρχης Σέργιος εἶχε ἐκδόσει «Ψῆφον», μέ τήν ὁποία ἀναθεμάτιζε ὅσους δέχονταν δύο θελήματα ἐπί τοῦ Χριστοῦ (Γ. Καψάλη, ὅ.π., σ. 65), πού σημαίνει ὅτι τά αἱρετικά φρονήματα τοῦ Σεργίου ἦταν ἤδη γνωστά πρίν ἀνέλθη στόν θρόνο του ὁ Σωφρόνιος.

[102] Ἐπιστολή Σωφρονίου, Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, ἔκδ. β΄, ἐν Ἀθήναις 1960, σ. 209.

[103] Τόμος ἁγίου Λέοντος, στό ἴδιο, σ. 57.

[104] Ἐπιστολή Σωφρονίου, στό ἴδιο, σ. 212.

[105] Χρησιμοποιοῦμε τόν κάπως παράδοξο χαρακτηρισμό «ἅγιος (ψευδο)Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης», ἐπειδή τά φερομένα ὑπό τό ὄνομα τοῦ ἁγίου Διονυσίου συγγράμματα θεωροῦνται γενικά ψευδεπίγραφα καί μεταγενέστερα, θεωροῦνται ὡστόσο ἔργα μεγάλου Ἁγίου καί Θεολόγου, κρυπτόμενου ὑπό τό ὄνομα τοῦ ἁγίου Διονυσίου, καί εἶναι, ὡς ἐκ τούτου, ὀρθοδοξότατα.

[106] Ἐπιστολή Σωφρονίου, Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, ἔκδ. β΄, ἐν Ἀθήναις 1960, σ. 212.

[107] Ἀρχ. Β. Στεφανίδου, ὅ.π., σ 246.

[108] Τό γεγονός ὅτι τό ἀνθρώπινο θέλημα τοῦ Χριστοῦ εἶναι «φυσικόν», ὅπως ἄλλωστε καί τό θεῖο, δέν σημαίνει ὅτι εἶναι καί «ἠναγκασμένον» (ἀνελεύθερο, «ἀκούσιον»). Ἀντίθετα, εἶναι «αὐτεξούσιον» καί «ἑκούσιον», ἀφοῦ ἐπί τοῦ Χριστοῦ «οὐδέν ἠναγκασμένον» ὑπάρχει: «Οὐ μόνον ἡ θεία καί ἄκτιστος φύσις (τοῦ Χριστοῦ) οὐδέν ἠναγκασμένον ἔχει φυσικόν, ἀλλ’ οὐδέ ἡ νοερά καί κτιστή (φύσις τοῦ Χριστοῦ)» (Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Ζήτησις μετά Πύρρου, PG, τ. 91, στ. 293. Πρβλ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, Γ΄, 14, PG, τ. 94, στ. 1041). Στήν προκειμένη περίπτωση, δέν ἰσχύει ἡ φιλοσοφική ἀρχή, «κατά φύσιν σημαίνει κατ’ ἀνάγκην», ὅπως εἴδαμε (βλ. προηγουμένως, ὑποσ. 26).

[109] Βλ. σύνοψη τῆς σχετικῆς διδασκαλίας στό Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, Γ΄, 14, PG, τ. 94, στ. 1036. Πρβλ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, ὅ.π., στ. 292-293

[110] «Ἰστέον δέ ὡς ἄλλο ἐστίν ἐνέργεια, καί ἄλλο ἐνεργητικόν, καί ἄλλο ἐνέργημα, καί ἄλλο ὁ ἐνεργῶν. Ἐνέργεια μέν οὖν ἐστιν ἡ δραστική καί οὐσιώδης τῆς φύσεως κίνησις· ἐνεργητικόν δέ, ἡ φύσις ἐξ ἧς ἡ ἐνέργεια πρόεισιν· ἐνέργημα δέ, τό τῆς ἐνεργείας ἀποτέλεσμα· ἐνεργῶν δέ, ὁ κεχρημένος τῇ ἐνεργείᾳ, ἤτοι ἡ ὑπόστασις» (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, Γ΄, 15, PG, τ. 94, στ. 1048).

[111] Ὅρος τῆς Συνόδου, Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, ἔκδ. β΄, ἐν Ἀθήναις 1960, σ. 224.

[112] Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τ. ΙΙ: Ἀπό τῆς Εἰκονομαχίας μέχρι τῆς Ἁλώσεως (726-1453), Ἀθῆναι 1983, σ. 9-10.

[113] Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α΄, ἔκδ. β΄, Ἀθῆναι 1994, σ. 765.

[114] Στό ἴδιο, σ. 767-769.

[115] Στό ἴδιο, σ. 778.

[116] Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τ. ΙΙ: Ἀπό τῆς Εἰκονομαχίας μέχρι τῆς Ἁλώσεως (726-1453), Ἀθῆναι 1983, σ. 20.

[117] Στό ἴδιο, σ. 24. Ὅμοιων σχεδόν ἀντιλήψεων, ὡς πρός τήν τιμή τῆς Θεοτόκου, τῶν Ἁγίων καί τῶν ἱερῶν Λειψάνων, ἦταν καί ὁ προκάτοχος τοῦ Κωνσταντίνου Εἰκονομάχος Αὐτοκράτορας Λέων Γ΄ ὁ Ἴσαυρος (Ἀρχ. Β. Στεφανίδου, ὅ.π., σ. 256).

[118] Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολή ΙΕ΄, Πρός Πατριάρχην Ἱεροσολύμων, PG, τ. 99, στ. 1164.

[119] Ἡ Εἰκονομαχία δέν ἦταν σύγκρουση μεταξύ δύο ὅμοιων περίπου ἀντιμαχόμενων παρατάξεων, τῶν Εἰκονολατρῶν καί τῶν Εἰκονομάχων, ὅπως συνήθως ἐμφανίζεται στά σχολικά ἐγχειρίδια καί ἀλλοῦ, ἀλλά σύγκρουση μεταξύ μιᾶς μικρῆς ὁμάδας αἱρετικῶν στρατιωτικῶν καί κρατικῶν λειτουργῶν, πού κατεῖχαν τή δύναμη τῆς ἐξουσίας, καί τοῦ συνόλου σχεδόν τοῦ Κλήρου καί τοῦ Λαοῦ τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτό, οἱ Εἰκονομάχοι Αὐτοκράτορες δέν τόλμησαν νά ἐπιβάλλουν τήν αἵρεσή τους, πρίν προωθήσουν σέ καίριες ἐκκλησιαστικές θέσεις κάποιους ὁμόφρονές τους Κληρικούς, ὥστε νά ἔχουν οἱ πράξεις τους ἐκκκλησιαστικό πρόσχημα. Ἐπιπλέον, ὁ ὅρος «Εἰκονολάτρες» εἶναι παραπλανητικός. Οἱ Ὀρθόδοξοι δέν εἶναι Εἰκονολάτρες, ἀλλά τιμῶντες τίς ἱερές εἰκόνες. Οἱ εἰκόνες δέν λατρεύονται, ἀλλά μόνο τιμῶνται. Μεταξύ «τιμῆς» (ἤ «τιμητικῆς προσκύνησης») καί «λατρείας» (ἤ «λατρευτικῆς προσκύνησης») ὑπάρχει διαφορά. Ἡ λατρεία ἀποδίδεται μόνο στόν Τριαδικό Θεό καί ἡ Εἰκονολατρία, μέ αὐτά τά δεδομένα, εἶναι ἐξ ἴσου αἵρεση, ὅπως ἡ Εἰκονομαχία.

[120] Ὡστόσο, στή Σύνοδο δέν μετεῖχε κανείς ἀπό τούς Ὀρθόδοξους Πατριάρχες. Ὁ Πατριαρχικός θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἦταν τότε κενός. Ὁ Πάπας ἀντέδρασε καί ἀποδοκίμασε τή Σύνοδο. Τό ἴδιο ἔκαναν καί οἱ ἄλλοι Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι τελοῦσαν ὑπό ἀραβική κυριαρχία καί εὑρίσκοντο ἐκτός τῆς ἄμεσης ἐπίδρασης τοῦ Εἰκονομάχου Αὐτοκράτορος.

[121] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, 4,16, PG, τ. 94, στ. 1169.

[122] Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, ἔκδ. β΄, ἐν Ἀθήναις 1960, σ. 240.

[123] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, 4,16, PG, τ. 94, στ. 1172.

[124] Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τ. ΙΙ: Ἀπό τῆς Εἰκονομαχίας μέχρι τῆς Ἁλώσεως (726-1453), Ἀθῆναι 1983, σ. 16.

[125] Ὅρος Πίστεως Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, ἔκδ. β΄, ἐν Ἀθήναις 1960, σ. 240.

[126] Συνοδικό Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅ.π., σ. 246.

[127] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Πρός τούς διαβάλλοντας τάς ἁγίας εἰκόνας, ΙΙΙ, PG, τ.94, στ. 1348.

[128] Ὅρος Πίστεως Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Ἰω. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Ι, ἔκδ. β΄, ἐν Ἀθήναις 1960, σ. 240.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου