γαπητοί φίλοι,

Σς καλωσορίζω στό προσωπικό μου ἱστολόγιο καί σς εχομαι καλή περιήγηση. Σ’ ατό θά βρετε κείμενα θεολογικο καί πνευματικο περιεχομένου, πως κείμενα ναφερόμενα στήν πίστη καί Παράδοση τς κκλησίας, ντιαιρετικά κείμενα, κείμενα πνευματικς οκοδομς, κείμενα ναφερόμενα σέ προβληματισμούς καί ναζητήσεις τς ποχς μας καί, γενικά, διάφορα στοιχεα πό τήν πίστη καί ζωή τς ρθόδοξης κκλησίας.

Εχομαι τά κείμενα ατά καί κάθε νάρτηση σ’ ατό τό ἱστολόγιο νά φανον χρήσιμα σέ σους νδιαφέρονται, νά προβληματίσουν θετικά, νά φυπνίσουν καί νά οκοδομήσουν πνευματικά.

ελογία καί Χάρις το Κυρίου νά εναι πάντοτε μαζί σας.

Μετά τιμς καί γάπης.

π. Σωτήριος θανασούλιας

φημέριος Μητροπολιτικο ερο Ναο γίου Βασιλείου Τριπόλεως.

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Η θρησκεία είναι νευροβιολογική ασθένεια η δε Ορθοδοξία η θεραπεία της (Μέρος Β)

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΝΕΥΡΟΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ
Η ΔΕ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ

ΠΡΩΤ.
ΙΩΑΝΝΟΥ Σ. ΡΩΜΑΝΙΔΟΥ

(Πρώτη δημοσίευση
πό τήν ερά Μονή Κουτλουμουσίου, γίου ρους,
στόν τόμο «ρθοδοξία, λληνισμός, πορεία στήν 3η χιλιετηρίδα»,
1966, σελ. 67-87)

ΜΕΡΟΣ Β΄ (ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΝ)
Δεῖτε
τό Α΄ Μέρος στήν ἱστοσελίδα:

7) Θεολογία καί δόγμα

λοι σοι φθασαν ες τόν δοξασμόν μαρτυρον τό γεγονός, τι «Θεόν φράσαι μέν δύνατον, νοσαι δέ δυνατώτερον», φο γνωρίζουν π’ ατήν τήν μπειρίαν των, τι δέν πάρχει ποιαδήποτε μοιότης μεταξύ κτιστο καί κτίστου.
Τοτο σημαίνει, τι τά περί Θεο ρήματα καί νοήματα, τά ποα δέν ντιτίθενται ες τήν μπειρίαν τς θεώσεως, λλά καί δηγον ες τήν κάθαρσιν καί τόν φωτισμόν τς καρδίας καί τήν θέωσιν, εναι ρθόδοξα. Ρήματα καί νοήματα, τά ποα ντιτίθενται ες τόν δοξασμόν καί πομακρύνουν πό τήν κάθαρσιν καί τόν φωτισμόν τς καρδίας καί τήν θέωσιν εναι αρετικά.
Ατό εναι τό κλειδί τν ποφάσεων τν πτά Ρωμαϊκν Οκουμενικν Συνόδων, ς καί τς 8ης το 879 καί τς 9ης το 1341.
Σχεδόν λοι ο στορικοί τν δογμάτων γνοον τό κλειδί τοτο καί πιστεύουν τι ο Πατέρες προσεπάθουν, σάν τόν Αγουστνον, νά κατανοήσουν στοχαστικς καί διαλεκτικς τό μυστήριον, τό ποον κρύβεται πισθεν τν περί Θεο ρημάτων καί νοημάτων. πιστρατεύουν μεταξύ τν Πατέρων κόμη καί τόν Γρηγόριον τόν Θεολόγον ες τό στρατόπεδον τς Φραγκο-Λατινικς θεολογίας, παρουσιάζοντές τον ν μεταφράσει νά λέγει, τι πιτρέπεται «τό φιλοσοφεν περί Θεο» μόνον ες τούς «δη γενομένους εδικούς ες τόν διαλογισμόν» (past masters of meditation), ντί ες μόνους τους «διαβεβηκότας ν θεωρί», ποία εναι θέα το Χριστο «δι’ σόπτρου ν ανίγματι» «γλώσσ» καί «πρόσωπον πρός πρόσωπον» κατά τόν «δοξασμόν».

Ο Πατέρες σαφς πορρίπτουν ς πλάνην τήν δέαν τι διατύπωσις τν δογμάτων ποτελε μέρος προσπαθείας κατανοήσεως τν περί γίας Τριάδος καί νσαρκώσεως το Λόγου μυστηρίων τς πίστεως. γιος Γρηγόριος Θεολόγος γελειοποιε τοιούτους αρετικούς: «Επέ σύ τήν γεννησίαν το πατρός, κγώ τήν γέννησιν το υο φυσιολογήσω καί τήν κπόρευσιν το πνεύματος καί παραπληκτίσομεν μφω ες Θεο μυστήρια παρακύπτοντες» (Θεολ. Λόγος Δ΄,8). Οτε δέχθησαν ποτέ ο Πατέρες τήν θέσιν το Αγουστίνου καί τν κολουθούντων ατόν Λατίνων, τι κκλησία κατανοε καλύτερα καί βαθύτερα τήν πίστιν καί τά δόγματα μέ τήν πάροδον το χρόνου. Κάθε περίπτωσις δοξασμο μέσ τν αώνων εναι μετοχή «ες πσαν τήν λήθειαν» τς Πεντηκοστς, ποία οτε αξησιν, οτε βαθυτέραν κατανόησιν πιδέχεται.
Τοτο σημαίνει πίσης, τι ρθόδοξος δογματική εναι καθ’ λοκληρίαν ποιμαντική, φο δέν φίσταται κτός τν πλαισίων τς θεραπείας τς καρδίας διά τς καθάρσεως καί το φωτισμο καί φόσον θεολόγος εναι κατ’ ξοχήν θεούμενος, το ποίου θέωσις εναι πέρ πάντα λόγον καί ννοιαν.
Τό νά εναι κανείς θεολόγος σημαίνει κατά πρτον καί κύριον λόγον, τι εναι εδικός ες τάς μεθοδείας το διαβόλου. φωτισμός καί κυρίως δοξασμός μεταδίδουν τό χάρισμα τς διακρίσεως τν πνευμάτων διά τήν κατατρόπωσιν το διαβόλου, εδικς ταν οτος προσφεύγει ες τήν διδασκαλίαν τς θεολογίας καί πνευματικότητος ες κείνους πού ρχίζουν νά γλυστρον μέσα πό τά χέρια του. 

8) Τά Μυστήρια

Τό σημαντικώτερον ποτέλεσμα τς κφραγκο-λατινικεύσεως τς ρθοδόξου θεολογικς παιδείας τόν 18ον καί 19ον αἰῶνα, πρξεν ξαφάνισις πό τά δογματικά γχειρίδια, καί δίως πό τά κεφάλαια περί Μυστηρίων, τς πάρξεως τν μελν το σώματος το Χριστο ντός τν πλαισίων τς καθάρσεως καί το φωτισμο τς καρδίας καί τς θεώσεως, παρ’ τι τά λειτουργικά κείμενα κριβς τατα προϋποθέτουν. πηρεασμένα πό Ρωσικά καί Λατινικά γχειρίδια λησμόνησαν τό γεγονός τι τό Μυστήριον τς ερωσύνης προϋποθέτει τήν θέωσιν, δηλαδή τήν προφητείαν· «μή μέλει το ν σοί χαρίσματος, δόθη σοι διά προφητείας μετά πιθέσεως τν χειρν το πρεσβυτερίου» (Α΄ Τιμ. 4,14).

9) Προφται καί διανοούμενοι

δημιουργία εναι τελείως ξηρτημένη πό τόν Θεόν, μολονότι δέν πάρχει ποιαδήποτε μοιότης μεταξύ των. Τοτο σημαίνει, τι δέν πρξε καί δέν πάρχει ποιαδήποτε διαφορά μεταξύ πεπαιδευμένου καί παιδεύτου, ταν καί ο δύο βαδίζουν τήν δόν τς θεραπείας το φωτισμο καί τς τελειώσεως το δοξασμο, διά νά γίνουν πόστολοι καί Προφται. ψηλοτέρα γνσις περί τς κτιστς πραγματικότητος δέν παρέχει οδέν διαίτερον δικαίωμα πάνω ες τήν γνσιν το κτίστου. Οτε γνοια διά τήν κτιστήν πραγματικότητα ποτελε μειονέκτημα διά νά φθάσ κανείς ες τήν ψίστην πέρ τήν γνσιν γνσιν το κτίστου. 

10) Προφται καί Φραγκο-Λατνοι Πάπαι

πό τά πέντε Ρωμαϊκά Πατριαρχεα Πρεσβυτέρας Ρώμης, Νέας Ρώμης, λεξανδρείας, ντιοχείας καί εροσολύμων ο Φράγκοι κατέλαβον, διά τς στρατιωτικς βίας, κενο τς Πρεσβυτέρας Ρώμης, ντικαθιστώντας τούς Ρωμαίους Πάπας μέ Τεύτονας κατά τήν διάρκειαν νός γνος, ποος ρχισε τό 983 καί ληξε τό 1046. Οτως, πεξέτεινον τόν λεγχον τν πί τς ποστολικς διαδοχς μέχρις ατο το Παπικο Θρόνου ς μέρος τν σχεδίων των διά παγκόσμιον κυριαρχίαν. Μετέβαλαν τούς Ρωμαίους Πατέρας ες Γραικούς καί Λατίνους καί προσέθεσαν τούς Φράγκους ες τούς λεγομένους νυπάρκτους ατούς Λατίνους Πατέρας καί τσι χάλκευσαν τόν μθον τι ο Φράγκοι καί ο λατινόφωνοι Ρωμαοι Πατέρες ποτελον κάποια νιαία Λατινική Χριστιανωσύνη. Διά τό σλάμ Πάπας εναι κόμη καί σήμερον Λατνος καί Φράγκος καί ο δικοί μς Πατριάρχαι Νέας Ρώμης, λεξανδρείας, ντιοχείας καί εροσολύμων εναι Ρωμαοι. 
γνοια το ποοι καί τί εναι ο Προφται καί διατί κατέχουν τήν δευτέραν θέσιν μετά τούς ποστόλους, δημιούργησε τό κενόν, τό ποον πληρώθη μέ τό Φραγκο-Λατινικόν λάθητον το Πάπα. 

11) Προφται καί Πατέρες

Γρηγόριος Νύσσης πληροφορε τούς ναγνώστας του, τι αρέσεις μφανίζονται ες κείνας τάς κκλησίας, που δέν πάρχουν Προφται. λόγος εναι, τι ο γέται των προσπαθον νά κοινωνήσουν μέ τόν Θεόν μέσ το λογικο στοχασμο καί τς περί Θεο (φηρημένης) φαντασίας, ντί μέσ το φωτισμο καί δοξασμο. Τό νά συγχέ κανείς τάς περί Θεο σκέψεις του μέ τόν Θεόν εναι ξ πόψεως θρησκείας, εδωλολατρία καί ξ πόψεως πιστημονικς μεθόδου γραμματωσύνη.
Περί ποστόλων καί Προφητν μιλε Παλος ταν γράφ· « δέ πνευματικός νακρίνει μέν πάντα, ατός δέ π’ οδενός νακρίνεται» (Α΄ Κορ. 3,15). Διότι οτοι φθασαν ες τήν ν τ Χριστ θεοπτίαν γενόμενοι ατόπται μάρτυρες, τι ο ρχοντες το αἰῶνος τούτου εχον σταυρώσει «τόν Κύριον τς δόξης» (Α΄ Κορ. 2,8). Ατόν τόν Κύριον τς Δόξης, Μεγάλης Βουλς γγελον, τόν ντα, Θεόν βραάμ καί Θεόν σαάκ καί Θεόν ακώβ, τόν Παντοκράτορα, τήν Σοφίαν το Θεο, τήν κολουθοσαν Πέτραν (Α΄ Κορ. 10,4), εδον ο Προφτες πάντες τς Παλαις Διαθήκης, κ τν ποίων Βαπτιστής ωάννης ν θεοπτί γενόμενος, εδεν ν σαρκί τόν Κύριον τς Δόξης. σφαλς καί ο ες Ατόν τυπικς πιστεύοντες ουδαοι, «ε γνωσαν, οκ ν τόν Κύριον τς δόξης σταύρωσαν». Πάντως ες τούς θεουμένους προσαρμόζει Παλος τό « φθαλμός οκ εδεν καί ος οκ κουσεν καί πί καρδίαν νθρώπου οκ νέβη, σα τοίμασεν Θεός τος γαπσιν ατόν. μν πεκάλυψεν Θεός διά το πνεύματος ατο» (Α΄ Κορ. 2,9-10) τι «τόν Κύριον τς δόξης σταύρωσαν» (Α΄ Κορ. 8,8). Ατοί ο ατόπτες μάρτυρες θεούμενοι καί ο φωτισθέντες μαθηταί των εναι ο μόνοι αθεντίαι ντός τς ρθοδόξου κκλησίας. Ατοί διατυπώνουν τούς ρους τς πίστεως πού δηγον ες τήν θεραπείαν το «σω νθρώπου» καί χρησιμεύουν ς σήματα κινδύνου διά νά ποφύγουν ο πιστοί τούς κομπογιαννίτες πού πόσχονται πολλά καί δέν χουν τίποτε νά προσφέρουν ες τήν προετοιμασίαν διά τήν μπειρίαν τς ν Χριστ δόξης το Θεο πού πάντες θά δον, ετε ς Παράδεισον ετε ς Κόλασιν.

12) Κύριος τς Δόξης καί α Οκουμενικαί Σύνοδοι

Διά τόν Χριστόν καί τούς ποστόλους γία Γραφή εναι Παλαιά Διαθήκη ες τήν ποίαν προσετέθη Καινή Διαθήκη. Τά Εαγγέλια το Ματθαίου, Μάρκου καί Λουκ συνετάγησαν ς δηγοί ες τήν κάθαρσιν το σω νθρώπου, δηλαδή το πνεύματός του (νοός) ν τ καρδί, καί τά πρτα στάδια το φωτισμο πρό το βαπτίσματος δι’ δατος. Ες ατά Χριστός ποκαλύπεται ς νσαρκωθείς Κύριος τς Δόξης ες τό Βάπτισμά Του καί τήν Μεταμόρφωσίν Του, ταν φανεροται ς κατά φύσιν πηγή τς κτίστου δόξης, βασιλείας καί θεότητος το Πατρός. Τό Εαγγέλιον το ωάννου συνετάγη διά τούς δη βαπτισθέντας δι’ δατος ς δηγός ες τό βάπτισμα το Πνεύματος, δηλαδή τόν φωτισμόν καί τήν προκοπήν τς καρδίας (δίως ω. 13,31-17) να διά τς νιδιοτελος γάπης φθάσ ες τόν δοξασμόν (ω. 17) διά το ποίου θεωρε τόν ν σαρκί Κύριον τς Δόξης νά δοξάζεται ν τ Πατρί καί Πατήρ ν Ατ διά το μυστηρίου το σταυρο (ω. 13,31,18-21). Διά τόν λόγον ατόν τό Εαγγέλιον το ωάννου καλεται τό «πνευματικόν Εαγγέλιον»[1].
Ο πό τν ποστόλων, Προφητν καί Πατέρων μεμυημένοι ες τό Σμα το Χριστο οδέποτε μαθον περί νσαρκώσεως, Βαπτίσματος, Μεταμορφώσεως, Σταυρώσεως, Ταφς, ναλήψεως, γλωσσν σεί πυρός τήν Πεντηκοστήν ταν κκλησία γινε τό Σμα το Χριστο, μέ πλή μελέτην τς γίας Γραφς. Τήν μελέτον ς μέρος ναπόσπαστον τς μυήσεως ες τήν κάθαρσιν καί τόν φωτισμόν τς καρδίας καί τήν τοιμασίαν διά τόν δοξασμόν τς πό το Κυρίου τς Δόξης τς Παλαις Διαθήκης γεννηθέντος σαρκί κ τς Θεοτόκου.
ντός τν πλαισίων το δοξασμο τούτου τν ποστόλων καί Προφητν ταύτισε ρχαία κκλησία τόν Χριστόν μέ τόν Μεγάλης Βουλς γγελον καί τήν Σοφίαν το Θεο, διά το ποίου κτισε Θεός τόν κόσμον, δόξασε τούς φίλους Του τούς Προφήτας καί μέσ ατν δήγησε τόν περιούσιον λαόν Του ες τήν νσάρκωσιν ατο τούτου το Κυρίου τς Δόξης κ τς Θεοτόκου να καταργήσ τό κράτος το θανάτου πί τν μελν τς κκλησίας τς Παλαις Διαθήκης (Ματθ. 16,18). Παρ’ τι δοξάσθησαν, «βραάμ πέθανεν καί ο προφται» (ω. 8,53). «...άν τις τόν μόν λόγον τηρήσ, θάνατον ο μή θεωρήσ ες τόν αἰῶνα» (ω. 8,53). Διά τοτο πάρχει πρώτη νάστασις τς ψυχς (ποκ. 20,5) καί δευτέρα νάστασις το σώματος (ποκ. 20,6), πως πίσης πάρχει πρτος θάνατος τς ψυχς (Α΄ Τιμ. 5,6, ποκ. 20,14) καί δεύτερος θάνατος το σώματος (ποκ. 20,14).
κόμη καί ο πό Οκουμενικν Συνόδων δικασθέντες αρετικοί ρειανοί καί Ενομιανοί δέχοντο τήν ταύτισιν ατήν το Χριστο μέ τόν Κύριον τς Δόξης καί Μεγάλης Βουλς γγελον τς Παλαις Διαθήκης ς οσιαστικόν μέρος τς ποστολικς Παραδόσεως. λλά λόγ κοινν φιλοσοφικν ρχν, τάς ποίας κληρονόμησαν ατοί καί ο Νεστοριανοί πό τόν Παλον Σαμοσατέα, πού περιέγραψα λλο[2], ο ρειανοί σχυρίζοντο τι γγελος καί Κύριος τς Δόξης εναι τό πρτον κ το μή ντος δημιούγημα τς βουλς το Θεο πρό το χρόνου καί τν αώνων καί ς κ τούτου οχί συναδιος καί μοούσιος τ Θε.
Μεταξύ λλων χρησιμοποίησαν ο ρειανοί καί Ενομιανοί τόν σχυρισμόν, τι γγελος τς Δόξης γένετο ρατός ες τούς Προφήτας διά νά ποδείξουν, τι εναι κτιστός. μοίαζε διδασκαλία των μέ ατήν τν Γνωστικν πού ταύτιζον τόν ν λόγ γγελον τς Παλαις Διαθήκης μέ τόν κατώτερον ρατόν θεόν, καί τόν σαταν, στις δθεν πό γνοιαν το καλο Θεο κτισε τόν τάχα κακόν τοτον λικόν κόσμον καί παρεπλάνησε μέσ τς σωματικς ράσεως τούς Προφήτας τν βραίων.
Ο ρειανοί καί Ενομιανοί γνόουν πέρριπτον τήν ποκάλυψιν, τι ο θεούμενοι ερίσκοντο ν θεοπτί γενόμενοι κατά χάριν θεοί καί μόνον μέσ το Θεο βλεπον τήν ν τ Κυρί τς Δόξης πρίν καί μετά τήν νσάρκωσίν Του κτιστον βασιλείαν καί θεότητα το Θεο. πρόσβαλον τό βασικόν δόγμα τς Παραδόσεως τν Προφητν, τι Θεός ποκαλύπτει αυτόν τος φίλοις Του μόνον μέσ το κτίστου Μεγάλης Βουλς γγέλου καί τς νθρωπίνης φύσεώς Του φο γένετο σάρξ. χάρις καί βασιλεία το φωτισμο καί τς δόξης, ν κοινωνε Λόγος το Θεο μέσ τς νθρωπίνης φύσεώς Του ες τά μέλη το Σώματός Του εναι κτιστος. διδασκαλία τν Φραγκο-Λατίνων, τι χάρις ν κοινωνε νθρωπίνη φύσις το Χριστο εναι κτιστή οδεμίαν θέσιν χει ες τήν Παράδοσιν τν Οκουμενικν Συνόδων. 
λόγος διατί α Θεοφάνειαι το Λόγου ες τήν Παλαιάν Διαθήκην πουσιάζουν πό τά δοκίμια τς στορίας τν δογμάτων καί τς δογματικς τν Λατίνων καί Προτεσταντν, ς καί πό ατά τν ρθοδόξων πό τήν ποχήν το Πέτρου το Μεγάλου καί το Νεο-Ελληνισμο, εναι τό γεγονός τι Αγουστνος πέρριψε τήν ποστολικήν καί πατερικήν ατήν Παράδοσιν. παρερμηνεία το Αγουστίνου περί τν Θεοφανειν ποτέλεσε τήν μόνην παράδοσιν τν Φράγκων, διότι οσιαστικς μόνον ατόν γώριζον κάπως καλς μέχρι τόν 11ον αἰῶνα. Τά σπάνια δοκίμια πού ναφέρουν τήν ρχαίαν ατήν Παράδοσιν σχυρίζονται τι γκατελήφθη ς θέσις πού ηνόει τούς ρειανούς.
 ντιθέτως μως Παράδοσις ατή συνεχίζει νά ποτελ τήν οσίαν τς ρθοδόξου Παραδόσεως, τις διαποτίζει τήν μυστηριακήν, τελετουργικήν καί εκονογραφικήν ζωήν τς κκλησίας. Μάλιστα ποτελε τό παραίτητον πλαίσιον ντός του ποίου ο Πατέρες χρησιμοποιον τούς ρους τρες ποστάσεις, μία οσία καί τό μοούσιον το Λόγου τ Πατρί καί γίω Πνεύματι. ποτελον μως νοησίαν, χι μόνον ντός τν πλαισίων τς Αγουστινίου θεολογίας τν Φραγκολατίνων, λλά καί τς Φραγκολατινοποιημένης θεολογίας «ρθοδόξων» οτινες κατά παράδοσιν πλέον δανείζονται πό δοκίμια τεροδόξων ταν γράφουν περί θεμάτων δογματικς, στορίας δογμάτων καί γίας Γραφς. 
Αγουστνος πίστευσε[3] τι μόνον ο ρειανοί ταύτιζον τόν Λόγον μέ τόν γγελον τς Δόξης διά νά ποδείξουν τι εναι κτιστός, φο εναι δθεν ρατός ες τά μματα τν Προφητν. Παρ’ τι σχυρίζεται τι Μεδιολάνων μβρόσιος λλαξε τήν προτέραν Μανιχαϊκήν θέσιν του πί τς Παλαις Διαθήκης, γνοε πλήρως τά κατά τν ρειανν πιχειρήματα μέ τά ποα βαπτίσας ατόν ποδεικνύει τό κτιστον το Μεγάλης Βουλς γγέλου, Λόγου, τς Σοφίας το Θεο καί τό μοούσιον Ατο τ Πατρί.
πειδή Αγουστνος εχε κάμνει σύγχυσιν το φωτισμο καί τς θεώσεως μέ τόν Νεο-Πλατωνικόν φωτισμόν καί κστασιν, συνεφώνει μέ τούς ν λόγ φιλοσόφους καί αρετικούς τι δέν μετέχει τό σμα ες τήν θεωρίαν Θεο. ταύτισε τόν δοξασμόν τήν θέωσιν μέ τήν κανοποίησιν τς δίψας διά εδαιμονίαν καί μέ τήν μετά θάνατον ζωήν. Διά τοτο οτε ες τήν Παλαιάν καί οτε ες τήν Καινήν Διαθήκην κατενόησε τόν ν τ Κυρί τς Δόξης δοξασμόν. Δηλαδή δέν διέφερε οσιαστικς πό τούς ρειανούς. πέλυσε τό πρόβλημα πού θεσαν ο ρειανοί περί τν Θεοφανειν πρό καί μετά τήν νσάρκωσιν μέ τήν πρωτότυπον θεωρίαν τι ο Προφται βλεπον καί κουον τόν Θεόν μέσ γινομένων κ το μηδενός καί πογινομένων ες τό μηδέν κτισμάτων κατά βούλησιν το Θεο, ς π.χ. καιομένη καί φλεκτος βάτος, στύλη πυρός καί νεφέλη, δόξα καί νεφέλη, καί κόμη γγελος τς Δόξης. Θεός γίνεται μονίμως ρατός μέσ τς νσαρκώσεως το Λόγου Του διά το ποίου μεταβιβάζει τά ρητά καί νοήματά Του. λλά συνεχίζει νά χρησιμοποι τά γενόμενα κ το μηδενός μηνύματα καί ράματα τά ες τό μηδέν πογινόμενα, πως α γλσσαι πυρός τς Πεντηκοστς, τς νεφέλης τς ναλήψεως, τς βασιλείας, δόξης, νεφέλης, φωτός καί ξ ορανο φωνς τς Μεταμορφώσεως, τς ξ ορανο φωνς καί περιστερς τς Βαπτίσεως το Χριστο, καί τό πρ τς Κολάσεως, κ.τ.λ. Εναι καταδικασθεσα τό 1341 διδασκαλία το Βαρλαάμ. Ο Πατέρες τς Συνόδου δέν ποψιάσθησαν οτε τήν πηγήν τς ν λόγ αρέσεως καί οτε τό γεγονός τι το μόνη παράδοσις τν Φραγκο-Λατίνων. Τό ποτέλεσμα τν νωτέρω το τι τά λεκτικά σύμβολα, διά ποίων Παλαιά καί Καινή Διαθήκη ξέφραζε τάς μπειρίας το φωτισμο καί τς θεώσεως ποβιβάσθησαν ες γενόμενα καί πογινόμενα κτίσματα καί πίστευτα θαύματα. Περίεργον ποτέλεσμα τν ν λόγ παρερμηνειν εναι τι χι μόνον τό νομα «βασίλειον» κυριαρχε ες τάς μεταφράσεις τς Καινς Διαθήκης παρ’ τι οτε μία φορά παντται ες τό λληνικόν πρωτότυπον. λλά περιέργως πικράτησε ες τά Βιβλικά καί λειτουργικά κείμενα τν ρθοδόξων μεταναστν ες τήν Ερώπην, μερικήν, Αστραλίαν καί σίαν. βασιλεία το Θεο εναι κτιστος νέργεια καί δόξα διά τς ποίας Θεός βασιλεύει τόν κόσμον καί ες ποίαν μετέχουν τά καθαιρόμενα, φωτιζόμενα καί δοξαζόμενα μέλη τς κκλησίας.

13) «...Τό πνεμα μή σβέννυται» (Α΄ Θεσ. 5,19)

προσευχή το γίου Πνεύματος ν τ καρδί «στεναγμος λαλήτοις» (Ρωμ. 8,26) δέν εναι καθ’ αυτήν μέθεξις ες τό Σμα το Χριστο. Πρέπει νά νταποκριθ κανείς ες ατήν τήν προσευχήν το γίου Πνεύματος μέ τήν δικήν το διάλειπτον προσευχήν το πνεύματός του ν τ καρδί. τσι, «Ατό τό Πνεμα συμμαρτυρε τ πνεύματι μν τι σμέν τέκνα Θεο. Ε δέ τέκνα, καί κληρονόμοι, κληρονόμοι μέν Θεο, συγκληρονόμοι δέ Χριστο, επερ συμπάσχομεν, να καί συνδοξασθμεν» (Ρωμ. 8,16-17.) Μολονότι ατή νταπόκρισις εναι δική μας, εναι καί χάρισμα Θεο. Ατό κριβς προϋποθέτει π. Παλος, ταν παραγγέλ· «διαλείπτως προσεύχεσθε ... τό Πνεμα μή σβέννυτε, προφητείας μή ξουθενετε» (Α΄ Θεσ. 5,17-19). Παλος δ μς λέγει νά φροντίσωμεν νά μείνωμεν ναοί το γίου Πνεύματος, διατηρντες τήν διάλειπτον προσευχήν το πνεύματός μας ν τ καρδί, διά νά φθάσωμεν νά γίνωμεν Προφται διά τς θεώσεως.
Τό βάπτισμα το δατος «ες φεσιν μαρτιν» εναι Μυστήριον νεξάλειπτον, διότι συγχώρησις πό τόν Θεόν διά τήν ρρώστειάν μας εναι τό δεδομένον διά τήν ναρξιν τς θεραπείας. μως τό βάπτισμα το Πνεύματος δέν εναι νεξάλειπτον. Διά τοτο πάρχει εδική τελετή μετανοίας καί ναμυρώσεως τν μετανοούντων διά προτέραν πάρνησιν τς πίστεώς των. Τό δέ Μυστήριον τς ξομολογήσεως χει προφανς τήν ρίζαν του ες τήν καθοδήγησιν τν διωτν νά φθάσουν πό τήν κάθαρσιν τς καρδίας ες τόν φωτισμόν ατς. Ετε νταποκρίνεται κανείς ετε χι, τό γιον Πνεμα «ντυγχάνει» ν τ καρδί κάθε νθρώπου. Μέ λλα λόγια γάπη το Θεο καλε ξ σου τόν καθένα, λλά λοι δέν νταποκρίνονται.
Ο μή νταποκρινόμενοι θά πρεπε νά μή φαντάζωνται τόν αυτόν των ναούς το γίου Πνεύματος καί μέλ το Σώματος το Χριστο καί νά γίνωνται, ς κ τούτου, μπόδιον τν λλων ες ατήν τήν νταπόκρισιν. Ο ες κατάστασιν φωτισμο συμπροσεύχονται ες τάς λειτουργίας των ς ναοί το γίου Πνεύματος καί μέλη το Σώματος το Χριστο διά τά μή μέλη, στε νά γίνουν μέλη νά ξαναγίνουν μέλη, φ’ σον τοτο δέν τούς τό γγυήθη τό βάπτισμα το δατος ες φεσιν μαρτιν. Διά τοτο Χρυσόστομος προειδοποιε· «Μή τοίνυν θαρρμεν, τι γεγόναμεν παξ το σώματος»[4].

14) Τό χάρισμα τς διερμηνείας

Ες κάποιον σημεον τς στορίας τς μεταποστολικς κκλησίας τό χάρισμα τς συγχρόνου μεταφορς τν προσευχν καί ψαλμν πό τήν καρδίαν ες τήν διάνοιαν διά τήν μεγαλόφωνον παγγελίαν ατν πρός φελος τν διωτν ντικατεστάθη μέ γραπτά ναγιγνωσκόμενα κείμενα μέ καθορισμένα σημεα ες τά ποα ο διται (λαϊκοί) παντοσαν μέ τό «μήν», «Κύριε λέησον», κ.τ.λ. πίσης προσευχή τς καρδίας συντομεύθη ες μικράν φράσιν (π.χ. Κύριε ησο Χριστέ λέησόν με τόν μαρτωλόν) ες ρητόν Ψαλμο (παράδοσις τς Αγύπτου τήν ποίαν μετέφερε ες τήν Δύσιν γιος ωάννης Κασσιανός). Κατά τά λλα, τά χαρίσματα τς Α΄ Κορ. 12,28 παρέμειναν τά δια.
Ρωμαος στορικός τν Φράγκων Γρηγόριος πίσκοπος Τουρώνης περιγράφει τά φαινόμενα καί το φωτισμο καί το δοξασμο. λλά μή γνωρίζων τί εναι, τά περιγράφει σάν θαύματα καί μέ τρόπον συγκεχυμένον[5]. Ο Φράγκοι συνέχισαν τήν σύγχυσιν ταύτην καί τελικά ταύτισαν τόν φωτισμόν καί τόν δοξασμόν μέ τόν Νεο-Πλατωνικόν μυστικισμόν το Αγουστίνου, τόν ποον ρθς πέριψαν ρισμένοι Διαμαρτυρόμενοι, φο διά τούς Πατέρας ποτελε φαινόμενον δαιμονικόν.

15) Δοκιμαζέτω δέ νθρωπος αυτόν

«στε ς ν σθί τόν ρτον πίν τό ποτήριον το Κυρίου ναξίως, νοχος σται το σώματος καί το αματος το Κυρίου. δοκιμαζέτω δέ νθρωπος αυτόν, καί οτως κ το ρτου σθιέτω καί κ το ποτηρίου πινέτω, γάρ σθίων καί πίνων ναξίως κρμα αυτ σθίει καί πίνει μή διακρίνων τό σμα το Κυρίου. διά τοτο ν μν πολλοί σθενες καί ρρωστοι καί κοιμνται κανοί» (Α΄ Κορ. 11, 28-30). Μέ λλα λόγια πρέπει κανείς νά δοκιμάσ τόν αυτόν του ν εναι στήν κατάστασιν φωτισμο, καί πομένως μέλος το Σώματος το Χριστο καί ναός το γίου Πνεύματος, μέ τουλάχιστον τά «γένη γλωσσν», δηλαδή τήν νοεράν προσευχήν. λλως σθίει τόν ρτον καί πίνει τό ποτήριον το Κυρίου ναξίως (Α΄ Κορ. 11,27). ν τοιαύτ περιπτώσει ερίσκεται μεταξύ τν «σθενν» τν «ρρώστων» τν πνευματικς «κοιμωμένων» (νεκρν) (Α΄ Κορ. 11,30), δηλαδή μή μετέχων ες τήν πρώτην νάστασιν το σω νθρώπου. τοιοτος μετέχει ες τήν Θείαν Εχαριστίαν οχί ξίως, λλά ες κατακρμα. Δέν πρέπει κανείς νά χρησιμοποι τό δεπνον τς γάπης (πού τότε συνόδευε κάθε εχαριστιακήν σύναξιν) ς εκαιρίαν νά τρώ καί νά πίν. Τοτο κάμνει κανείς στό σπίτι του (Α΄ Κορ. 11,21-22, 34). «Ε δέ αυτούς διεκρίνομεν (δηλαδή διά τς νοερς προσευχς), οκ κρινόμεθα, κρινόμενοι δέ πό το Κυρίου παιδευόμεθα, να μή σύν τ κόσμ κατακριθμεν» (Α΄ Κορ. 11,31-32). Ες τόν φωτισμόν καί ες τόν δοξασμόν κρινόμενοι ο φωτισθέντες καί ο θεωθέντες κπαιδεύονται ντός το πνεύματός των πό τόν διον τόν Χριστόν. Τήν θεραπείαν ατήν περιγράφει ν συνέχει πόστολος Παλος στήν Α΄ Κορ. 12-15,11[6], πως εδαμεν. 

16) διατύπωσις τν δογμάτων

μόνος σκοπός τς διατυπώσεως τν δογμάτων πό Οκουμενικάς καί Τοπικάς Συνόδους το καί εναι διαφύλαξις τν πιστν ντός τς θεραπευτικς ατς γωγς τς καθάρσεως καί το φωτισμο τς καρδίας καί το δοξασμο / θεώσεως καί πό κομπογιαννίτες μή ρθοδόξους καί τυπικά ρθοδόξους ατρούς. Τοτο πειδή «πάντες γάρ μαρτον καί στερονται τς δόξης το Θεο...» (Ρωμ. 3,23). Α διατυπώσεις τν δογμάτων οδεμίαν σχέσιν χουν μέ θεολογικόν φιλοσοφικόν στοχασμόν πάνω στά μυστήρια τς γίας Τριάδος, τς νσαρκώσεως το Λόγου καί τς θεώσεως. ρρώστεια το νθρώπου συνίσταται ες τόν σκοτασμόν το πνεύματος ες τήν καρδίαν πού ρχίζει νά θεραπεύεται μέ τήν διάλειπτον προσευχήν, καί χι μέ στοχασμούς θεολογικο-φιλοσοφικούς. Τοτο διότι οδεμία μοιότης πάρχει μεταξύ το κτίστου Θεο καί τν κτισμάτων Του καί «Θεόν φράσαι δύνατον, νοσαι δέ δυνατώτερον». Διά τοτο ο περί Θεο καί νσαρκώσεως στοχασμοί το Αγουστίνου καί τν Φραγκο-Λατίνων καί Διαρμαρτυρομένων παδν του, πως καί ο στοχασμοί ρισμένων τυπικά ρθοδόξων «θεολόγων», γενόμενοι βάσει τς analogia entis καί τς analogia fidei, εναι παντελς ξένοι πρός τήν Βιβιλικήν καί Πατερικήν Παράδοσιν. Σήμερον θεωρονται μάλιστα ς γνώρισμα νοητικς καθυστερουμένων τινν θρησκολήπτων.
μόνος σκοπός τν ρθοδόξων δογμάτων εναι διαφύλαξις τς δο τς ν Χριστ θεραπείας μέσ τς καθάρσεως καί το φωτισμο τς καρδίας καί τς θεώσεως τν πιστν. 

ΙΙΙ. Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ

Ο πίσκοποι καί πρεσβύτεροι τν ποστολικν κκλησιν προήρχοντο πό τούς Προφήτας καί Διδασκάλους. γενική πό τν ποστόλων πίβλεψις πί τοπικν μάδων κκλησιν συνεχίσθη, μετά τόν θάνατόν των, πό τήν συλλογικήν πίβλεψιν ατν πό τν κπροσωπούντων τούς νοριακούς των φωτισμένους καί θεουμένους πισκόπων συγκροτημένων ες Συνόδους. κριβς πό τήν διότητα ατήν ο συνοδικοί πίσκοποι εναι κατά κυριολεξίαν, ο διάδοχοι τν ποστόλων.
Ες κάποιον σημεον, κκλησίαι, πως κείνη τς Λαοδικείας (ποκ. 3,14-22), ηξήθησαν ες τοιοτον βαθμόν, στε γιναν δεκταί ς μιφυσιολογικαί, σον μειναν πό ποπτίαν. Φαίνεται τι ξ ατίας μις τοιαύτης συγκυρίας, ρχίζουν νά μφανίζωνται κκλησίαι, που προΐστανται πρεσβύτεροι ντί πισκόπων, διότι δέν πρχον ρκετοί θεούμενοι, διά τόν βαθμόν το πισκόπου.
τι ο πίσκοποι πρέπει νά κλέγωνται κ τν θεουμένων, μεινε βασική προϋπόθεσις τς ρθοδόξου Παραδόσεως, διαιτέρως ποστηριζομένη πό το γίου Διονυσίου το ρεοπαγίτου, μέχρι τόν 19ον αἰῶνα. Μέ τήν πάροδον το χρόνου ο θεούμενοι ποσυνδέθησαν πό τόν νοριακόν κλρον καί ρχισαν νά μφανίζωνται ες τό πίκεντρον τν ναχωρητν καί μοναχν, ο ποοι γίνονται ν συνέχει τά φυτώρια διά τήν προετοιμασίαν ποψηφίων εραρχν καί κυρίως προέδρων Συνόδων. κυρία εθύνη τν πισκοπικν Συνόδων το προαγωγή τς θεραπείας τς καθάρσεως καί το φωτισμο τς καρδίας καί τς θεώσεως καθώς καί πλήρης ποστήριξις λων τν προγραμμάτων φαρμογς τν ποτελεσμάτων τς ν λόγ θεραπείας διά τήν ξύψωσιν το συνόλου τς κοινωνίας. Πάντα τατα προϋπέθετον τήν χειροτονίαν γνησίων ατρν καί τήν πόρριψιν τν κομπογιαννιτν, τν ποίων ο φηρημένοι στοχασμοί πεμάκρυνον π’ ατήν τήν θεραπείαν καί τελείωσιν φθανον μέχρι πρό τς θεραπείας καί βούλιαζον ν συνέχει ες τό τέλμα τς θικολογίας.
κριβς λόγ τς ταυτότητος θεραπείας καί τελειώσεως ες λους τούς φωτισμένους καί θεουμένους, δέν κατενόησαν ποτέ ο ρθόδοξοι τήν δογματικήν αθεντίαν ς πιβαλλομένην νωθεν, λλ’ ς πάρχουσαν ες τούς φωτισμένους καί θεουμένους σωθεν. πειδή δέ κοινή ατή μπειρία καταξιώνει τήν πραγματικότητα, τι «Θεόν φράσαι μέν δύνατον, νοσαι δέ δυνατώτερον», δέν το δυνατόν ο δοξασμένοι νά διαφωνήσουν μεταξύ των ες τήν χρσιν διαφορετικν ρων, ρκε νά δηγον ες τόν φωτισμόν καί δοξασμόν. Τό σχίσμα μεταξύ τν ρθοδόξων καί τν νατολικν ρθοδόξων εναι να παράδειγμα ποδοχς διαφορετικν τρόπων διατυπώσεως πό τήν μίαν πλευράν καί νός μόνον τρόπου διατυπώσεως πό τήν λλην. 

1) Σύνοδοι καί ρθόδοξος πολιτισμός

δύναμις το φωτισμο καί τς θεώσεως χι μόνον πέμεινε καί βάστασε τούς διωγμούς, λλά καί κατέκτησε τήν Ρωμαϊκήν Ατοκρατορίαν καί γινε καρδία το λληνικο της Πολιτισμο. Μή οκεοι μέ τήν πραγματικότητα ατήν στορικοί, δέν χουν κανένα τρόπον, νά κατανοήσουν τήν κτασιν τς μεταμορφώσεως πού πέστη τό Ρωμαϊκόν κράτος πό τήν θεραπείαν το φωτισμο καί τς θεώσεως. Τό κριτήριον μέ τό ποον Ρωμαϊκή Ατοκρατορία καμε τήν ρθόδοξον πίστιν καί πρξιν καί τό συνοδικόν της σύστημα μέρος τς νομοθεσίας καί τς διοικήσεώς της δέν διέφερε πολύ πό τήν σημερινήν νομικήν ποστήριξιν τς γνησίας ατρικς καί τς προστασίας τν πολιτν πό κομπογιαννίτας. Θρησκεαι καί δόγματα, πού πομακρύνουν πό τόν φωτισμόν καί τήν θέωσιν, δέν θεωροντο μόνον πικίνδυνα διά τήν σωτηρίαν, λλά καί ς μή συντελεστικά ες τήν παραγωγήν πολιτν, πού θά δύναντο νά συντελέσουν ες τήν θεραπείαν καί μεταμόρφωσιν τς κοινωνίας.
συμβολή τν φωτισμένων καί δοξασμένων ες τόν λληνικόν Πολιτισμόν, τόσον ες τό νατολικόν σον καί ες τό Δυτικόν τμμα τς Ρωμαϊκς Ατοκρατορίας, το πολύ μεγαλυτέρα, πό σον δύνανται ο μή γνσται τς ρθοδοξίας στορικοί νά φαντασθον, στω καί ν πολλαί κ τν ατοκρατορικν προσδοκιν πεδείχθησαν οτοπικαί.
σχυρισμός, τι Ρωμαϊκή Ατοκρατορία καί λληνικός της Πολιτισμός ντικατεστάθησαν πό κάποιαν «Βυζαντινήν» ατοκρατορίαν καί κάποιον «Βυζαντινόν» πολιτισμόν, εναι καθαρά καρικατούρα. φωτισμός καί δοξασμός εχον γίνει καρδία καί πυρήν τόσον το νατολικο σον καί το Δυτικο μέρους τς Ρωμαϊκς Ατοκρατορίας. Ατή Παράδοσις τς θεραπείας καί τς τελειώσεως δέν νδιέφερε τούς Τεύτονας κατακτητάς τν Δυτικν Ρωμαίων. λλ’ ο νατολικοί Ρωμαοι διετήρησαν καί συνέχισαν τήν Παράδοσιν ατήν, ποία δέν εναι «Βυζαντινή» λλά ποστολική. 

2) Φραγκο-Λατινικός πολιτισμός

Ο Μεροβίγγιοι ργες τν Φράγκων σφετερίσθησαν πρτον τό δικαίωμα ρνησικυρίας ες τάς κλογάς τν πισκόπων. Κατόπιν σφετερίσθησαν τό δικαίωμα διορισμο τν πισκόπων. ν συνέχει νεκάλυψαν τήν οκονομικήν φέλειαν κ τς πωλήσεως τν θέσεων τν πισκόπων διά τς πλειοδοσίας. Ες ατό τό σημεον ο Ρωμαοι πίσκοποι τς Φραγκίας χασαν τήν παφήν των μέ τόν φωτισμόν καί τόν δοξασμόν, πού πεβίωσαν νάμεσα ες τόν μοναχισμόν, κλρον καί λαόν, πως φαίνεται σαφς ες τούς βίους τν γίων. ν συνεχεί ηξήθη ριθμός τν Φράγκων πισκόπων μέχρις του ο Καρολίγγειοι Φράγκοι ξεδίωξαν τούς ναπομείναντας Ρωμαίους πισκόπους καί πέβαλον τούς αυτούς των ς πισκόπους ες τήν κκλησίαν, μέ διαιτέραν φροντίδα στυνομεύσεως τν Ρωμαίων, πού εχον μεταβληθ ες τά διάφορα εδη τς δουλοπαροικίας. Οτως α Φραγκο-Λατινικαί βασιλεαι καί εγένειαι καμον τήν ποστολικήν διαδοχήν διοκτησίαν τς φυλς των. πείθεια τν δούλων καί δουλοπαροίκων ες ατήν τήν ποστολικήν διαδοχήν διορθώνετο πό τόν πισκοπικόν στρατόν.
Οτε μία κ τν δογματικν πρωτοβουλιν τν Φράγκων κατά τόν 8ον καί 9ον αἰῶνα πρξε τό ποτέλεσμα ναζητήσεως πληροφοριν καί πεξηγήσεων πό τούς Ρωμαίους, τν ποίων τάς δογματικάς διατυπώσεις διέστρεφον. Ο Φράγκοι δέν σαν ες θέσιν νά κάμουν διάλογον, πλς διότι σαν μαθες βάρβαροι, μέ μίαν πίστευτον ατοπεποίθησιν, τι εναι κλεκτή φυλή το Θεο καί τι Αγουστνος εναι καλύτερος δηγός ες λα τά οσιώδη ζητήματα τς πίστεως. Δυστυχς πίσκοπος ππνος δέν εχε κατανοήσει τόν βιβλικόν φωτισμόν καί δοξασμόν.
Μερικούς αἰῶνας ργότερον ρχισαν ο Φράγκοι νά πληροφορονται διά τούς Πατέρας καί τάς Ρωμαϊκάς Οκουμενικάς Συνόδους. λλ’ πλς πέταξαν καί ατάς ες τήν δικήν των παράδοσιν καί νέδειξαν τόν Αγουστνον ες τό κατ’ ξοχήν κλειδί τς ρμηνείας των. τσι, ο Φράγκοι οδέποτε εδον, καί ο Λατνοι κόμη δέν βλέπουν, τήν κάθαρσιν καί τόν φωτισμόν τς καρδίας καί τόν δοξασμόν οτε ες τήν Π. οτε ες τήν Κ. Διαθήκην, οτε ες τούς Πατέρας. Οδέποτε εδον, καί οτε κόμη βλέπουν, τήν νάγκην θεραπείας τς ναζητούσης τήν εδαιμονίαν νόσου καί τς μεταμορφώσεως τς διοτελος γάπης ες γάπην, τις «ο ζητε τά αυτς». Συνεχίζουν νά πιστεύουν, τι θέα το Θεο εναι Παράδεισος καί εδαιμονία, καί τι λλειψις τς θέας το Θεο εναι Κόλασις. Δηλαδή πορρίπτουν τό θεμέλιον τς διδασκαλίας τς γίας Γραφς καί τν Πατέρων, τι λοι ο νθρωποι θά δουν τήν δόξαν το Θεο ν Χριστ, λλ’ λοι δέν θά μετάσχουν. 

3) Δυτικός πολιτισμός

Τμήματα τς Μεταρρυθμίσεως λθον ες σαφεστέραν ρξιν μέ τόν Φραγκο-Λατινικόν Χριστιανισμόν πό λλα τμήματα καί πανλθον, μέχρις ρισμένου σημείου, ες τήν δικαίωσιν διά τς πίστεως κείνης, τις εναι χάρισμα το γίου Πνεύματος ν τ καρδί. πρόσφατος συμφωνία μεταξύ Λουθηρανν καί ρθοδόξων περί το Κανόνος τς γίας Γραφς καί τς Θεοπνευστίας συμπεριλαμβάνει τήν πό κοινο ποδοχήν τς ληθείας, τι δικαίωσις (φωτισμός) λοκληρώνεται ες ατήν τήν ζωήν μέ τόν δοξασμόν. Τοτο θά πρέπει νά ποδειχθ οσιαστικόν βμα πρός τήν ρθήν κατεύθυνσιν, χι μόνον διά τήν νωσιν τν κκλησιν, λλά, πίσης, διά τήν ξύψωσιν το ν ξελίξει κόμη ερισκομένου Δυτικο Πολιτισμο

IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Φραγκο-Λατινικός καί Δυτικός Πολιτισμός καί τό σλάμ εναι κυριαρχημένα πό τήν νόσον τς θρησκείας καί τς ναζητούσης τήν εδαιμονίαν διοτελείας. Ατή κριβς ρρώστια ερίσκεται ες τό θεμέλιον λων τν προσωπικν καί κοινωνικν νοσημάτων. Παραμένουσα πάντα νεξέλεγκτος, δηγε ατομάτως ες συγκρούσεις συμφερόντων ες λα τά πίπεδα τς κοινωνίας καί ες τήν διοτελ κμετάλλευσιν τν νθρώπων καί το περιβάλλοντος πό τν συνανθρώπων των. σύγχρονος τεχνολογία καί πιστήμη πετάγησαν ες τήν ξυπηρέτησιν τς ρρώστιας ατς, ς κφράζεται ες τήν καταναλωτικήν οκονομίαν, ποία διαβρώνει τάς κοινωνικάς δομάς καί θε ες τήν κμετάλλευσιν τν φυσικν πόρων πέραν τν ποφερτν ρίων.
νθρωπότης κατώρθωσε νά πιβιώσ τν ναριθμήτων καταστροφν το περελθόντος, α ποαι προεκλήθησαν πό ατήν τήν νόσον. μως γενεά μας χει τήν «τιμήν» νά ζ ες κείνην τήν φάσιν τς νθρωπίνης στορίας, ποία, διά πρώτην φοράν, μαρτυρε περί τς «κανότητος» τς νθρωπότητος νά ατοκαταστραφ πλήρως, ετε πό πυρηνικόν συμβάν πό μόλυνσιν καί διατάραξιν τς οκολογικς σορροπίας. σως μεγαλυτέρα πειλή διά τήν σφάλειαν το πλανήτη μας προέρχεται πό ποκαλυπτικούς νειροπώλους θρησκευομένους.
μή διοτέλεια διά τήν πιβίωσιν το κόσμου καί διά τήν εημερίαν τς κοινωνίας δύναται τελικς νά ξαναγκάσ τούς πευθύνους νά ερουν μίαν λύσιν ες τό φάσμα ατό τς πυρηνικς καί τς οκολογικς καταστροφς. μόνη λύσις φαίνεται νά εναι συλλογική ατοεπιβολή μις σκητικς γκρατείας.
Τό τι, 1) πόθος διά τήν εδαιμονίαν εναι «» ρρώστια τς νθρωπότητος, τήν ποίαν προωθον σχεδόν λες ο θρησκεες, καί τό τι, 2) θεραπεία της «εναι» κάθαρσις καί φωτισμός τς καρδίας καί δοξασμός, εναι δύο λήθειαι τς ποκαλύψεως πού θά ’καμε καλά κόσμος νά μή γνο.
Αταί α λήθειαι τυγχάνουν νά εναι τά κλειδιά τς μετ’ λλήλων νώσεως ν τ κτίστ δόξ τς γίας Τριάδος διά τήν ποίαν προσεύχεται Χριστός (ω. 17) διά νά πιστεύσ κόσμος. 

V. ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ

περί νθρώπου ντίληψις το λληνικο Πολιτισμο δέν εχε τόν τρόπον κφράσεως διά τήν κυκλικήν κίνησιν το πνεύματος προσευχόμενου ν τ καρδί τς Παλαις καί τς Καινς Διαθήκης. Διά τοτο ο Πατέρες πραν τούς ρους «νος», «λόγος» καί «διάνοια» καί ταύτισαν τόν «νον» μέ τό «πνεμα» προσευχόμενον ν τ καρδί. τσι χομεν τήν διάκρισιν μεταξύ α) «τς λογικς λατρείας» τήν ποίαν τελε «τό βασίλειον εράτευμα», ες τήν ποίαν μετέχουν ο διτες (λαϊκοί) μέ τό «μήν» τους, καί β) «τς νοερς λατρείας» ν τ καρδί τν φωτισμένων καί γ) «το δοξασμο» (θεώσεως) που τά νήπια το φωτισμο γίνονται νδρες καί πιστρέφουν ες τήν κατάστασιν το φωτισμο Προφτες. Μέσα ες τά πλαίσια ατά γιος ωάννης Δαμασκηνός παραπονούμενος γράφει (ες τό ργον περί μετανοίας καί ξομολογήσεως) τι πάρχουν πίσκοποι στήν ποχήν του πού ες τήν ποχήν τν ποστόλων θά λεγαν μόνον «μήν» ες τήν κκλησίαν.
Σημειωτέον τι καθ’ λην τήν διάρκειαν το φωτισμο τς καρδίας, δηλαδή τς νοερς εχς, γκέφαλος συνεχίζει νά πικοινων φυσιολογικς μέ τό περιβάλλον καί νά δουλεύ κανονικά. Τό διον συμβαίνει καί ες τήν κατάστασιν το σωθεν πό το Χριστο δοξασμένου ταν συνηθίσ νά βλέπ τά πάντα ν τ κτίστ δόξ Ατο καί γενόμενος πό νήπιος νήρ πιστρέφει ες τήν κατάστασιν το φωτισμο τς νοερς προσευχς.
Μέ λλα λόγια τά τέκνα το Νεο-Πλατωνικο μυστικισμο το Αγουστίνου, καί τν Φραγκο-Λατίνων καί τινων δθεν ρθοδόξων, πού πιδιώκουν τήν κστασιν το νοός καί τς ψυχς κτός το σώματός των, ναζητοντες νόρασιν τν νυπάρκτων ΰλων ν τ νοΐ το Θεο ρχετύπων, σχολονται μέ «δαιμόνων ερημα». Ατήν τήν αρεσιν το Βαρλαάμ κατεδίκασε Θ΄ Οκουμενική Σύνοδος τό 1341 χωρίς δυστυχς νά καταλάβ τι εναι το Αγουστίνου καί τς παραδόσεως τν Καρλοβιγκίων Φράγκων πού ρχισε τά τέλη το 8ου αἰῶνος. Ο προηγούμενοι Μεροβίγκιοι Φράγκοι σαν ρδόδοξοι καί εχαν καταδικάσει τήν περί χάριτος καί μαρτίας διδασκαλίαν το Αγουστίνου.
Μέχρι τόν 12ον αἰῶνα ο Καρλοβίγκοι Φράγκοι γνώριζαν μόνον τά ργα το Αγουστίνου ξ λοκλήρου. Εχαν ποκτήσει τόν 8ον αἰῶνα τά ργα το Διονυσίου ρεοπαγίτη τά ποα μετέφρασε ωάννης Σκτος ριγένια. γραψε διος πολλά ργα δικά του τά ποα χρήζουν μελέτης πό ρθοδόξους. Ο Φράγκοι μως ποδούλωσαν τελικά τόν ρεοπαγίτην ες τόν Νεο-Πλατωνικόν μυστικισμόν το Αγουστίνου. Τόν 12ον αἰῶνα πέκτησαν λατινικήν μετράφασιν το ργου «κριβής κθεσις τς ρθοδόξου Πίστεως» το γίου ωάννου Δαμασκηνο καί ποδούλωσαν καί ατόν ες τόν Αγουστνον. ν τ μεταξύ εχαν ρχίσει νά συλλέγουν πί τό πλεστον μόνον προτάσεις (Sententiae) λλων Λατινοφώνων Πατέρων πού μάζευαν πό κανονικάς συλλογάς καί ρμηνευτικά σχόλια Πατέρων τς γίας Γραφς. Βάσει ατν τν προτάσεων ρχισαν μέ τόν Πέτρον Λομβαρδόν (πέθανε 1160) νά γράφουν στοχαστικήν, μάλιστα, συστηματικήν θεολογίαν. Δηλαδή μαθαν νά θεολογον βάσει κειμένων κτός τς συναφείας των.
γιος Γρηγόριος Παλαμς συνοψίζει τήν πατερικήν παράδοσιν κατά το μυστικισμο ς ξς· «Τό δ’ ξω τόν νον, ο το σωματικο φρονήματος λλ’ ατο το σώματος ποιεν, ς κε νοερος θεάμασιν ντύχοι, τς λληνικς στι πλάνης ατό τό κράτιστον καί πάσης κακοδοξίας ρίζα καί πηγή, δαιμόνων ερημα καί παίδευμα γεννητικόν νοίας καί γέννημα τς πονοίας» (Λόγος πέρ τν ερς συχαζόντων, Ι, β, 4.)
ναπόσπαστον μέρος τς ν λόγ θεραπείας εναι τι νήρ τέλειος χει γίνει γνώστης καί τν νοημάτων το «σαταν» φο «ο γάρ ατο τά νοήματα γνοομεν» (Β΄ Κορ. 2,11). Τό ήττητον πλον κατά το διαβόλου εναι θεραπεία το βραχυκλώματος μεταξύ τς νοερς νεργείας τς καρδίας καί τς λογικς το γκεφάλου. θεραπεία συνίσταται ες τόν περιορισμόν λων τν νοημάτων, ετε καλν κακν, ες τόν γκέφαλον πού πιτυγχάνεται μόνον ταν νοερά νέργεια τς καρδίας πανέρχεται ες τήν φυσιολογικήν της κυκλικήν κίνησιν μέσ τς διαλείπτου νοερς προσευχς. φελες εναι ο ποστηρίζοντες τό δυνατόν νά ποβάλλ κανείς τά κακά νοήματα καί νά κρατήσ μόνον καλά νοήματα ες τόν γκέφαλον. Πρέπει κανείς νά γνωρίζ κριβς τά νοήματα το διαβόλου διά νά τόν νικήσ. Τοτο πιτυγχάνεται μέσ τς κυκλικς κινήσεως το νοός ν τ καρδί. γιος Γρηγόριος Παλαμς συνοψίζει τήν πατερικήν Παράδοσιν ς ξς· «Ο γάρ δή λέληθεν ατούς, τι οχ ς ψις τλλα μέν ρ τν ρατν, αυτήν δέ οχ ρ, οτω καί νος, λλ’ νεργε μέν καί τλλα, ν ν δέοιτο περισκοπν, φησι κατ’ εθεαν κίνησιν το νο Διονύσιος μέγας, ες αυτόν δ’ πάνεισι καί νεργε καθ’ αυτόν, ταν αυτόν νος ρ. Τοτο δ’ αθις ΄΄κυκλικήν΄΄ εναι κίνησιν ατός φησιν. Ατη δ’ το νο στιν νέργεια κρείττων καί διαιτάτη, δι’ ς καί πέρ αυτν γινόμενος σθ’ τε τ Θε συγγίνεται. ΄΄Νος γάρ΄΄, φησί, ΄΄μή σκεδαννύμενος πί τά ξω΄΄, ρς τι ξεισι; ξιών ον, πανόδου δεται, διό φησιν ΄΄πάνεισι πρός αυτόν, δι’ αυτο δέ πρός τόν Θεόν΄΄ ς δι’ πλανος ναβαίνει τς δο. Τήν τοιαύτην γάρ κίνησιν το νο καί τν νοερν πλανής πόπτης κενος Διονύσιος δύνατον εναι πλάν τινί περιπεσεν» (πέρ τν ερς συχαζόντων, Ι,β,5). κτιστος πανταχο παροσα δόξα το Θεο εναι δη μέσα ες τό κάθε πλάσμα καί πομένως ες τήν καρδίαν το κάθε νθρώπου μαζί μέ τήν δημιουργικήν, συνεκτικήν, προνοητικήν καί κόμη τήν καθαρκτικήν νέργειάν Του. Τό νά ψάχν κανείς τόν Θεόν ες κάποιο περπέραν εναι σκέτη νοησία. Μέ λλα λόγια Διονύσιος δέν χει καμμίαν σχέσιν, οτε μέ τόν Νεο-Πλατωνισμόν καί οτε μέ τούς Φραγκο-Λατίνους, πού φαντάζονται τι τόν κολουθον. 
λόγος πού δέν πάρχει στοχαστική θεολογία ες τήν ρθόδοξον κκλησίαν εναι τό γεγονός τι νόσος τς θρησκείας εναι νευροβιολογική καί θεραπεία της δεδομένη. «Μακάριοι ο καθαροί τ καρδί τι ατοί τόν Θεόν ψονται».




[1] . Σ. Ρωμανίδου, Justin Martyr and the Fourth Gospel, The Greek Orthodox Theological Review, IV, 2 (1958-59), 115-139.
[2] Debate over Theodore of Mopsuestia;s Christology, ἐν The Greek Orthodox Theological Review, τόμ. VΙΙ, ρ. 2 (1959-60), σελ. 140-185.
[3] Α ἀπόψεις του πού ἀκολουθοῦν περί Θεοφανειῶν ἐν συνδυασμῷ μέ τήν εὐδαιμονίαν ἀναπτύσσονται κυρίως εἰς τό ἔργον τοῦ De Trinitate, Βιβλία ΙΙ καί ΙΙΙ. Τά περί εὐδαιμονίας πλημυρίζουν τά ἔργα του καί οὐδόλως ἄλλαξαν ἀπό τό πρῶτον ἐπί τοῦ θέματος καί πρό τοῦ βαπτίματος ἔργον τοῦ Beata Vita.
[4] Ρ.G. 60,23. Βλ. Ἰ. Ρωμανίδου, Τό Προπατορικόν Ἁμάρτημα, ἔκδοσις β΄, Ἀθῆναι 1989, σελ. 173.
[5] John S. Romanides, Franks, Romans, Feudalism and Doctrine, Holy Cross Orthodox Press, Brookline 1981, p.p. 53-57.
[6] Αὐτόθι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου